Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8780-8800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7900αυτοεκπαίδευση[αὐτοεκπαίδευση] αυ-το-εκ-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.): αυτοδιδασκαλία και σπανιότ. εκπαίδευση μέσω της πράξης: εξ αποστάσεως/ηλεκτρονική/κατευθυνόμενη (: καθοδηγούμενη) ~. Βιβλία/εγχειρίδια/λογισμικό/CD-ROM ~ης. Βλ. αυτο(επι)μόρφωση.|| Ο προσκοπισμός στηρίζεται στη σταδιακή ~. Βλ. αυτενέργεια. [< αγγλ. self-education]
7901αυτοεκπληρούμενος, η, ο [αὐτοεκπληρούμενος] αυ-το-εκ-πλη-ρού-με-νος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αυτοεκπληρούμενη προφητεία: ΨΥΧΟΛ. αρνητική ή θετική προσδοκία που επηρεάζει ή προδιαγράφει την εξέλιξη γεγονότος και επαληθεύεται: αυθυποβολή και ~ ~. Ο φόβος του έγινε ~ ~. [< αγγλ. self-fulfilling prophecy, 1949]
7903αυτοεκτίμηση[αὐτοεκτίμηση] αυ-το-ε-κτί-μη-ση ουσ. (θηλ.): αυτοσεβασμός και ειδικότ. ο τρόπος με τον οποίο αξιολογεί κάποιος τον εαυτό του: αρνητική/θετική/υψηλή/χαμηλή ~. ~ και αυτοπεποίθηση. Ανάπτυξη/ενίσχυση της ~ης των μαθητών. Χάνω την ~ή μου. Βλ. αυτο-αντίληψη, -εικόνα. [< αγγλ. self-appreciation, self-esteem, self-evaluation]
7904αυτοέκφραση[αὐτοέκφραση] αυ-το-έκ-φρα-ση ουσ. (θηλ.) (συνήθ. στην ΨΥΧΟΛ.): εξωτερίκευση σκέψεων και συναισθημάτων: δημιουργική/ελεύθερη/καλλιτεχνική ~. ~ και αυτοπραγμάτωση/πρωτοβουλία. Το παιχνίδι ως μέσο ~ης. Ευκαιρίες για ~. Επιλογές που ενθαρρύνουν/ενισχύουν/επιτρέπουν/περιορίζουν την ~. [< αγγλ. self-expression]
7905αυτοελέγχομαι[αὐτοελέγχομαι] αυ-το-ε-λέγ-χο-μαι ρ. (αμτβ.): ασκώ έλεγχο ο ίδιος στον εαυτό μου, αυτοσυγκρατούμαι. ● Μτχ.: αυτοελεγχόμενος , η, ο: ΤΕΧΝΟΛ. (για ηλεκτρονικό μηχάνημα, σύστημα ή πρόγραμμα) που έχει τη δυνατότητα να ελέγχει τη λειτουργία του και να αναφέρει τα πιθανά σφάλματα: ~ος: κλιματισμός.
7906αυτοέλεγχος[αὐτοέλεγχος] αυ-το-έ-λεγ-χος ουσ. (αρσ.) 1. άσκηση ελέγχου στον εαυτό (στις αντιδράσεις, τις παρορμήσεις, τα συναισθήματα, τη συμπεριφορά του): αυτοπεποίθηση/πειθαρχία/ψυχραιμία και ~. Τεχνικές ~έγχου. Αποκτώ/έχω ~ο (= αυτοελέγχομαι). Διατηρώ/χάνω τον ~ο. Πβ. αυτο-κυριαρχία, -συγκράτηση. 2. ικανότητα επιχειρήσεων ή ηλεκτρονικών συστημάτων να ελέγχουν από μόνα τους τη σωστή λειτουργία τους: ~ εγκαταστάσεων/μονάδων. Δυνατότητα/σύστημα ~έγχου. Βλ. αυτορρύθμιση.|| Αυτόματος ~ κατά την εκκίνηση του υπολογιστή. Βλ. αυτοδιάγνωση. 3. ΟΙΚΟΝ. -ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αυτοπεραίωση. [< 1: γαλλ. maîtrise de soi, 1907, self-control 2: αγγλ. self-test]
7907αυτοεξαίρεση[αὐτοεξαίρεση] αυ-το-ε-ξαί-ρε-ση ουσ. (θηλ.): επιλογή κάποιου να μην κάνει κάτι: ~ μιας χώρας από τα διεθνή πρότυπα.|| (ειδικότ.) Η ρήτρα ~ης επιτρέπει σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παρεκκλίνουν από τους γενικούς κανόνες. [< αγγλ. self-exclusion]
7908αυτοεξέταση[αὐτοεξέταση] αυ-το-ε-ξέ-τα-ση ουσ. (θηλ.): εξέταση που κάνει κάποιος στον εαυτό του, συνήθ. από ιατρική άποψη: Η ~ (του στήθους) συμβάλλει στην έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του μαστού. Βλ. (αυτο)ψηλάφηση.|| (ΨΥΧΟΛ.) Αυτογνωσία και ~. [πβ. αγγλ. self-examination]
7909αυτοεξευτελίζομαι[αὐτοεξευτελίζομαι] αυ-το-ε-ξευ-τε-λί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {-στηκε, συνηθέστ. στον ενεστ.}: εξευτελίζω, εκθέτω τον εαυτό μου, ντροπιάζομαι. Πβ. αυτογελοιοποιούμαι, ρεζιλεύομαι.
