Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8740-8760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7860αυτογενής, ής, ές [αὐτογενής] αυ-το-γε-νής επίθ. (επιστ.): που γίνεται ή αναπτύσσεται με δικά του συστατικά στοιχεία, χωρίς εξωτερική βοήθεια: ~ής: ανάφλεξη (= αυτανάφλεξη)/άσκηση/εκπαίδευση (: μέθοδος χαλάρωσης)/μετεμφύτευση (έγκλειστων κυνοδόντων)/συγκόλληση/συστολή. ~ές: μόσχευμα (πβ. αυτόλογο, βλ. αλλογενές). Βλ. -γενής, ετερογενής. [< μτγν. αὐτογενής 'που γεννιέται από μόνος του', γαλλ. autogène, αγγλ. autogenous]
7861αυτογκόλ[αὐτογκόλ] αυ-το-γκόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. γκολ που σημειώνει κατά λάθος ένας ποδοσφαιριστής σε βάρος της ομάδας του. Βλ. αυτοκαλάθι. 2. (μτφ.) λάθος που αποβαίνει σε βάρος αυτού που το διαπράττει: πολιτικό ~. Βλ. γκάφα, μπούμερανγκ, φάουλ. [< ιταλ. autogo(a)l, 1908,  γαλλ. autogoal, 1963]
7862αυτογνωσία[αὐτογνωσία] αυ-το-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.): η γνώση του εαυτού και των χαρακτηριστικών του: ασκήσεις/έλλειψη/ομάδες/τεστ ~ας. Ο δρόμος προς την ~. Αποκτώ/έχω ~. Πβ. αυτεπίγνωση, γνώθι σαυτόν. Βλ. αυτο-αντίληψη, -εκτίμηση, -παρατήρηση, -συνείδηση.|| Εθνική/πολιτική ~. Βλ. -γνωσία.
7863αυτογονιμοποίηση[αὐτογονιμοποίηση] αυ-το-γο-νι-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. ένωση αρσενικού και θηλυκού γαμέτη του ίδιου οργανισμού: ~ ερμαφρόδιτων φυτών. Βλ. αμφίφυλος. [< γαλλ. autofécondation]
7864αυτόγραφο[αὐτόγραφο] αυ-τό-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άφου} 1. υπογραφή διάσημου προσώπου, συνήθ. με σύντομη αφιέρωση· κυρ. συνεκδ. αυτό που υπογράφεται: ~ αθλητή/ηθοποιού/τραγουδιστή. Φωτογραφία με ~.|| Δίνω/ζητώ/παίρνω/υπογράφω ~. Μοιράζει ~α στους θαυμαστές της. 2. ΦΙΛΟΛ. ιδιόχειρο κείμενο λογοτέχνη ή συνθέτη: ανέκδοτο ~. [< μτγν. αὐτόγραφον ‘πρωτότυπο’, γαλλ. autographe, αγγλ. autograph]
7865αυτόγραφος, η, ο [αὐτόγραφος] αυ-τό-γρα-φος επίθ. (λόγ.): που έχει γραφεί από τον ίδιο τον συγγραφέα ή τον δημιουργό: ~η: αφιέρωση/επιστολή. ~ο: σημείωμα. ~α: έργα. Πβ. ιδιόγραφος, ιδιόχειρος. Βλ. -γραφος. [< μτγν. αὐτόγραφος]
7866αυτοδεσμεύομαι[αὐτοδεσμεύομαι] αυ-το-δε-σμεύ-ο-μαι ρ. {-τηκα (λόγ.) -θηκα}: αναλαμβάνω από μόνος μου την ηθική ή νομική υποχρέωση να κάνω ή να μην κάνω κάτι: Η εταιρεία ~τηκε δημοσίως να/ότι θα ...
7867αυτοδέσμευση[αὐτοδέσμευση] αυ-το-δέ-σμευ-ση ουσ. (θηλ.): εκούσια ανάληψη ηθικής ή νομικής υποχρέωσης: ~ της κυβέρνησης. ~ για δράση/τήρηση των αρχών δεοντολογίας.
