Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8800-8820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7921αυτοεπιβεβαίωση[αὐτοεπιβεβαίωση] αυ-το-ε-πι-βε-βαί-ω-ση ουσ. (θηλ.): το να αναγνωρίζει κάποιος τον εαυτό του ως κάτι σημαντικό: ~ και αυτοπραγμάτωση. Αυτοαξιολόγηση και ~ των μαθητών.|| (αρνητ. συνυποδ.) Ναρκισσισμός και ~. ~ μέσω του πλούτου και της κοινωνικής καταξίωσης (βλ. αυτοπροβολή). Εγωκεντρικοί άνθρωποι που έχουν ανάγκη ~ης/που χρειάζονται ~. [< αγγλ. self-confirmation]
7922αυτοεπίγνωσηβλ. αυτεπίγνωση
7923αυτοεπίδειξη[αὐτοεπίδειξη] αυ-το-ε-πί-δει-ξη ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): επίδειξη των ιδιοτήτων, ικανοτήτων του ίδιου του εαυτού: σύνδρομο ~ης. Δεν χάνουν ευκαιρία για δημοσιότητα και ~. Πβ. αυτοπροβολή.
7924αυτοεπιμόρφωση[αὐτοεπιμόρφωση] αυ-το-ε-πι-μόρ-φω-ση ουσ. (θηλ.): επιμόρφωση που αποκτά κάποιος από μόνος του: εξ αποστάσεως ~ (βλ. τηλεκπαίδευση). ~ εκπαιδευτικών. Πβ. αυτομόρφωση. Βλ. αυτο-διδασκαλία, -εκπαίδευση. [< γαλλ. autoformation, 1971]
7925αυτοερεθισμός[αὐτοερεθισμός] αυ-το-ε-ρε-θι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. αυτοϊκανοποίηση. 2. ΨΥΧΟΛ. χρήση ερεθίσματος για να προκαλέσει κάποιος ορισμένη ψυχική ή σωματική αντίδραση στον εαυτό του: ενδοκρανιακός ~ (: με ηλεκτρική διέγερση κέντρων του εγκεφάλου για τη δημιουργία αισθήματος ευχαρίστησης). [< 2: αγγλ. self-stimulation, 1947]
7926αυτοερωτισμός[αὐτοερωτισμός] αυ-το-ε-ρω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. σεξουαλική αυτοϊκανοποίηση. Πβ. αυνανισμός. 2. (μτφ.) υπερβολική αυταρέσκεια, ναρκισσισμός. Πβ. αυτοθαυμασμός. [< γαλλ. autoérotisme, 1913, αγγλ. autoeroti(ci)sm]
7927αυτοθαυμάζομαι[αὐτοθαυμάζομαι] αυ-το-θαυ-μά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {στον ενεστ.} (αρνητ. συνυποδ.): αισθάνομαι θαυμασμό για τον εαυτό μου: ~ στον καθρέφτη. ~εται για τις επιτυχίες του. ~ονται και καμαρώνουν. ΣΥΝ. ναρκισσεύομαι
7928αυτοθαυμασμός[αὐτοθαυμασμός] αυ-το-θαυ-μα-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): θαυμασμός που νιώθει κάποιος για τον εαυτό του: (εμφατ.) ~ και αυταρέσκεια. Μιλά με αλαζονεία και υπέρμετρο ~ό. ΣΥΝ. ναρκισσισμός (1)
7929αυτοθεραπεία[αὐτοθεραπεία] αυ-το-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): θεραπεία του ασθενή με δικά του μέσα, χωρίς ιατρική επίβλεψη, ειδικότ. με χρήση φαρμάκων που διατίθενται χωρίς συνταγή γιατρού: αυτοδιάγνωση και ~. Η ~ στην εναλλακτική ιατρική. Βλ. αυτοΐαση, -θεραπεία, μη συνταγογραφούμενα φάρμακα. [< γαλλ. automédication, 1966, πβ. αγγλ. autotherapy, 1933]
7930αυτοθεραπεύομαι[αὐτοθεραπεύομαι] αυ-το-θε-ρα-πεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {-τηκε (λόγ.) -θηκε, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: θεραπεύομαι από μόνος μου, χωρίς ιατρική παρέμβαση: Η ηπατίτιδα Α ~εται, χωρίς να προκαλεί χρόνια νόσο. ~τηκε από τον ιό.