7910αυτοεξευτελισμός[αὐτοεξευτελισμός] αυ-το-ε-ξευ-τε-λι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτοεξευτελίζομαι: δημόσιος ~. Αυτογελοιοποίηση/διασυρμός και ~.
7911αυτοεξοντώνομαι[αὐτοεξοντώνομαι] αυ-το-ε-ξο-ντώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοεξοντώ-θηκε}: εξοντώνω ο ίδιος τον εαυτό μου.
7912αυτοεξορία[αὐτοεξορία] αυ-το-ε-ξο-ρί-α ουσ. (θηλ.): οικειοθελής φυγή κάποιου από την πατρίδα του, συνήθ. λόγω πολιτικών συνθηκών και πιέσεων: αναγκαστική ~. Τόπος ~ας. Οδηγούμαι/υποχρεώνομαι σε ~. Πβ. εκπατρισμός.
7913αυτοεξορίζομαι[αὐτοεξορίζομαι] αυ-το-ε-ξο-ρί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοεξορί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος}: επιλέγω να απομακρυνθώ από την πατρίδα μου: ~στηκαν εξαιτίας της δικτατορίας. Για να μη συλληφθεί, αναγκάστηκε να ~στεί στην ...
7914αυτοεξόριστος, η, ο [αὐτοεξόριστος] αυ-το-ε-ξό-ρι-στος επίθ./ουσ. {σπάν. στο ουδ.}: που έχει αυτοεξοριστεί: ~ος: διανοούμενος/πολιτικός. Πβ. εμιγκρές. Βλ. πρόσφυγας.
7915αυτοεξυπηρέτηση[αὐτοεξυπηρέτηση] αυ-το-ε-ξυ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτοεξυπηρετούμαι: ~ ασθενούς/ατόμων με κινητικές δυσκολίες/ηλικιωμένων/παιδιών. ~ στις καθημερινές δραστηριότητες. Αδυναμία/(αν)ικανότητα για ~. ~ και ανεξαρτησία/αυτονομία. 2. σύστημα πώλησης προϊόντων ή λειτουργίας εμπορικής επιχείρησης κατά το οποίο οι πελάτες εξυπηρετούνται μόνοι τους: εστιατόρια ~ης. ΣΥΝ. σελφ σέρβις [< 2: αγγλ. self-service, 1913]
7916αυτοεξυπηρετούμαι[αὐτοεξυπηρετοῦμαι] αυ-το-ε-ξυ-πη-ρε-τού-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοεξυπηρετείσαι ...| -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος} 1. φροντίζω τον εαυτό μου και ικανοποιώ τις φυσικές μου ανάγκες, χωρίς τη μεσολάβηση ή τη βοήθεια άλλου: Ο ασθενής δεν είναι σε θέση να ~είται πλήρως. Τα παιδιά με νοητική υστέρηση μαθαίνουν να ~ούνται. Ήταν κατάκοιτη και δεν μπορούσε να ~ηθεί. Μερικώς/μη ~ούμενοι ηλικιωμένοι. 2. (για πελάτη) εξυπηρετούμαι σε εμπορική επιχείρηση χωρίς τη βοήθεια υπαλλήλου.
7917αυτοέπαινος[αὐτοέπαινος] αυ-το-έ-παι-νος ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με αρνητ. συνυποδ.): έπαινος από κάποιον του ίδιου του εαυτού του: Αυτοθαυμασμός/αυτοπροβολή και ~. Εγκώμια και ~οι. Πβ. καυχησιο-, περιαυτο-λογία. [< μτγν. επίθ. αὐτοέπαινος ‘άξιος επαίνου (για το Θεό)’, αγγλ. self-praise]
7918αυτοεπαινούμαι[αὐτοεπαινοῦμαι] αυ-το-ε-παι-νού-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοεπαιν-είσαι ...} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): επαινώ τον εαυτό μου: ~είται για τα κατορθώματά του. Πβ. επαίρομαι, καυχησιο-, περιαυτο-λογώ.
7919αυτοεπιβαλλόμενος, η, ο [αὐτοεπιβαλλόμενος] αυ-το-ε-πι-βαλ-λό-με-νος επίθ.: που επιβάλλει κάποιος στον ίδιο του τον εαυτό: ~ος: περιορισμός. ~η: πίεση. (ΙΑΤΡ.) Σύνδρομο ~ης ασιτίας (= νευρική ανορεξία). [< αγγλ. self-imposed]
7920αυτοεπιβεβαιώνομαι[αὐτοεπιβεβαιώνομαι] αυ-το-ε-πι-βε-βαι-ώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοεπιβεβαιώ-θηκε} 1. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) αναγνωρίζω ο ίδιος την αξία μου ή παρουσιάζομαι ως κάτι σημαντικό: Είναι ανασφαλής και θέλει συνέχεια να ~εται απέναντι στους άλλους. 2. επαληθεύομαι από μόνος μου: Θεωρίες/προφητείες που ~ονται. ΑΝΤ. αυτοαναιρούμαι, αυτοδιαψεύδομαι

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.