Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8820-8840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
7941αυτοκάθαρση[αὐτοκάθαρση] αυ-το-κά-θαρ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) εξάλειψη της διαφθοράς με ίδια μέσα, χωρίς εξωτερική επέμβαση: εξυγίανση και ~. 2. αυτοκαθαρισμός: ~ θαλασσών/του οργανισμού. [< 1: μτγν. αὐτοκάθαρσις]
7942αυτοκαθορισμός[αὐτοκαθορισμός] αυ-το-κα-θο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): το να θέτει κάποιος από μόνος του τους όρους ύπαρξής του: ατομικός/εθνικός/πολιτικός/συλλογικός ~ (πβ. αυτοδιάθεση). ~ και αυτοπραγμάτωση. Δικαίωμα/ελευθερία ~ού της προσωπικότητας. ΣΥΝ. αυτοπροσδιορισμός (1) ΑΝΤ. ετεροκαθορισμός [< αγγλ. self-determination, γαλλ. autodétermination, 1955]
7943αυτοκαλάθι[αὐτοκαλάθι] αυ-το-κα-λά-θι ουσ. (ουδ.): ΑΘΛ. καλάθι που σημειώνει κατά λάθος ένας μπασκετμπολίστας σε βάρος της ομάδας του: Έβαλε ~. Βλ. αυτογκόλ.
7944αυτοκαλλιέργεια[αὐτοκαλλιέργεια ] αυ-το-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) ψυχοπνευματική καλλιέργεια που αποκτά κάποιος από μόνος του. Πβ. αυτομόρφωση. 2. ΝΟΜ. (σπάν.) καλλιέργεια γεωργικής έκτασης από αυτόν που έχει την κυριότητά της. Βλ. -καλλιέργεια. [< 1: αγγλ. self-culture]
7945αυτοκαταδίκη[αὐτοκαταδίκη] αυ-το-κα-τα-δί-κη ουσ. (θηλ.): το να καταδικάζει κάποιος τον εαυτό του. Βλ. αυτο-καταστροφή, -τιμωρία. [< γαλλ. auto-condamnation]
7946αυτοκατάλυση[αὐτοκατάλυση] αυ-το-κα-τά-λυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αυτοδιάλυση, αυτοκατάργηση: ~ της δημοκρατίας. 2. ΧΗΜ. κατάλυση μιας αντίδρασης από στοιχείο που παράγεται κατά τη διάρκειά της. [< 2: γαλλ. autocatalyse, 1904]
7947αυτοκατανάλωση[αὐτοκατανάλωση] αυ-το-κα-τα-νά-λω-ση ουσ. (θηλ.): κατανάλωση προϊόντων από όσους τα παράγουν: διατροφική ~. Βλ. αυτάρκεια. [< γαλλ. autoconsommation, 1952]
7948αυτοκατάργηση[αὐτοκατάργηση] αυ-το-κα-τάρ-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. παύση της ισχύος ή της λειτουργίας θεσμικού οργάνου ή φορέα με απόφαση των μελών του: ~ της επιτροπής/του συλλόγου/του συμβουλίου. Πβ. αυτοδιάλυση. ΣΥΝ. αυτοακύρωση 2. το να καταργείται κάτι από μόνο του: ~ ενός σκοπού. Πβ. αυτο-ακύρωση, -κατάλυση.
7949αυτοκαταργούμαι[αὐτοκαταργοῦμαι] αυ-το-κα-ταρ-γού-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοκαταργείται ... | -ήθηκε, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: καταργούμαι από μόνος μου: Η Συνέλευση ~ήθηκε. ΣΥΝ. αυτοακυρώνομαι, αυτοαναιρούμαι, αυτοδιαλύομαι
7950αυτοκαταστρέφομαι[αὐτοκαταστρέφομαι] αυ-το-κα-τα-στρέ-φο-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοκαταστράφ-ηκε}: καταστρέφομαι από μόνος μου: Έβλεπαν το παιδί τους να ~εται. Το διαστημικό σκάφος είναι προγραμματισμένο να ~εί. ~όμενο: άστρο.
7951αυτοκαταστροφή[αὐτοκαταστροφή] αυ-το-κα-τα-στρο-φή ουσ. (θηλ.): το να οδηγείται κάποιος ή κάτι από μόνο(ς) του στην (υλική ή ηθική) καταστροφή: διάθεση/κίνδυνος/μανία/μηχανισμός/σύστημα/τάσεις ~ής. ~ των κυττάρων που έχουν γενετική βλάβη. Πβ. αυτοεξόντωση. ΑΝΤ. αυτοσυντήρηση [< γερμ. Selbstvernichtung]
7952αυτοκαταστροφικός, ή, ό [αὐτοκαταστροφικός] αυ-το-κα-τα-στρο-φι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην αυτοκαταστροφή: ~ός: χαρακτήρας. ~ή: μανία/συμπεριφορά. ~ό: πάθος. ~ές: πράξεις/σκέψεις/τάσεις. ● επίρρ.: αυτοκαταστροφικά
7953αυτοκαταστροφικότητα[αὐτοκαταστροφικότητα] αυ-το-κα-τα-στρο-φι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αυτοκαταστροφικού· αυτοκαταστροφή: εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες και ~. Βλ. αυτοκτονικότητα.
