Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8880-8900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8000αυτοματοποιημένος, η, ο [αὐτοματοποιημένος] αυ-το-μα-το-ποι-η-μέ-νος επίθ.: που εκτελείται αυτόματα με μηχανικό ή ψηφιακό σύστημα: ~ος: έλεγχος/κατάλογος βιβλιοθήκης (= ηλεκτρονικός). ~η: διδασκαλία (: μέσω ηλεκτρονικού δικτύου)/σχεδίαση. ~ο: σύστημα εξετάσεων.|| (μτφ.) Ο σύγχρονος και ~ τρόπος ζωής δημιουργεί άγχος. Πβ. τυποποιημένος. ● επίρρ.: αυτοματοποιημένα ● βλ. αυτοματοποιώ [< αγγλ. automatized, γαλλ. automatisé]
8001αυτοματοποίηση[αὐτοματοποίηση] αυ-το-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): χρήση αυτόματων μηχανών για την εκτέλεση ενός έργου· ειδικότ. μετατροπή μηχανισμού ή εγκατάστασης, ώστε να λειτουργεί αυτόματα, βάσει ακολουθίας εντολών: βιομηχανική/πλήρης ~. ~ ελέγχου/πωλήσεων/συναλλαγών. ~ και αύξηση αποδοτικότητας/μηχανοργάνωση/τεχνολογική ανεργία/τυποποίηση.|| ~ βιβλιοθήκης/γραφείου/χώρων στάθμευσης. Πβ. αυτοματισμός, μηχανο-, ρομποτο-ποίηση. [< αγγλ. automatization, 1924, γαλλ. automatisation]
8002αυτοματοποιώ[αὐτοματοποιῶ] αυ-το-μα-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αυτοματοποι-εί, -ώντας | αυτοματοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: χρησιμοποιώ μηχανές για την εκτέλεση ενός έργου ή μετατρέπω μια λειτουργία σε αυτόματη: Σύστημα που ~εί τη διαδικασία παραγωγής. Το δίκτυο άρδευσης ~ήθηκε. Βλ. -ποιώ. ● Παθ.: αυτοματοποιείται: γίνεται χωρίς σκέψη, μηχανικά: Με την άσκηση οι κινήσεις των αθλητών ~ούνται. ● βλ. αυτοματοποιημένος [< αγγλ. automatize, γαλλ. automatiser]
8003αυτόματος, η, ο [αὐτόματος] αυ-τό-μα-τος επίθ. 1. που γίνεται ή λειτουργεί μηχανικά, χωρίς άμεση ανθρώπινη παρέμβαση: ~ος: διακόπτης/έλεγχος (κειμένου)/(ΠΛΗΡΟΦ.) εντοπισμός γλώσσας/κλιματισμός/μετεωρολογικός σταθμός/μηχανισμός/υπολογισμός/φωτισμός. ~η: αναζήτηση/ανανέωση (λογισμικού, χρόνου ομιλίας)/δημιουργία/διαδικασία/διόρθωση/εγκατάσταση/ειδοποίηση/έκδοση/εκτύπωση/εστίαση/καταχώριση/κλήση (στο ίντερνετ)/μεταφορά (δεδομένων). ~ο: πότισμα. ~οι: ρυθμιστές (υγρασίας). Βλ. ημι~, υπερ~, χειροκίνητος. 2. που συμβαίνει χωρίς καθυστέρηση: ~η: ενημέρωση/εξόφληση/εξυπηρέτηση/μείωση/μετατροπή. Πβ. άμεσος. 3. που γίνεται ασυνείδητα: ~ος: συνειρμός. ~ες: κινήσεις. ~α: αντανακλαστικά. Πβ. ακούσιος, ασυναίσθητος, μηχανικός. Βλ. εκούσιος, συνειδητός. ● επίρρ.: αυτόματα & (λόγ.) αυτομάτως 1. χωρίς την επέμβαση εξωτερικού παράγοντα, με αυτόματο τρόπο: Η σύνδεση γίνεται ~. Η μηχανή ανάβει/ανοίγει/κλείνει/σβήνει ~. Το σύστημα (απ)ενεργοποιείται/λειτουργεί ~. 2. αμέσως, πάραυτα: Η υλοποίηση του έργου επιφέρει ~ και τη λύση της σύμβασης έργου. 3. χωρίς σκέψη, ασυναίσθητα, μηχανικά: Εξέφρασε ~ την προτίμησή του. