Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8720-8740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7840αυτοαντίληψη[αὐτοαντίληψη] αυ-το-α-ντί-λη-ψη ουσ. (θηλ.): η αντίληψη που έχει το άτομο για τον εαυτό του και τις ικανότητές του: αρνητική/θετική/σωματική/υψηλή/χαμηλή ~. Βαθμός ~ης. Πβ. αυτοεικόνα. Βλ. αυτο-γνωσία, -εκτίμηση, -πεποίθηση. [< αγγλ. self-concept, 1934]
7841αυτοαντισώματα[αὐτοαντισώματα] αυ-το-α-ντι-σώ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν.}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. αντισώματα που δρουν εναντίον των ιστών του οργανισμού που τα παράγει: ειδικά/θυρεοειδικά ~. ~ στον σακχαρώδη διαβήτη. ~ και αυτοάνοσα νοσήματα. [< αγγλ. autoantibodies, 1910, γαλλ. autoanticorps]
7842αυτοαξιολόγηση[αὐτοαξιολόγηση] αυ-το-α-ξι-ο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): αξιολόγηση της απόδοσης ενός ατόμου από τον ίδιο του τον εαυτό ή ενός φορέα από τα στελέχη του: ~ μαθητή. ~ επιχειρήσεων και οργανισµών/του εκπαιδευτικού έργου της σχολικής μονάδας (: εσωτερική αξιολόγηση). ~ και αυτοκριτική. [< αγγλ. self-evaluation, 1933, self-assessment]
7843αυτοαξιολογούμαι[αὐτοαξιολογοῦμαι] αυ-το-α-ξι-ο-λο-γού-μαι ρ. (αμτβ.) {-είται, -ήθηκε}: αξιολογώ τον ίδιο μου τον εαυτό. [< αγγλ. self-evaluate, 1910]
7844αυτοαπασχόληση[αὐτοαπασχόληση] αυ-το-α-πα-σχό-λη-ση ουσ. (θηλ.): εργασιακό καθεστώς κατά το οποίο ο εργαζόμενος δουλεύει για δικό του λογαριασμό και όχι για κάποιον εργοδότη: επιδότηση/θέσεις/μορφές/πρόγραμμα ~ης. Εξαρτημένη/μισθωτή εργασία ή ~; Βλ. ελεύθερος επαγγελματίας, ετεροαπασχόληση. [< αγγλ. self-employment]
7845αυτοαπασχολούμαι[αὐτοαπασχολοῦμαι] αυ-το-α-πα-σχο-λού-μαι ρ. (αμτβ.) {-είται, -ούμενος}: απασχολούμαι από μόνος μου για δικό μου λογαριασμό, δεν έχω εργοδότη: ~είται στον αγροτικό τομέα. ~ούνται προσφέροντας τις υπηρεσίες τους κατ' οίκον. Μισθωτοί και ~ούμενοι.
7846αυτοαπασχολούμενος, η, ο [αὐτοαπασχολούμενος] αυ-το-α-πα-σχο-λού-με-νος επίθ./ουσ.: που εργάζεται για δικό του λογαριασμό και όχι για κάποιον εργοδότη: ~η: μεταφράστρια (πβ. ελεύθερος επαγγελματίας). (ΟΙΚΟΝ.) ~οι του δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα. Πβ. εξωτερικός συνεργάτης. Βλ. μισθωτός. [< αγγλ. self-employed, 1916]
7847αυτοαποκαλούμαι[αὐτοαποκαλοῦμαι] αυ-το-α-πο-κα-λού-μαι ρ. {αυτοαποκαλ-είσαι ...| αυτοαποκλήθηκε, αυτοαποκαλ-ούμενος, συνήθ. στο γ’ πρόσ.} (αρνητ. συνυποδ.): αποδίδω στον εαυτό μου, αυθαίρετα, ιδιότητα ή χαρακτηρισμό: ~ούνται επιστήμονες/νικητές/σωτήρες. …, όπως ~είται, … ~ούμενοι: αγωνιστές/προοδευτικοί (: αμφισβητείται η ιδιότητά τους). Πβ. αυτοανακηρύσσομαι. ΣΥΝ. αυτοονομάζομαι
7848αυτοαποτελεσματικότητα[αὐτοαποτελεσματικότητα] αυ-το-α-πο-τε-λε-σμα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η πεποίθηση του ατόμου ότι διαθέτει τις ικανότητες να εκπληρώσει έναν στόχο υπό συγκεκριμένες συνθήκες: ~ μαθητών. Βλ. αυτο-εκτίμηση, -πεποίθηση, -συναίσθημα. [< αγγλ. self-efficacy]
7849αυτοασφάλισηβλ. αυτασφάλιση
7850αυτοβελτίωση[αὐτοβελτίωση] αυ-το-βελ-τί-ω-ση ουσ. (θηλ.): βελτίωση του εαυτού, της προσωπικότητας ενός ατόμου.