7868αυτόδηλος, η, ο [αὐτόδηλος] αυ-τό-δη-λος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που γίνεται φανερός από μόνος του: ~η: αλήθεια. ~ο: αποτέλεσμα/συμπέρασμα. Είναι ~ο (= προφανές) ότι ... Πβ. αυτονόητος. ΣΥΝ. αυταπόδεικτος, ολοφάνερος, πρόδηλος ● επίρρ.: αυτόδηλα & (λόγ.) αυτοδήλως [< αρχ. αὐτόδηλος]
7869αυτοδημιούργητος, η, ο [αὐτοδημιούργητος] αυ-το-δη-μι-ούρ-γη-τος επίθ./ουσ.: που έχει ανέλθει οικονομικά, επαγγελματικά και κοινωνικά με προσωπικές θυσίες και αγώνες, χωρίς στήριξη από άλλους: Καταξιωμένος και ~ επιχειρηματίας. [< μτγν. αὐτοδημιούργητος ‘φτιαγμένος από ένα μόνο κομμάτι’, γαλλ. αγγλισμός self-made-man]
7870αυτοδιάγνωση[αὐτοδιάγνωση] αυ-το-δι-ά-γνω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. αυτόματη ανίχνευση σφάλματος στη λειτουργία (μηχανήματος, οχήματος) από το ίδιο το μηχάνημα: ~ βλαβών. ~ και αυτοέλεγχος. 2. ΙΑΤΡ. εντοπισμός και προσδιορισμός ασθένειας ή ιατρικής κατάστασης από τον ίδιο τον ασθενή: ~ και (αυτο)θεραπεία. [< αγγλ. autodiagnosis, self-diagnosis]
7871αυτοδιάθεση[αὐτοδιάθεση] αυ-το-δι-ά-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. το δικαίωμα που έχει κάθε λαός να καθορίζει ελεύθερα το πολιτικό καθεστώς του και να εξασφαλίζει την οικονομική, κοινωνική και μορφωτική ανάπτυξή του: ελευθερία και ~. Πβ. αυτεξουσιότητα, αυτοκυριαρχία, αυτονομία. 2. το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να διαθέτει ελεύθερα τον εαυτό του: προσωπική ~. Πβ. αυτοκαθορισμός. ΑΝΤ. ετεροκαθορισμός, ετεροπροσδιορισμός ● ΣΥΜΠΛ.: η αρχή της αυτοδιάθεσης: ΠΟΛΙΤ. δόγμα που αναφέρεται στο δικαίωμα μιας εθνικής κοινότητας να έχει πολιτική αυτοτέλεια: Η ~ ~ των λαών. Η ~ ~ και της εδαφικής ακεραιότητας. Πβ. η αρχή των εθνοτήτων. [< γαλλ. autodétermination, 1955]
7872αυτοδιαλύομαι[αὐτοδιαλύομαι] αυ-το-δια-λύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {-θηκε, κυρ. στο γ' πρόσ.}: παύω να ισχύω, διαλύομαι από μόνος μου χωρίς εξωτερική παρέμβαση: Το κόμμα ~θηκε. ΣΥΝ. αυτοκαταργούμαι
7873αυτοδιάλυση[αὐτοδιάλυση] αυ-το-διά-λυ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτοδιαλύομαι: ~ κυβέρνησης/οργάνωσης. Ο όμιλος οδηγήθηκε/προχώρησε σε ~. Πβ. αυτοκατάργηση.|| Φυσική ~ πετρελαιοκηλίδας.
7874αυτοδιαφημίζομαι[αὐτοδιαφημίζομαι] αυ-το-δι-α-φη-μί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοδιαφημί-στηκε, -στεί, αυτοδιαφημιζ-όμενος}: προβάλλω τα πλεονεκτήματά μου με ίδια μέσα: ~ μέσω του Τύπου. ΣΥΝ. αυτοπροβάλλομαι
7875αυτοδιαφήμιση[αὐτοδιαφήμιση] αυ-το-δι-α-φή-μι-ση ουσ. (θηλ.): προβολή των προσόντων, των πλεονεκτημάτων κάποιου από τον ίδιο: ~ επιχείρησης.|| (αρνητ. συνυποδ.) Βιτρίνα, ~ και παιχνίδι εντυπώσεων. ΣΥΝ. αυτοπροβολή
7876αυτοδιαχειρίζομαι[αὐτοδιαχειρίζομαι] αυ-το-δι-α-χει-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.): διαχειρίζομαι, διευθετώ κάτι μόνος μου: ~ την περιουσία/τις υποθέσεις μου. [< γαλλ. autogérer]
7877αυτοδιαχειριζόμενος, η, ο [αὐτοδιαχειριζόμενος] αυ-το-δι-α-χει-ρι-ζό-με-νος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που διοικείται ή παρέχει τις υπηρεσίες του με αυτοδιαχείριση: ~ος: οργανισμός/φορέας. ~η: επιχείρηση. ~ο: εργοστάσιο/στέκι. [< γαλλ. autogéré, 1964]
7878αυτοδιαχείριση[αὐτοδιαχείριση] αυ-το-δι-α-χεί-ρι-ση ουσ. (θηλ.): διοίκηση επιχείρησης ή οργανισμού από τους εργαζομένους ή εκπροσώπους τους και κατ' επέκτ. κάθε μορφή συλλογικής διαχείρισης από τους ίδιους τους ενδιαφερομένους: εργατική ~. ~ βιομηχανίας/εκπαιδευτικού ιδρύματος. Βλ. αυτο-οργάνωση, -ρρύθμιση. [< γαλλ. autogestion, 1960]
7879αυτοδιαχειριστικός, ή, ό [αὐτοδιαχειριστικός] αυ-το-δι-α-χει-ρι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αυτοδιαχείριση: ~ό: μοντέλο/σύστημα. ● επίρρ.: αυτοδιαχειριστικά [< γαλλ. autogestionnaire, 1970]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.