| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 7880 | αυτοδιαψεύδομαι | [αὐτοδιαψεύδομαι] αυ-το-δι-α-ψεύ-δο-μαι ρ. (αμτβ.) {-στηκε (λόγ.) -σθηκε}: διαψεύδω με τη στάση ή τα λόγια μου όσα έχω πει: ~εται με τις δηλώσεις του, όταν ισχυρίζεται πως ... ~στηκε ανακοινώνοντας ότι ... Πβ. αυτοακυρώνομαι, αυτοαναιρούμαι, παλινωδώ. | |
| 7881 | αυτοδιάψευση | [αὐτοδιάψευση] αυ-το-δι-ά-ψευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτοδιαψεύδομαι: ~ των επιλογών. Αντιφάσεις/παλινωδίες και ~εύσεις. Πβ. αυτο-ακύρωση, -αναίρεση. | |
| 7882 | αυτοδίδακτος | , η, ο [αὐτοδίδακτος] αυ-το-δί-δα-κτος επίθ./ουσ. & αυτοδίδαχτος: που έμαθε κάτι από μόνος του, χωρίς να το διδαχτεί: ~ος: καλλιτέχνης. Είναι ~ στην κιθάρα. Βλ. εμπειρικός. [< αρχ. αὐτοδίδακτος, γαλλ. autodidacte, αγγλ. autodidact] | |
| 7883 | αυτοδιδασκαλία | [αὐτοδιδασκαλία] αυ-το-δι-δα-σκα-λί-α ουσ. (θηλ.): μάθηση χωρίς δάσκαλο με επιλογή του υλικού και των μέσων από τον ίδιο τον εκπαιδευόμενο: εποπτευόμενη ~. ~ ξένης γλώσσας. ~ με χρήση πολυμέσων/υπολογιστή (βλ. τηλεκπαίδευση). Μέθοδος ~ας. Βιβλία/λογισμικό/(οπτικοακουστικό) υλικό για ~. Πβ. άνευ διδασκάλου, αυτοεκπαίδευση. [< γερμ. Selbstunterricht] | |
| 7884 | αυτοδίδαχτος | , η, ο βλ. αυτοδίδακτος | |
| 7885 | αυτοδίκαιος | , η, ο [αὐτοδίκαιος] αυ-το-δί-και-ος επίθ.: ΝΟΜ. που γίνεται αυτόματα με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, χωρίς άλλη διαδικασία ή απόφαση: ~η: ακυρότητα/ανάκληση/αναστολή/απόλυση/αποχώρηση (από την υπηρεσία)/διαγραφή/έγκριση/έκπτωση (από αξίωμα)/κατάργηση (θέσης)/κατάταξη (υπαλλήλων)/λήξη/λύση (θητείας/σύμβασης)/παύση.|| (ως ουσ.) Το ~ο της ατομικής ιδιοκτησίας. ● επίρρ.: αυτοδίκαια & (λόγ.) αυτοδικαίως [< μτγν. ουσ. αὐτοδίκαιον ‘δίκαιο απόλυτο ή αφηρημένο’, λατ. ipso jure] | |
| 7886 | αυτοδικαίωση | [αὐτοδικαίωση] αυ-το-δι-καί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): το να δικαιώνει κάποιος τον ίδιο του τον εαυτό: φαρισαϊκή ~. | |
| 7887 | αυτοδικία | [αὐτοδικία] αυ-το-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. πράξη αντεκδίκησης με σκοπό τη δικαίωση χωρίς προσφυγή στη δικαιοσύνη: δράστης/θύμα ~ας. To αδίκημα/το έγκλημα της ~ας. Απειλές/καταδίκη για ~. Καταφεύγω/οδηγούμαι στην ~. Βλ. άμυνα, κατάσταση ανάγκης. Πβ. βεντέτα.[< γερμ. Selbstjustiz] | |
| 7888 | αυτοδικώ | [αὐτοδικῶ] αυ-το-δι-κώ ρ. (αμτβ.) {αυτοδικείς...}: τιμωρώ εγώ ο ίδιος κάποιον που με αδίκησε, διαπράττω αυτοδικία. [< πβ. μτγν. αὐτοδικῶ ‘έχω δική μου δικαιοδοσία’] | |
