Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8700-8720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7820αυτο- & αυτό- & αυτ- & αυθ-: λεξικό πρόθημα που αναφέρεται στον ίδιο τον εαυτό, σε ό,τι γίνεται από μόνο του ή στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις: (έκφρ. αυτοπάθειας:) αυτο-ειρωνεία/~εξορία/~καταστροφή/~μάθηση/~προβολή/~συγκράτηση. Αυτο-συγκεντρώνομαι. Αυτο-επιβάλλομαι.|| Aυτο-γενής/~φυής. Αυτ-απόδεικτος. Αυθ-ύπαρκτος.|| Aυτο-δίδακτος/~δύναμος/~νομος. Αυτό-φωτος (ΑΝΤ. ετερό-). Αυτ-εξούσιος.
7821αυτοακρωτηριασμός[αὐτοακρωτηριασμός] αυ-το-α-κρω-τη-ρι-α-σμός ουσ. (αρσ.): το να αφαιρεί κάποιος μέλος ή άκρο του σώματός του: Βλ. αυτοτραυματισμός.|| (κυρ.-μτφ.) ~ της σκέψης. Πολιτικός ελιγμός ή ~; Βλ. αυτο-ακύρωση, -αναίρεση, -καταστροφή.
7822αυτοακυρώνομαι[αὐτοακυρώνομαι] αυ-το-α-κυ-ρώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {κυρ. στο γ' πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): για κάτι ή σπανιότ. για κάποιον που αίρει από μόνο(ς) του και συνήθ. ακούσια την ισχύ, τη λειτουργία ή το κύρος του: Ο λόγος του αντιφάσκει, ~εται. Το μέτρο/η ταινία ~εται. ΣΥΝ. αυτοαναιρούμαι, αυτοκαταργούμαι
7824αυτοάμυνα[αὐτοάμυνα] αυ-το-ά-μυ-να ουσ. (θηλ.): αντίσταση που προβάλλει κάποιος, για να προστατεύσει τον εαυτό του, χρησιμοποιώντας τις δικές του δυνάμεις: ασκήσεις/τεχνικές ~ας. Βρισκόταν/ήταν σε ~.|| (μτφ.) Πνευματική/ψυχική ~. Μηχανισμοί ~ας. Ο αυτοσαρκασμός είναι μια μορφή ~ας. Πβ. αυτοπροστασία. [< αγγλ. self-defense, γαλλ. autodéfence, 1936]
7825αυτοαμύνομαι[αὐτοαμύνομαι] αυ-το-α-μύ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοαμύνθηκα}: υπερασπίζομαι τον εαυτό μου με τις δικές μου δυνάμεις. Πβ. αυτοπροστατεύομαι.
7826αυτοαναγορεύομαι[αὐτοαναγορεύομαι] αυ-το-α-να-γο-ρεύ-ο-μαι ρ. {-τηκε (λόγ.) -θηκε, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): αποδίδω στον εαυτό μου αυθαίρετα τίτλο, αξίωμα ή ιδιότητα: ~τηκε σε ηγέτη. (ειρων.) ~εται θεματοφύλακας της παράδοσης/σε εκφραστή της κοινής γνώμης. Βλ. αυτοαποκαλούμαι, χρίζομαι. ΣΥΝ. αυτοανακηρύσσομαι [< γαλλ. s' autoproclamer, 1971]
7823αυτοαναίρεση

[αὐτοακύρωση] αυ-το-α-κύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτοακυρώνομαι: ~ της απόφασης/των εξαγγελιών. ΣΥΝ. αυτοαναίρεση, αυτοκατάργηση (1)

7827αυτοαναίρεση[αὐτοαναίρεση] αυ-το-α-ναί-ρε-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτοαναιρούμαι: ~ ισχυρισμών. Πράξη αυτοακύρωσης και ~ης. Αντιφάσεις και ~έσεις. Πβ. αυτοδιάψευση, αυτοκατάργηση. Βλ. αναθεώρηση, παλινδρόμηση, υπαναχώρηση.
7828αυτοαναιρούμαι[αὐτοαναιροῦμαι] αυ-το-α-ναι-ρού-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοαναιρ-είσαι ..., -ούμενος | αυτοαναιρ-έθηκε, -εθεί | σπάν. ενεργ. ενεστ. αυτοαναιρώ}: ανακαλώ λόγια, απόψεις, πράξεις που υποστήριζα, αυτοακυρώνομαι: ~είται (= αυτοδιαψεύδεται), όταν υποστηρίζει ότι ... Ανυπόστατα επιχειρήματα που ~ούνται. Σύστημα αξιών που εκφυλίστηκε και ~έθηκε (πβ. αυτοκαταργήθηκε).|| ~εί το έργο του.
