| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 7961 | αυτοκινητάμαξα | [αὐτοκινητάμαξα] αυ-το-κι-νη-τά-μα-ξα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σιδηροδρομικό όχημα. Βλ. βαγόνι, επιβατ-, ηλεκτρ-άμαξα. ΣΥΝ. οτομοτρίς [< γαλλ. automotrice] | |
| 7962 | αυτοκινητιστής | [αὐτοκινητιστής] αυ-το-κι-νη-τι-στής ουσ. (αρσ.) (επίσ.) 1. επαγγελματίας οδηγός ή και κάτοχος οχήματος δημόσιας χρήσης: ~ές ταξί. 2. (κατ' επέκτ.-κυρ. παλαιότ.) οδηγός αυτοκινήτου. [< γαλλ. automobiliste, 1897, ιταλ. automobilista, 1899] | |
| 7963 | αυτοκινητιστικός | , ή, ό [αὐτοκινητιστικός] αυ-το-κι-νη-τι-στι-κός επίθ. & αυτοκινητικός: που σχετίζεται με τον αυτοκινητιστή ή καταχρ. το αυτοκίνητο: ~ός: όμιλος. ~οί: αγώνες (= ράλι). Δελτίο ~ής Εξυπηρέτησης. ● Ουσ.: αυτοκινητιστικό (ατύχημα/δυστύχημα): που γίνεται με ή προκαλείται από αυτοκίνητο: Σκοτώθηκε σε ~ (= τροχαίο). [< μτγν. αὐτοκινητικός 'που κινείται μόνος του', γαλλ.-αγγλ. automobile] | |
| 7964 | αυτοκίνητο | [αὐτοκίνητο] αυ-το-κί-νη-το ουσ. (ουδ.) {αυτοκινήτ-ου | -ων}: όχημα με τέσσερις συνήθ. τροχούς που κινείται με δικό του κινητήρα: αγροτικό/αγωνιστικό (= ~ αγώνων)/αθλητικό/αναπηρικό/αστυνομικό (πβ. περιπολικό)/γρήγορο/διθέσιο/επαγγελματικό/επιβατικό (βλ. χάτσμπακ)/ευκολοδήγητο/κάμπριο/μεταχειρισμένο/νοσοκομειακό (πβ. ασθενοφόρο)/οικολογικό (/καθαρό/πράσινο)/πεντάπορτο/πετρελαιοκίνητο/πολυτελές/σπορ/στρατιωτικό/συμβατικό/(τε)θωρακισμένο/τετραθέσιο/τετρακίνητο (πβ. τζιπ)/υβριδικό/φορτηγό (βλ. καμιόνι) ~. Αγώνες (πβ. ράλι)/άδεια/αριθμός κυκλοφορίας/αμάξωμα/ανάρτηση/αξεσουάρ/ασφάλεια/έκθεση (πβ. σαλόνι)/ενοικίαση/ζώνη ασφαλείας/λέσχη/μάρκα/μοντέλο/μπαταρία του/σέρβις/συναγερμός(= αντικλεπτικό)/σχάρα του/τύπος/φρένα του/φώτα του ~ου. Ανταλλακτικά/αντιπροσωπεία/συνεργείο ~ων. Βιομηχανία ~ων (= αυτοκινητοβιομηχανία). ~ δημόσιας/ιδιωτικής χρήσης (= γιωταχί). ~ μεταφοράς εμπορευμάτων/επιβατών/φορτίου. ~α-αντίκες. ~α μεγάλου/μικρού κυβισμού. Οδηγώ/παρκάρω/τρακάρω το ~. Ταξιδεύει/τρέχει με το ~. Εκούσια ακινησία ~ου. Ευρωπαϊκή Ημέρα Χωρίς Αυτοκίνητο (: 22 Σεπτεμβρίου). Πβ. τροχοφόρο. Βλ. αυτοκινητάκι. ΣΥΝ. αμάξι ● Μεγεθ.: αυτοκινητάρα (η) (προφ.): μεγάλο, πολυτελές και συνήθ. υψηλού κυβισμού αυτοκίνητο. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματο αυτοκίνητο βλ. αυτόματος, ηλεκτρικό αυτοκίνητο βλ. ηλεκτρικός ● ΦΡ.: αυτοκίνητο δύο όγκων: ΤΕΧΝΟΛ. χάτσμπακ., αυτοκίνητο τριών όγκων: τύπος αυτοκινήτου που χαρακτηρίζεται από τρία διακριτά μεταξύ τους μέρη, το μπροστινό τμήμα (θέση μηχανής συνήθ.), το πίσω (πορτμπαγκάζ) και την καμπίνα επιβατών: οικογενειακό ~ ~. Πβ. μπερλίνα, σεντάν. Βλ. κουπέ, στέισον βάγκον, χάτσμπακ. [< γαλλ. automobile, περ. 1890] | |