| 7889 | αυτοδιοίκηση | [αὐτοδιοίκηση] αυ-το-δι-οί-κη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. διοίκηση περιοχής ή οργανισμού, ανεξάρτητη από κεντρική εξουσία: ~ πανεπιστημίων (: διοικητική αυτοτέλεια). Βλ. αυτο-διαχείριση, ~κυβέρνηση. ● ΣΥΜΠΛ.: περιφερειακή αυτοδιοίκηση & δευτεροβάθμια αυτοδιοίκηση: ο β΄ βαθμός τοπικής αυτοδιοίκησης που αφορά τη διοίκηση ευρύτερων γεωγραφικών περιοχών. Βλ. αποκέντρωση. [< αγγλ. regional government, γαλλ. administration régionale ] , τοπική αυτοδιοίκηση (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Τ, Α): διαχείριση των υποθέσεων μιας περιοχής από όργανα άμεσα εκλεγμένα από τους πολίτες της· συνεκδ. οι αρμόδιοι πολιτικοί εκπρόσωποι: α'/β' βαθμός (~ής) ~ης ή πρωτοβάθμια/δευτεροβάθμια (~) ~ (: δήμοι και περιφέρειες). Βλ. δημοτικό/(παλαιότ.) κοινοτικό διαμέρισμα, τοπικό διαμέρισμα, ΟΤΑ, σχέδιο "Καλλικράτης". [< αγγλ. local government, γαλλ. administration locale] , νομαρχιακή αυτοδιοίκηση βλ. νομαρχιακός [< γαλλ. auto-administration, γερμ. Selbstverwaltung] | |
| 7890 | αυτοδιοικητικός | , ή, ό [αὐτοδιοικητικός] αυ-το-δι-οι-κη-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με την αυτοδιοίκηση: ~ός: θεσμός/χάρτης. ~ή: πολιτική. ~ό: σύστημα. ~ές: εκλογές. ~ά: προβλήματα.|| (ως ουσ.) Ασχολείται με τα ~ά (ενν. θέματα). | |
| 7891 | αυτοδιοίκητος | , η, ο [αὐτοδιοίκητος] αυ-το-δι-οί-κη-τος επίθ.: που είναι διοικητικά ανεξάρτητος: ~ος: οργανισμός. ~η: περιοχή. Αυτόνομα και ~α ιδρύματα.|| (ως ουσ.) Το ~ο των δικαστηρίων/του Αγίου Όρους/της Εκκλησίας. Βλ. αυτο-κέφαλος, -κυβέρνητος. [< μεσν. αυτοδιοίκητος] | |
| 7892 | αυτοδιοικούμαι | [αὐτοδιοικοῦμαι] αυ-το-δι-οι-κού-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοδιοικ-είται ... | αυτοδιοικ-ούμενος, συνήθ. στον ενεστ.}: (για θεσμό, φορέα, περιοχή) έχω διοικητική αυτονομία, αυτοδιοίκηση: Το πανεπιστήμιο ~είται. ~ούμενος: οργανισμός. Βλ. αυτο-διαχειρίζομαι, -κυβερνώμαι. | |
| 7893 | αυτοδιορίζομαι | [αὐτοδιορίζομαι] αυ-το-δι-ο-ρί-ζο-μαι ρ. {αυτοδιορί-στηκε, -στεί, αυτοδιοριζ-όμενος, αυτοδιορι-σμένος} (ειρων.): δίνω ο ίδιος στον εαυτό μου αξίωμα, τίτλο ή ιδιότητα: ~στηκε αρχηγός/αφεντικό/πρόεδρος/σωτήρας. ~στηκαν κριτές και τιμητές των πάντων. Πβ. αυτοαναγορεύομαι, αυτοανακηρύσσομαι, αυτοαποκαλούμαι. | |