7829αυτοανακηρύσσομαι[αὐτοανακηρύσσομαι] αυ-το-α-να-κη-ρύσ-σο-μαι ρ.: απονέμω τίτλο ή αξίωμα στον εαυτό μου, γενικότ. του αποδίδω αυθαίρετα ρόλο ή ιδιότητα: ~χτηκε αρχηγός/νικητής. Πβ. αυτοαποκαλούμαι. ΣΥΝ. αυτοαναγορεύομαι
7830αυτοανάλυση[αὐτοανάλυση] αυ-το-α-νά-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. συστηματική προσπάθεια μελέτης και κατανόησης από το ίδιο το άτομο των σκέψεων, των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς του, εσωτερική αναζήτηση: ~ και ψυχανάλυση. Πβ. ενδοσκόπηση. Βλ. αυτο-αξιολόγηση, -γνωσία, -παρατήρηση. [< γερμ. Selbstanalyse]
7831αυτοαναφλέγεται[αὐτοαναφλέγεται] αυ-το-α-να-φλέ-γε-ται ρ. (αμτβ.) & αυταναφλέγεται: (για υλικό) αναφλέγεται αυτόματα χωρίς πυροδότηση: Στους κινητήρες ντίζελ το καύσιμο ~. [< αγγλ. self-ignites]
7832αυτοανάφλεξηβλ. αυτανάφλεξη
7833αυτοαναφορά[αὐτοαναφορά] αυ-το-α-να-φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) αναφορά του ατόμου στον ίδιο του τον εαυτό: ναρκισσιστική ~. ~ές και περιαυτολογίες.|| Αρνητικές/θετικές ~ές. Βλ. αυτο-αντίληψη, -εικόνα. 2. (επιστ.) αναφορά του ίδιου του συγγραφέα σε δημοσίευμά του. Βλ. ετεροαναφορά. 3. ΨΥΧΟΛ. τάση του ατόμου να συσχετίζει οτιδήποτε με τον εαυτό του. [< αγγλ. self-reference]
7834αυτοαναφορικός, ή, ό [αὐτοαναφορικός] αυ-το-α-να-φο-ρι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον ίδιο του τον εαυτό: ~ό: άτομο.|| (που αποτελεί αυτοαναφορά του ομιλητή ή συγγραφέα:) ~ός: λόγος. ~ό: κείμενο. [< αγγλ. self-referent(ial), 1943]
7835αυτοαναφορικότητα[αὐτοαναφορικότητα] αυ-το-α-να-φο-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): το να αναφέρεται κάποιος ή κάτι στον ίδιο του τον εαυτό: ~ του έργου/του συγγραφέα/της τέχνης. [< αγγλ. self-referentiality]
7836αυτοανοσία[αὐτοανοσία] αυ-το-α-νο-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κατάσταση κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα ενός οργανισμού επιτίθεται εναντίον δικών του ιστών ή οργάνων μέσω αυτοαντισωμάτων: θυρεοειδική/παθολογική ~. Ανάπτυξη/μηχανισμοί/μορφές ~ας. Αλλεργία/λοιμώξεις και ~. ΣΥΝ. αυτοανοσοποίηση [< αγγλ. autoimmunity, 1904]
7837αυτοανοσοποίηση[αὐτοανοσοποίηση] αυ-το-α-νο-σο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αυτοανοσία. [< αγγλ. auto-immunization, 1952, γαλλ. auto-immunisation, 1969]
7838αυτοάνοσος, η, ο [αὐτοάνοσος] αυ-το-ά-νο-σος επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αυτοανοσία: ~ος: διαβήτης. ~η: αντίδραση/διαταραχή/ηπατίτιδα. ~ο: σύνδρομο. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτοάνοσο νόσημα/αυτοάνοση ασθένεια/νόσος: που οφείλεται σε αντισώματα τα οποία παράγει το σώμα εναντίον των δικών του κυττάρων ή ιστών. Βλ. σκλήρυνση κατά πλάκας. [< αγγλ. autoimmune, 1952, γαλλ. auto-immun, 1973]
7839αυτοαντιγόνο[αὐτοαντιγόνο] αυ-το-α-ντι-γό-νο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. συστατικό των ιστών που διεγείρει την παραγωγή αυτοαντισωμάτων, προκαλώντας αυτοάνοση αντίδραση. [< αγγλ. autoantigen, γαλλ. auto-antigène]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.