| 7965 | αυτοκινητοβιομηχανία | [αὐτοκινητοβιομηχανία] αυ-το-κι-νη-το-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανική παραγωγή αυτοκινήτων και ειδικότ. το εργοστάσιο, ο χώρος παραγωγής αυτοκινήτων, κινητήρων και αμαξωμάτων. Βλ. -βιομηχανία. [< γαλλ. industrie automobile] | |
| 7966 | αυτοκινητοδρομία | [αὐτοκινητοδρομία] αυ-το-κι-νη-το-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-επίσ.): αγώνας αυτοκινήτων. Βλ. -δρομία, μηχανοκίνητος αθλητισμός, φόρμουλα. ΣΥΝ. ράλι (1) [< γαλλ. course automobile] | |
| 7967 | αυτοκινητοδρόμιο | [αὐτοκινητοδρόμιο] αυ-το-κι-νη-το-δρό-μι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): πίστα αγώνων ταχύτητας ή δοκιμής αυτοκινήτων και μοτοσικλετών. Βλ. -δρόμιο. [< γαλλ. autodrome, 1900] | |
| 7968 | αυτοκινητόδρομος | [αὐτοκινητόδρομος] αυ-το-κι-νη-τό-δρο-μος ουσ. (αρσ.): μεγάλος και πλατύς δρόμος με χωριστά για κάθε κατεύθυνση οδοστρώματα, χωρίς ισόπεδες διασταυρώσεις και με δύο ή περισσότερες λωρίδες σε κάθε ρεύμα για την ταχύτερη κυκλοφορία των οχημάτων: αστικός/εθνικός/περιφερειακός ~. ~ με διόδια/λωρίδα έκτακτης ανάγκης. Σύγχρονοι ~οι με διαχωριστική νησίδα. Βλ. -δρομος, εθνική οδός, οδός ταχείας κυκλοφορίας. ● ΣΥΜΠΛ.: κλειστός αυτοκινητόδρομος βλ. κλειστός [< γαλλ. autoroute, 1927, γερμ. Autobahn] | |
| 7969 | αυτοκινητοπομπή | [αὐτοκινητοπομπή] αυ-το-κι-νη-το-πο-μπή ουσ. (θηλ.): πομπή αυτοκινήτων: στρατιωτική ~. ~ των δυνάμεων ασφαλείας. ~ με διεθνή ανθρωπιστική βοήθεια/τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης. Επίθεση κατά ~ής. Βλ. οχηματοπομπή. | |
| 7970 | αυτοκινούμενος | , η, ο [αὐτοκινούμενος] αυ-το-κι-νού-με-νος επίθ. & αυτοκίνητος 1. που κινείται από μόνος του: ~ος: γερανός. ~η: μηχανή. ~ο: ρομπότ. ~ες: σκάλες (= αυτόματες). Τροχόσπιτα ~α ή ρυμουλκούμενα. Βλ. αυτο-κατευθυνόμενος, -προωθούμενος. 2. που βρίσκεται σε αυτοκινούμενο όχημα ή μεταφέρεται από αυτό: ~η: καντίνα. ~η μονάδα του Kέντρου Eιδικών Λοιμώξεων. ~ο συνεργείο εξωτερικών μεταδόσεων. [< γαλλ. automobile] | |
