| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 58541 | IQ | βλ. άι-κιου | |
| 58542 | ISBN | (το): Διεθνής Κωδικός Αριθμός Βιβλίου. [< αγγλ. International Standard Book Number, 1970] | |
| 58543 | ISDN | (το): Ψηφιακό Δίκτυο Ενοποιημένων Υπηρεσιών. [< αμερικ. Integrated Services Digital Network, 1984] | |
| 58544 | ISMN | : Διεθνής Πρότυπος Αριθμός Μουσικής. [< αγγλ. International Standard Music Number, 1993] | |
| 58545 | ISO | & (προφ.) άιζο (το): Διεθνής/Παγκόσμιος Οργανισμός Τυποποίησης, ο οποίος αναπτύσσει, συντονίζει και κοινοποιεί διεθνή πρότυπα για την τεχνολογία, τη βιομηχανία και το εμπόριο· (κατ' επέκτ.-καταχρ.) τα ίδια τα πρότυπα. [< αγγλ. International Organization for Standardization, 1947, γαλλ. ISO, 1973] | |
| 58546 | ISSN | : Διεθνής Μοναδικός Αριθμός Σειρών (για τις περιοδικές εκδόσεις). [< αγγλ. International Standard Serial Number, 1975] | |
| 58547 | JPEG | ΠΛΗΡΟΦ. μορφή αρχείου για συμπίεση και αποθήκευση εικόνων.[ < αμερικ. Joint Photographic Experts Group, 1988] | |
| 54728 | kallòigrammow | φι-γου-ρί-νι ουσ. (ουδ.) 1. περιοδικό με σχέδια μόδας: Ξεφύλλιζαν ~ια, για να ράψουν φορέματα. 2. (μτφ., συνήθ. για γυναίκα) καλλίγραμμη και κομψά ντυμένη: Είναι σαν/σκέτο ~. Πβ. μοντέλο. [< ιταλ. πληθ. figurini] | |
| 58548 | KGB | (η) (πρόφ. κα γκε μπε): Επιτροπή για την Ασφάλεια του Κράτους (στην ΕΣΣΔ ως το 1991). [< ρωσ. Komitét Gosudárstvennoj Bezopásnosti] | |
| 54914 | lakvn;izv | [φιλοσοφῶ] φι-λο-σο-φώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {φιλοσοφ-είς ..., -ώντας | φιλοσόφ-ησα, -ήσει, λόγ. μτχ. -ών, -ημένος}: στοχάζομαι βαθιά· (ειδικότ. για φιλόσοφο) διερευνώ ένα ζήτημα με φιλοσοφικό τρόπο: Έχει την τάση να ~εί τη ζωή/τα πράγματα. ~εί για την Τέχνη/πάνω στο θέμα του ... ~ούντες: θεολόγοι. Πβ. αναλύω, ερευνώ, διανοούμαι, προβληματίζομαι, συλλογίζομαι. Βλ. αμπελο~, εικοτολογώ. ● ΦΡ.: το φιλοσοφώ (προφ.): σκέφτομαι ή συζητώ κάτι σε βάθος, πολύπλευρα, αντιμετωπίζοντάς το νηφάλια: Το ~ησα και κατέληξα στο εξής συμπέρασμα ... Πολύ το ~ήσαμε. Βλέπω το έχεις ~ήσει το θέμα. Αν κάτσεις και το ~ήσεις λιγάκι, θα δεις ότι ..., το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν βλ. λακωνίζω ● βλ. φιλοσοφημένος [< αρχ. φιλοσοφῶ, γαλλ. philosopher, αγγλ. philosophize] | |
| 58549 | LAN | (το): Τοπικό Δίκτυο. [< αμερικ. Local Area Network, 1981] | |
| 58550 | lapsus calami | (πρόφ. λάπσους κάλαμι): γλωσσικό ολίσθημα στο γραπτό λόγο. [< λατ.] | |
| 58551 | lapsus linguae | (πρόφ. λάπσους λίνγκουε): γλωσσικό ολίσθημα στον προφορικό λόγο. [< λατ.] | |
| 58552 | lato sensu | (πρόφ. λάτο σένσου): υπό ευρεία έννοια. ΑΝΤ. stricto sensu [< λατ., πβ. γαλλ. ~, 1907] | |
| 58553 | LCD | (η): οθόνη υγρών κρυστάλλων. [< αγγλ. Liquid Crystal Display, 1968] | |
| 58554 | LDL | (η): χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη, κακή χοληστερίνη. Βλ. HDL. [< αγγλ. Low Density Lipoprotein, 1951] | |
| 58555 | LED | (το): βλ. λεντ | |
| 58556 | LOL | (το): βλ. λολ | |
| 58557 | LP | (το): μουσικός δίσκος μακράς διαρκείας, τριάντα τριών στροφών. Βλ. EP2. [< αμερικ. Long-Play, 1954] | |
| 58558 | LSD | : Lysergsäure-diäthylamid. βλ. ελ ες ντι | |