| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 7979 | αυτοκριτική | [αὐτοκριτική] αυ-το-κρι-τι-κή ουσ. (θηλ.): κριτική, έλεγχος που ασκεί κάποιος στον εαυτό του: αυστηρή/δημόσια/ειλικρινής/σκληρή ~. Ασκεί/υποβάλλεται σε ~. ● ΦΡ.: κάνω την αυτοκριτική (μου): (συχνά για πολιτικά πρόσ.) αξιολογώ τις πράξεις μου και αναγνωρίζω τις ευθύνες, τα λάθη μου. [< γαλλ. autocritique, αγγλ. self-criticism] | |
| 7980 | αυτοκριτικός | , ή, ό [αὐτοκριτικός] αυ-το-κρι-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην αυτοκριτική ή την ασκεί: ~ός: λόγος. ~ή: ικανότητα/ματιά. ~ό: σχόλιο. Παρουσιάστηκε έντονα ~, σχεδόν απολογητικός. ● επίρρ.: αυτοκριτικά | |
| 7981 | αυτοκτονία | [αὐτοκτονία] αυ-το-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. το να αφαιρεί κάποιος τη ζωή του: μυστηριώδης/ομαδική/τελετουργική (βλ. χαρακίρι) ~. Ομάδες/τάσεις ~ας. Έκανε απόπειρα ~ας. Ο θάνατός του αποδόθηκε/οφείλεται σε ~.|| Υποβοηθούμενη ~. Βλ. απονενοημένο (διάβημα), -κτονία. ΣΥΝ. αυτοχειρία 2. (μτφ.) αυτοκαταστροφική ενέργεια: Θα ήταν πολιτική ~ για την κυβέρνηση αν/να ... Αυτή η απόφαση είναι καθαρή ~. Πβ. αυτοκαταστροφή. ● ΣΥΜΠΛ.: επίθεση/αποστολή αυτοκτονίας & (σπάν.) επιχείρηση αυτοκτονίας: εχθρική ενέργεια εναντίον στρατιωτικού ή πολιτικού στόχου κατά την οποία ο δράστης γνωρίζει ότι το πιθανότερο είναι να σκοτωθεί: βομβιστική/πολύνεκρη ~ ~. ~ ~ από καμικάζι. Εθελοντές/στρατιώτες/τρομοκράτες σε ~ ~.|| (μτφ.) Ο εκτός έδρας αγώνας της ομάδας μοιάζει με αποστολή ~. [< αγγλ. suicide attack] [< μτγν. αυτοκτονία, γαλλ. suicide] | |
| 7982 | αυτοκτονικός | , ή, ό [αὐτοκτονικός] αυ-το-κτο-νι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην αυτοκτονία ή τον αυτόχειρα: ~ή: διάθεση/συμπεριφορά. ~ές: σκέψεις/τάσεις.|| (μτφ.) ~ά: λάθη (= αυτοκαταστροφικά). ● ΣΥΜΠΛ.: αυτοκτονικός ιδεασμός βλ. ιδεασμός [< αγγλ. suicidal, γαλλ. suicidaire] | |
| 7983 | αυτοκτονικότητα | [αὐτοκτονικότητα] αυ-το-κτο-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αυτοκτονική τάση: κατάθλιψη/σχιζοφρένεια και ~. Βλ. αυτοκαταστροφικότητα. Βλ. -ότητα. | |
| 7984 | αυτοκτονώ | [αὐτοκτονῶ] αυ-το-κτο-νώ ρ. (αμτβ.) {αυτοκτον-είς ..., -ώντας | αυτοκτόν-ησε, -ημένος} 1. δίνω τέλος στη ζωή μου: Αποπειράθηκε να ~ήσει. ΣΥΝ. αυτοχειριάζομαι 2. (μτφ.) βλάπτω τον εαυτό μου υλικά ή ηθικά. Βλ. χαντακώνομαι. ΣΥΝ. αυτοκαταστρέφομαι 3. (καταχρ. ως μτβ.) ωθώ κάποιον στην αυτοκτονία: ~ησε ή τον ~ησαν; [< αρχ. αὐτοκτονῶ, γαλλ. (se) suicider] | |