| 7971 | αυτόκλειστο | [αὐτόκλειστο] αυ-τό-κλει-στο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. αυτόκαυστο. | |
| 7972 | αυτόκλητος | , η, ο [αὐτόκλητος] αυ-τό-κλη-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που παρεμβαίνει χωρίς να του έχει ζητηθεί ή συντελείται από μόνος του: (συνήθ. ειρων.) ~ος: συνήγορος/υπερασπιστής. ~οι: εισαγγελείς/προστάτες/σωτήρες. Πβ. ακάλεστος, απρόσκλητος, αυτεπάγγελτος.|| ~ες: κλήσεις (: χωρίς τη συγκατάθεση του καλούμενου). ● επίρρ.: αυτόκλητα & (λόγ.) αυτοκλήτως ● ΣΥΜΠΛ.: ανεπιθύμητη/ενοχλητική (ηλεκτρονική) αλληλογραφία βλ. αλληλογραφία [< αρχ. αὐτόκλητος] | |
| 58816 | Αυτοκλητος τιμωρος | ||
| 50812 | Αυτοκλητος τινωρος | τι-μω-ρός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): αυτός που επιβάλλει τιμωρία: αδίστακτος/αυτόκλητος/σκληρός ~. ~ των αδίκων/εγκλημάτων/κακοποιών. (ως παραθετικό σύνθ.) Θεός/κράτος/νόμος-~.|| (μτφ.) Η Ιστορία δεν συγχωρεί, γίνεται ~ της αλαζονείας/έπαρσης.|| (ως επίθ.) ~ δύναμη. Πβ. εκδικητής. ΑΝΤ. προστάτης (1) [< αρχ. τιμωρός] | |
| 7973 | αυτοκόλλητο | [αὐτοκόλλητο] αυ-το-κόλ-λη-το ουσ. (ουδ.): υλικό, συνήθ. χαρτί, με κολλητική ουσία στη μία όψη, για να επικολλάται σε επιφάνεια: αδιάβροχο/διαδερμικό (πβ. επίθεμα)/προστατευτικό ~. Ανάγλυφα/αρωματισμένα/έγχρωμα ~α. ~α αυτοκινήτου/διπλής όψεως/επιβράβευσης/μιας χρήσης/νικοτίνης. Αφαιρώ/βγάζω/(ξε)κολλάω/τοποθετώ το ~. Ο επιτηρητής καλύπτει τα στοιχεία του εξεταζομένου με (το) ειδικό ~. ΣΥΝ. στίκερ ● Υποκ.: αυτοκολλητάκι [< γαλλ. autocollant, 1971] | |
| 7974 | αυτοκόλλητος | , η, ο [αὐτοκόλλητος] αυ-το-κόλ-λη-τος επίθ. 1. που μπορεί να επικολληθεί σε επιφάνεια: ~ος: επίδεσμος. ~η: ετικέτα/μεμβράνη. ~ο: σήμα. ~α: γράμματα (πβ. λετρασέτ)/σχέδια/υλικά/χαρτάκια. Φάκελος με ~η ταινία. 2. (νεαν. αργκό) (για πρόσ.) που έχει πολύ στενή σχέση με κάποιον: Από την αρχή γίναμε ~οι (= αχώριστοι). Πβ. κολλητός. [< 1: αγγλ. self-sticking, self-adhesive, 1958, γαλλ. autocollant, 1971] | |
| 7975 | αυτοκράτειρα | [αὐτοκράτειρα] αυ-το-κρά-τει-ρα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) αυτοκρατόρισσα 1. γυναίκα ηγεμόνας αυτοκρατορίας ή σύζυγος αυτοκράτορα. Βλ. βασίλισσα, τσαρίνα. 2. (μτφ.) απόλυτη κυρίαρχος σε κάποιον τομέα: Η ομάδα αναδείχτηκε ~ του κόσμου. [< μτγν. αὐτοκράτειρα, μεσν. αυτοκρατόρισσα] | |