7954αυτοκατευθυνόμενος, η, ο [αὐτοκατευθυνόμενος] αυ-το-κα-τευ-θυ-νό-με-νος επίθ.: που κινείται ή συντελείται αυτόματα, χωρίς εξωτερική καθοδήγηση: ~η: μάθηση (πβ. αυτο-διδασκαλία, -εκπαίδευση).|| (ΑΕΡΟΝ.) ~ος: πύραυλος (= αυτοπροωθούμενος). ~η: τορπίλη. ~ο: βλήμα/όχημα (= αυτοκινούμενο). Βλ. τηλεκατευθυνόμενος. [< γαλλ. autoguidé, 1949, autodirecteur, 1976]
7955αυτοκατηγορία[αὐτοκατηγορία] αυ-το-κα-τη-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) αυτοκατηγόρια: το να κατηγορεί κάποιος τον εαυτό του: ~ και αυτοκαταδίκη. ~ για προηγούμενες λανθασμένες επιλογές. Αισθήματα ενοχής και ~ες. Βλ. αυτοτιμωρία. [< γαλλ. autoaccusation, 1900]
7956αυτόκαυστο[αὐτόκαυστο] αυ-τό-καυ-στο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή αποστείρωσης που κλείνει ερμητικά, διατηρώντας υψηλές θερμοκρασίες και πιέσεις: απολύμανση οδοντιατρικών εργαλείων σε/με ~.|| (ως επίθ.) ~ος: κλίβανος. ΣΥΝ. αυτόκλειστο [< μεσν. αυτόκαυστος 'που έχει καεί από μόνος του', γαλλ.-αγγλ. autoclave]
7957αυτοκεφαλία[αὐτοκεφαλία] αυ-το-κε-φα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. αυτοκέφαλο. [< μεσν. αυτοκεφαλία]
7958αυτοκέφαλος, ος/η, ο [αὐτοκέφαλος] αυ-το-κέ-φα-λος επίθ. 1. ΕΚΚΛΗΣ. (για τοπική, εθνική Εκκλησία) στην οποία έχει παραχωρηθεί διοικητική αυτονομία: ~η: αρχιεπισκοπή. Πβ. αυτοδιοίκητος. 2. (κατ' επέκτ.) ανεξάρτητος, αυτόνομος: ~ο: όργανο. Αυτεξούσιος και ~. Βλ. -κέφαλος. ● Ουσ.: αυτοκέφαλο (το) {-ου (λόγ.) -άλου} 1. αυτοδιοίκηση μιας τοπικής Εκκλησίας: Αίρεται/αναγνωρίσθηκε το ~ της Εκκλησίας της ... ΣΥΝ. αυτοκεφαλία 2. (κατ' επέκτ.-σπάν.) ανεξαρτησία, αυτονομία: Ζητούν το ~ της περιοχής τους. [< μτγν. αὐτοκέφαλος]
7959αυτοκίνηση[αὐτοκίνηση] αυ-το-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. κίνηση που γίνεται με τεχνολογικά μέσα, αυτόματα, ειδικότ. που σχετίζεται με το αυτοκίνητο: αγωνιστική ~ (πβ. ράλι)/οικολογική ~. Εναλλακτικές μορφές/τεχνολογία ~ης. 2. ΦΙΛΟΣ. αυτόματη κίνηση: ~ της ιδέας/της ύλης. [< 1: αγγλ. autokinesis, 1949 2: μτγν. αὐτοκίνησις]
7960αυτοκινητάκι[αὐτοκινητάκι] αυ-το-κι-νη-τά-κι ουσ. (ουδ.) (υποκ.) 1. μικρό αυτοκίνητο: τρίκυκλο ~. ~ του γκολφ. Βενζινοκίνητα ~α (βλ. καρτ). 2. μινιατούρα αυτοκινήτου ως παιχνίδι ή συλλεκτικό αντικείμενο: κουρδιστό/μεταλλικό/πλαστικό/τηλεκατευθυνόμενο ~. ● ΣΥΜΠΛ.: συγκρουόμενα (αυτοκινητάκια) βλ. συγκρούομαι

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.