7931αυτοθέσμιση[αὐτοθέσμιση] αυ-το-θέ-σμι-ση ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. η δυνατότητα των πολιτών να θεσπίζουν οι ίδιοι τους νόμους και να διαµορφώνουν τους θεσµούς της Πολιτείας στην οποία ανήκουν: πολιτειακή ~. ~ της κοινωνίας. Το δημοκρατικό δικαίωμα της ~ης. Πβ. αυτο-νόμηση, -νομία. Βλ. ετερονομία.
7932αυτόθι[αὐτόθι ] αυ-τό-θι επίρρ. (αρχαιοπρ.): ως παραπομπή στην ίδια πηγή (έργο, σελίδα, παράγραφο, χωρίο) που προαναφέρθηκε (συντομ. αυτ. κ. λατ. ibid.): ~, σ. 339. Βλ. -θι. ΣΥΝ. ένθα ανωτέρω, όπου παραπάνω [< αρχ. αὐτόθι]
7933αυτοθυσία[αὐτοθυσία] αυ-το-θυ-σί-α ουσ. (θηλ.): εκούσια και ανιδιοτελής προσφορά ενός ατόμου προς όφελος κάποιου άλλου ή του συνόλου: ηρωική ~. Παράδειγμα/πνεύμα/σύμβολο ~ας. Αλτρουισμός μέχρι(ς) ~ας. Επέδειξαν γενναιότητα και ~. Πολέμησαν με ~ (βλ. πατριωτισμός). ΣΥΝ. αυταπάρνηση, εθελοθυσία [< μεσν. αυτοθυσία]
7934αυτοθυσιάζομαι[αὐτοθυσιάζομαι] αυ-το-θυ-σι-ά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοθυσιά-στηκε, -στεί}: θυσιάζομαι συνειδητά προς όφελος άλλου ή άλλων: ~στηκαν στον πόλεμο για την ελευθερία της πατρίδας τους.
7935αυτοΐαση[αὐτοΐαση] αυ-το-ΐ-α-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αποκατάσταση της υγείας με μέσα του ίδιου του οργανισμού, χωρίς εξωτερική θεραπευτική παρέμβαση. Βλ. αυτοθεραπεία.
7936αυτοϊάται[αὐτοϊᾶται] αυ-το-ϊ-ά-ται ρ. (αμτβ.) {αυτοϊ-ώνται, -αθεί}: ΙΑΤΡ. (κυρ. για νόσο που) γιατρεύεται από τον ίδιο τον οργανισμό, χωρίς εξωτερική θεραπευτική παρέμβαση ή φαρμακευτική αγωγή: Καλοήθης πάθηση/λοίμωξη που ~.
7937αυτοϊκανοποίηση[αὐτοϊκανοποίηση] αυ-το-ϊ-κα-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): αυνανισμός. Πβ. αυτοερωτισμός. ΣΥΝ. αυτοερεθισμός (1) [< αγγλ. self-satisfaction]
7938αυτοϊκανοποιούμαι[αὐτοϊκανοποιοῦμαι] αυ-το-ϊ-κα-νο-ποι-ού-μαι ρ. (αμτβ.): αυνανίζομαι.
7939αυτοκαθαρίζομαι[αὐτοκαθαρίζομαι] αυ-το-κα-θα-ρί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοκαθαρί-στηκε, αυτοκαθαριζ-όμενος}: καθαρίζομαι από μόνος μου ή συνηθέστ. αυτόματα: Οι γάτες γλείφουν το τρίχωμά τους και ~ονται. Η θάλασσα έχει τη δυνατότητα να ~εται. ~όμενος: φούρνος. ~όμενη: αντλία. ~όμενο: φίλτρο.
7940αυτοκαθαρισμός[αὐτοκαθαρισμός] αυ-το-κα-θα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτοκαθαρίζομαι: πυρολυτικός ~. Ανανέωση των υδάτων και ~. Σύστημα ~ού. Η έκκριση σάλιου συντελεί στον φυσικό ~ό των δοντιών. ΣΥΝ. αυτοκάθαρση (2) [< αγγλ. self-clean(s)ing, 1911]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.