| 7985 | αυτοκυβέρνηση | [αὐτοκυβέρνηση] αυ-το-κυ-βέρ-νη-ση ουσ. (θηλ.): αυτόνομη κυβέρνηση, αυτοδιοίκηση: τοπική ~. Λαϊκή κυριαρχία και ~. Βλ. αυτο-διάθεση, -κυριαρχία. | |
| 7986 | αυτοκυβερνώμαι | [αὐτοκυβερνῶμαι] αυ-το-κυ-βερ-νώ-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοκυβερν-άται, -ώμενος | -ηθεί} & (προφ.) αυτοκυβερνιέμαι: έχω διοικητική αυτοτέλεια, αυτονομία: Το δικαίωμα κάθε κράτους να ~άται. Βλ. αυτοδιοικούμαι.|| (μτφ.) Η αγωγή πρέπει να διαμορφώνει ανθρώπους ικανούς να ~ώνται. Πβ. αυτονομούμαι.Ι | |
| 7987 | αυτοκυριαρχία | [αὐτοκυριαρχία] αυ-το-κυ-ρι-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. δύναμη να επιβάλλεται κάποιος στον εαυτό του: απόλυτη ~. Αυτοπειθαρχία/ψυχραιμία και ~. Έλλειψη ~ας. Η εγκράτεια είναι ζήτημα ~ας. Διαθέτω/επιδεικνύω/έχω ~. Ανακτώ/διατηρώ/χάνω την ~ μου. ΣΥΝ. αυτοέλεγχος (1), αυτοσυγκράτηση 2. αυτοδιάθεση, αυτονομία: δικαίωμα/καθεστώς ~ας. Βλ. αυτοδυναμία, αυτεξουσιότητα. | |
| 7988 | αυτολεξεί | [αὐτολεξεί] αυ-το-λε-ξεί επίρρ. (λόγ.): με τα ίδια ακριβώς λόγια, λέξη προς λέξη: Επαναλαμβάνω/μεταφέρω/παραθέτω κάτι (π.χ. απόψεις/χωρία) ~ (= αυτούσια). Στο κείμενό του αναφέρονται ~ τα εξής. Βλ. -εί. ΣΥΝ. επί λέξει [< μτγν. αὐτολεξεί] | |
| 7989 | αυτολογοκρίνομαι | [αὐτολογοκρίνομαι] αυ-το-λο-γο-κρί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {-θηκα, συνήθ. στο γ' πρόσ. | (σπάν. ενεργ. φωνή)}: λογοκρίνω τον εαυτό μου: Δημοσιογράφοι που δέχονται πιέσεις και ~ονται. ~όμενος: ποιητής.|| ~ω τη σκέψη μου. [< αγγλ. self-censor, γαλλ. s' autocensurer]Ι | |
| 7990 | αυτολογοκρισία | [αὐτολογοκρισία] αυ-το-λο-γο-κρι-σί-α ουσ. (θηλ.): αυτοπεριορισμός της ελευθερίας έκφρασης: προληπτική/(μη) συνειδητή ~. Εξαναγκάζομαι/υποχρεώνομαι σε ~. [< αγγλ. self-censorship, 1950, γαλλ. autocensure, περ. 1960] | |
| 7991 | αυτόλογος | , ος/η, ο [αὐτόλογος] αυ-τό-λο-γος επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που λαμβάνεται από έναν οργανισμό και χορηγείται στον ίδιο: ~η: μετάγγιση (= ~η προκατάθεση αίματος, πβ. αυτομετάγγιση). ~ο: μόσχευμα. ~α: (βλαστο)κύτταρα. Ενέσεις ~ου λίπους για το γέμισμα των ρυτίδων. ~η μεταμόσχευση μυελού των οστών (πβ. αυτομεταμόσχευση). Πβ. αυτογενής. Βλ. -λογος. ΑΝΤ. αλλογενής (2), ετερόλογος [< πβ. μτγν. ουσ. αὐτόλογος 'ο λόγος του Θεού', αγγλ. autologous, 1921] | |