| 7976 | αυτοκράτορας | [αὐτοκράτορας] αυ-το-κρά-το-ρας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) αυτοκράτωρ 1. τίτλος μονάρχη: ~ του Βυζαντίου/της Γερμανίας (βλ. κάιζερ)/της Ρωσίας (βλ. τσάρος). Ανακηρύχθηκε/στέφθηκε ~. Πότε ανέβηκε στον θρόνο ο ~ ...; Βλ. βασιλιάς. 2. (μτφ.) απόλυτος κυρίαρχος στον χώρο του: ~ του κόσμου των μίντια/του μπάσκετ/του στίβου. Βλ. -κράτορας, τσάρος. [< μτγν. αὐτοκράτωρ] | |
| 7977 | αυτοκρατορία | [αὐτοκρατορία] αυ-το-κρα-το-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΣΤ. πολιτικό καθεστώς απολυταρχικής διακυβέρνησης στο οποίο ο μονάρχης φέρει τον τίτλο του αυτοκράτορα ή κρατική οντότητα με αυτό το καθεστώς· η εξουσία του αυτοκράτορα και η αντίστοιχη χρονική περίοδος: βρετανική/οθωμανική/ρωμαϊκή/ρωσική ~. Κραταιά/πανίσχυρη/τεράστια ~. Η ~ της Νέας Ρώμης (= το Βυζάντιο). Η ~ διαλύθηκε/εξαπλώθηκε/κατέρρευσε. Βλ. βασιλεία, μοναρχία.|| (κατ' επέκτ. για εκτεταμένο κράτος) Αραβική/περσική ~. Η ~ του M. Aλεξάνδρου/της Κίνας.|| Αμερικανική/αποικιακή/παγκόσμια/(παλαιότ.) σοβιετική ~. Επί ~ας ... 2. (μτφ.) επιχειρηματικός όμιλος με πολύ μεγάλη ισχύ και επιρροή: βιομηχανική/εκδοτική/εμπορική/ναυτιλιακή/οικονομική ~. Πβ. οικονομικός κολοσσός. 3. (μτφ.) κατάσταση στην οποία κάποιος ή κάτι έχει την απόλυτη κυριαρχία: Η ~ του κακού. Πβ. βασίλειο. ● ΣΥΜΠΛ.: Βυζαντινή Αυτοκρατορία βλ. βυζαντινός [< 1: μτγν. αὐτοκρατορία, γαλλ. empire 2,3: αγγλ. empire] | |
| 7978 | αυτοκρατορικός | , ή, ό [αὐτοκρατορικός] αυ-το-κρα-το-ρι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που ταιριάζει ή προσιδιάζει σε αυτοκράτορα και κατ' επέκτ. μεγαλοπρεπής: ~ή: πολυτέλεια/υποδοχή (= μεγαλειώδης). Έγιναν δεκτοί με ~ές τιμές (= βασιλικές). Εκπέμπει έναν ~ό αέρα (πβ. αριστοκρατικό, επιβλητικό).|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ές: ίντριγκες. Ανακοίνωσε την απόφασή του με ~ό ύφος (= αλαζονικό, πβ. ύφος χιλίων καρδιναλίων). 2. που σχετίζεται με τον αυτοκράτορα ή την αυτοκρατορία: ~ός: θεσμός/θρόνος/τίτλος. ~ή: αυλή/εξουσία. ~ό: στέμμα. Βλ. μοναρχικός. 3. (μτφ.) επεκτατικός, ιμπεριαλιστικός: ~ή: πολιτική. ~ές: βλέψεις/φιλοδοξίες. ● επίρρ.: αυτοκρατορικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αυτοκρατορικός πιγκουίνος βλ. πιγκουίνος [< 1,2: μτγν. αὐτοκρατορικός, γαλλ. impérial 3: αγγλ. imperial] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