7851αυτοβιογράφηση[αὐτοβιογράφηση] αυ-το-βι-ο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): αυτοβιογραφία.
7852αυτοβιογραφία[αὐτοβιογραφία] αυ-το-βι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): αφηγηματικό κείμενο στο οποίο ο συγγραφέας διηγείται τη ζωή του και συνεκδ. το αντίστοιχο γραμματολογικό είδος. Βλ. απομνημονεύματα, ημερολόγιο. [< γαλλ. autobiοgraphie, αγγλ. autobiography]
7853αυτοβιογραφικός, ή, ό [αὐτοβιογραφικός] αυ-το-βι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην αυτοβιογραφία: ~ή: μνήμη/ταινία. ~ό: βιβλίο. ~ές: αναφορές/πληροφορίες. Μυθιστόρημα με ~ά στοιχεία. Βλ. βιωματικός. [< γαλλ. autobiographique, αγγλ. autobiographic]
7854αυτοβιογραφούμαι[αὐτοβιογραφοῦμαι] αυ-το-βι-ο-γρα-φού-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοβιογραφείσαι...| -ήθηκε}: αφηγούμαι τη ζωή μου, συγγράφω αυτοβιογραφία.
7855αυτοβοήθεια[αὐτοβοήθεια] αυ-το-βο-ή-θει-α ουσ. (θηλ.): βοήθεια που προσφέρει κάποιος στον εαυτό του: πρόληψη και ~ σε θέματα υγείας. ~ για απεξάρτηση από τα ναρκωτικά. Μέτρα/οδηγός/ομάδες/προγράμματα ~ας. Βλ. αυτοπροστασία. [< γερμ. Selbsthilfe]
7856αυτοβουλία[αὐτοβουλία] αυ-το-βου-λί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): το να ενεργεί κάποιος ελεύθερα, με δική του θέληση, χωρίς εξαρτήσεις. Βλ. αυτο-δυναμία, -νομία. ΣΥΝ. αυτενέργεια [< αρχ. αὐτοβουλία]
7857αυτόβουλος, η, ο [αὐτόβουλος] αυ-τό-βου-λος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που σκέφτεται και ενεργεί ελεύθερα ή (για ενέργεια) που γίνεται με ελεύθερη βούληση: ~ος: πολίτης. Ανεξάρτητο και ~ο ον. Βλ. αυτεξούσιος. ΑΝΤ. υπεξούσιος, υποχείριος.|| ~η: απόφαση/δράση/επιλογή (= συνειδητή)/προσφορά/συμμετοχή (= εθελοντική, εκούσια, οικειοθελής). Πβ. αυτοπροαίρετος. ΣΥΝ. αυτενεργός ΑΝΤ. ελεγχόμενος ● Ουσ.: αυτόβουλο (το): αυτοβουλία: το ~ των πράξεων. ● επίρρ.: αυτόβουλα & (λόγ.) αυτοβούλως [< αρχ. αὐτόβουλος]
7858αυτογελοιοποίηση[αὐτογελοιοποίηση] αυ-το-γε-λοι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτογελοιοποιούμαι: ~ και εξευτελισμός. [< γαλλ. autodérision, 1975]
7859αυτογελοιοποιούμαι[αὐτογελοιοποιοῦμαι] αυ-το-γε-λοι-ο-ποι-ού-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτογελοιοποι-είσαι ...| -ήθηκε}: καθιστώ τον εαυτό μου γελοίο. Πβ. αυτοεξευτελίζ-, ρεζιλεύ-ομαι.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.