| 7992 | αυτολύπηση | [αὐτολύπηση] αυ-το-λύ-πη-ση ουσ. (θηλ.): οίκτος που νιώθει κάποιος για τον εαυτό του: απελπισία/μιζέρια και ~. Αίσθημα παραίτησης και ~ης. Βυθίστηκε/εγκλωβίστηκε στην ~. Βλ. ηττοπάθεια. | |
| 7993 | αυτόλυση | [αὐτόλυση] αυ-τό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. καταστροφή των κυττάρων ενός ιστού από τα λυτικά τους ένζυμα. [< γαλλ. αγγλ. autolysis, 1900, autolyse, 1903] | |
| 7994 | αυτομασάζ | [αὐτομασάζ] αυ-το-μα-σάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μασάζ που κάνει κάποιος στον εαυτό του: λεμφικό ~. ~ προσώπου. Τεχνικές ~. | |
| 7995 | αυτομαστιγώνομαι | [αὐτομαστιγώνομαι] αυ-το-μα-στι-γώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.): μαστιγώνω τον εαυτό μου και (συνήθ. κατ' επέκτ.) τον τιμωρώ, κυρ. ψυχολογικά, φορτώνοντάς τον με ενοχές: ~εται μπροστά στο πλήθος σε ένδειξη διαμαρτυρίας.|| Σταμάτα να ~εσαι και κάνε κάτι για το πρόβλημά σου! | |
| 7996 | αυτοματική | [αὐτοματική] αυ-το-μα-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. επιστημονικός και τεχνολογικός κλάδος που ασχολείται με τη σχεδίαση, μελέτη και χρήση αυτόματων συσκευών και συστημάτων: ~ και ηλεκτρονική/πληροφορική/ρομποτική. Βλ. αυτοματισμός. [< γαλλ. automatique] | |
| 7997 | αυτοματικός | , ή, ό [αὐτοματικός] αυ-το-μα-τι-κός επίθ. 1. που συντελείται από μόνος του, αυτόματα: ~ή: αντίδραση (= ασυναίσθητη, ενστικτώδης)/λειτουργία. ~ές: πράξεις (= μηχανικές). 2. ΙΑΤΡ. (σπάν.) που ενεργοποιείται από μόνος του: ~ό: κέντρο. ● επίρρ.: αυτοματικά: στη σημ. 1. [< γαλλ. automatique] | |
| 7999 | αυτόματο | [αὐτόματο] αυ-τό-μα-το ουσ. (ουδ.) {αυτομάτ-ου} 1. ΤΕΧΝΟΛ. πυροβόλο που οπλίζεται ξανά μόνο του και μπορεί να βάλλει περισσότερες από μία φορές. 2. ΤΕΧΝΟΛ. κάθε κατασκευή που εκτελεί ορισμένες λειτουργίες από μόνη της βάσει συγκεκριμένης ακολουθίας εντολών ή ειδικότ. μηχανή που μιμείται ζωντανό οργανισμό: (μτφ., για πρόσ.) Κινείται μηχανικά σαν ρομπότ ή ~. 3. ΠΛΗΡΟΦ. πραγματική ή φανταστική μηχανή, η ανταπόκριση της οποίας σε όλα τα εισερχόμενα δεδομένα καθορίζεται από ένα σύνολο κανόνων: ντετερμινιστικό/πεπερασμένο ~. Θεωρία (τυπικών) γλωσσών/υπολογισμών και ~ων. [< 1: αγγλ. automatic (weapon), 1902, 2: αρχ. αὐτόματα, γαλλ. automate 3: αγγλ. automaton, 1951] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