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματο αυτοκίνητο: ΤΕΧΝΟΛ. αυτοκίνητο χωρίς συμπλέκτη, στο οποίο οι ταχύτητες αλλάζουν αυτόματα ανάλογα με την ταχύτητα που αναπτύσσεται., αυτόματη ανάφλεξη βλ. ανάφλεξη, αυτόματη γραφή βλ. γραφή, αυτόματη έκτρωση βλ. έκτρωση, αυτόματη μετάδοση βλ. μετάδοση, αυτόματη μετάφραση βλ. μετάφραση, Αυτόματη Ταμειολογιστική/Ταμειακή Μηχανή βλ. μηχανή, αυτόματο διαζύγιο βλ. διαζύγιο, αυτόματος μεταφραστής βλ. μεταφραστής, μεταφράστρια, αυτόματος πιλότος βλ. πιλότος, αυτόματος πωλητής βλ. πωλητής, πωλήτρια, αυτόματος τηλεφωνητής βλ. τηλεφωνητής, τηλεφωνήτρια, φόρος αυτόματου υπερτιμήματος βλ. φόρος [< αρχ. αὐτόματος, γαλλ. automatique, αγγλ. automatic]
8004αυτόμελο[αὐτόμελο] αυ-τό-με-λο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. τροπάριο που αποτελεί μουσικό και μετρικό πρότυπο για τα άλλα, τα προσόμοια: ~α και ειρμοί. Βλ. -μελο.|| (ως επίθ.) ~α: στιχηρά. Βλ. -μελο. ΑΝΤ. ιδιόμελο [< μεσν. αυτόμελον]
8005αυτομετάγγιση[αὐτομετάγγιση] αυ-το-με-τάγ-γι-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μετάγγιση συντηρημένου αίματος ή προϊόντων του με δότη και αποδέκτη το ίδιο άτομο· αυτόλογη μετάγγιση: διεγχειρητική/μετεγχειρητική ~. [< γαλλ. autotransfusion, 1932]
8006αυτομεταμόσχευση[αὐτομεταμόσχευση] αυ-το-με-τα-μό-σχευ-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μεταμόσχευση με δότη και λήπτη το ίδιο άτομο· αυτόλογη μεταμόσχευση: ~ λίπους. Τα βαθιά εγκαύματα αντιμετωπίζονται με ~ δέρματος. [< αγγλ. autotransplantation, 1909]
8007αυτομόληση[αὐτομόληση] αυ-το-μό-λη-ση ουσ. (θηλ.) & αυτομολία (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτομολώ: ~ στρατιώτη. Βλ. λιποταξία.|| ~ βουλευτών προς τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Πβ. αποσκίρτηση, αποστασία. [< μτγν. αὐτομόλησις]
8008αυτόμολος[αὐτόμολος] αυ-τό-μο-λος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ΣΤΡΑΤ. πρόσωπο, συνήθ. στρατιώτης ή αξιωματικός, που αυτομολεί. Βλ. αποστάτης, λιποτάκτης, προδότης. [< μτγν. αὐτόμολος]
8009αυτομολώ[αὐτομολῶ] αυ-το-μο-λώ ρ. (αμτβ.) {αυτομόλ-ησε} (απαιτ. λεξιλόγ.): εγκαταλείπω το στρατόπεδο, την παράταξη ή γενικότ. το σύνολο στο οποίο ανήκω και προσχωρώ εκούσια σε αντίπαλο, εχθρικό ή άλλο χώρο: Στρατιώτης που ~ησε. Πρόσφυγες που ~ησαν στη γειτονική χώρα.|| (μτφ.) ~ από το κόμμα. Πβ. αποσκιρτώ, αποσχίζομαι. Βλ. λιποτακτώ. [< αρχ. αὐτομολῶ]
8010αυτομόρφωση[αὐτομόρφωση] αυ-το-μόρ-φω-ση ουσ. (θηλ.): ατομική διαδικασία απόκτησης γνώσεων και δεξιοτήτων, αυτόνομη μάθηση: δραστηριότητες ~ης. Η ψηφιακή βιβλιοθήκη αποτελεί πηγή για την ~ και τη διά βίου μάθηση. Πβ. αυτοεπιμόρφωση, αυτοκαλλιέργεια. Βλ. αυτοδιδασκαλία, αυτοεκπαίδευση.