| 7894 | αυτοδυναμία | [αὐτοδυναμία] αυ-το-δυ-να-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. συγκέντρωση από ένα κόμμα της απόλυτης πλειοψηφίας των εδρών στο Κοινοβούλιο, έτσι ώστε να μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση μόνο του: ασταθής/ισχνή/ισχυρή/κοινοβουλευτική/κυβερνητική/οριακή ~. Απώλεια/εξασφάλιση ~ας. Συνεργασίες και ~ες. Διαθέτω/κερδίζω/παίρνω/χάνω την ~. 2. στήριξη αποκλειστικά στις ίδιες δυνάμεις, ελευθερία από τον έλεγχο και την επιρροή των άλλων: αμυντική/ενεργειακή/οικονομική ~. ~ της επιχείρησης/του πανεπιστημίου. ~ τροφίμων (: δικαίωμα των κρατών να καθορίζουν τη δική τους αγροτική πολιτική, δίνοντας προτεραιότητα στην κάλυψη εσωτερικών αναγκών). Πολιτική ~ της τοπικής αυτοδιοίκησης. Αυτάρκεια και ~. Αποκτώ/έχω ~. Βλ. ανεξαρτησία, αυτονομία. [< αγγλ. self-reliance] | |
| 7895 | αυτοδύναμος | , η, ο [αὐτοδύναμος] αυ-το-δύ-να-μος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από αυτοδυναμία, που λειτουργεί χωρίς να ελέγχεται, επηρεάζεται ή προστατεύεται από άλλους: ~ος: οργανισμός. ~η: ανάπτυξη/διδασκαλία/μάθηση. ~ο: κράτος. Είναι οικονομικά/πολιτικά ~. Βλ. αδέσμευτος, ανεξάρτητος, αυτόνομος.|| (ΠΟΛΙΤ.) ~η: παράταξη/(κοινοβουλευτική) πλειοψηφία. ~ο: κόμμα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) πακέτο/σύστημα. ● επίρρ.: αυτοδύναμα & (λόγ.) -άμως ● ΣΥΜΠΛ.: αυτοδύναμη κυβέρνηση: ΠΟΛΙΤ. που σχηματίζεται από το κόμμα που συγκέντρωσε κοινοβουλευτική πλειοψηφία: ισχυρή ~ ~. Ανάδειξη/συγκρότηση/σχηματισμός ~ης ~ης. Βλ. κυβέρνηση συνασπισμού/συνεργασίας. [< μτγν. αὐτοδύναμος] | |
| 7896 | αυτοδύτης | [αὐτοδύτης] αυ-το-δύ-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. αυτοδύτρια}: δύτης με συσκευή συμπιεσμένου αέρα και ειδικό εξοπλισμό για μεγαλύτερη αυτονομία στην κίνηση κάτω από το νερό: Αρχαιολόγος-~ (βλ. ενάλια αρχαιολογία). ~ες της ΕΜΑΚ (βλ. βατραχάνθρωπος). [< αγγλ. autonomous diver] | |
| 7897 | αυτοεικόνα | [αὐτοεικόνα] αυ-το-ει-κό-να ουσ. (θηλ.): σύνολο πεποιθήσεων, αντιλήψεων, γνώσεων και συναισθημάτων που έχει ένας άνθρωπος για τον εαυτό του: αρνητική/θετική ~. Βελτιώνω/βλάπτω/ενισχύω/τονώνω την ~ κάποιου. Πβ. αυτοαντίληψη. Βλ. αυτοπεποίθηση. [< αγγλ. self-image, 1939] | |
| 7898 | αυτοέκδοση | [αὐτοέκδοση] αυ-το-έκ-δο-ση ουσ. (θηλ.): έκδοση βιβλίου ή εντύπου από τον ίδιο τον συγγραφέα. [< autoédition, 1980, αγγλ. self-publication] | |
| 7899 | αυτοεκδότης | [αὐτοεκδότης] αυ-το-εκ-δό-της ουσ. (αρσ.): συγγραφέας που εκδίδει ο ίδιος τα βιβλία του. [< αγγλ. self-publisher] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