8012αυτονόμηση[αὐτονόμηση] αυ-το-νό-μη-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία, πράξη απόκτησης του δικαιώματος αυτοκυβέρνησης, αυτοδιοίκησης ή γενικότ. ανεξαρτησίας: διοικητική/μερική/πλήρης ~ (πβ. αυτονομία). ~ νησιού/περιοχών/χώρας. ~ των πανεπιστημίων/της τοπικής αυτοδιοίκησης. ~ υπηρεσίας/φορέα.|| Κοινωνική/οικονομική ~. ~ της γυναίκας (= χειραφέτηση)/των μαθητών. Τάσεις ~ης των παιδιών από το οικογενειακό περιβάλλον. Πβ. ανεξαρτητοποίηση. [< πβ. γαλλ. autonomisation, 1980]
8013αυτονομία[αὐτονομία] αυ-το-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. δυνατότητα ατόμου, ομάδας, οργανισμού να λαμβάνει αποφάσεις και να καθορίζει τη δραστηριότητά του χωρίς εξωτερική επέμβαση ή εξάρτηση: ατομική/διαχειριστική/διοικητική (πβ. αυτονόμηση)/εκκλησιαστική (πβ. αυτοκεφαλία)/επαγγελματική/κοινωνική/οικονομική/περιορισμένη ~. Προσωπική ~ και αξιοπρέπεια. Η ~ των γυναικών/ενός ιδρύματος/της τέχνης (= ανεξαρτησία). Ενθάρρυνση της ~ας του μαθητή. Διατηρώ ~. Πβ. αυτοτέλεια. Βλ. -νομία. 2. ΠΟΛΙΤ. καθεστώς σύμφωνα με το οποίο σε ορισμένες περιοχές αναγνωρίζονται δικαιώματα αυτοδιοίκησης και αυτοκυβέρνησης, ενώ αυτές βρίσκονται υπό την επικυριαρχία ενός κράτους: ενισχυμένη/μερική (= ημι~)/πλήρης/τοπική ~ (πβ. αυτονόμηση). Αναγνωρίζω/διεκδικώ/παραχωρώ/χάνω την ~. Πβ. ανεξαρτησία, αυτο-διάθεση, -τέλεια. Βλ. εξάρτηση, κηδεμονία, υποτέλεια. 3. δυνατότητα ανεξάρτητης λειτουργίας συσκευής ή μηχανήματος, χωρίς ανεφοδιασμό με ενέργεια ή καύσιμα ή έλεγχο από κεντρικό δίκτυο ή σύστημα: μειωμένη/υψηλή/χαμηλή ~. Κατοικία με ~/(σπανιότ.) ~ες θέρμανσης (= αυτόνομη θέρμανση). Κινητά/φορητοί υπολογιστές με ~ ... ωρών (ενν. η μπαταρία τους).|| Τα ενοικιαζόμενα δωμάτια διαθέτουν πλήρη ~ (: ξεχωριστά μπαλκόνια και εισόδους, απουσία κοινόχρηστων χώρων). 4. ΦΙΛΟΣ. δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού, αυτοκαθορισμού: ηθική ~. ~ της βούλησης. Βλ. ετερονομία. [< αρχ. αὐτονομία, γαλλ. autonomie, αγγλ. autonomy]
8014αυτονομιστής[αὐτονομιστής] αυ-το-νο-μι-στής επίθ./ουσ. {σπάν. θηλ. αυτονομίστρια}: πρόσωπο που μάχεται για την αυτονομία μιας περιοχής ή χώρας: ~ής: ηγέτης. ~ές: αντάρτες. Βομβιστικές επιθέσεις από ~ές. [< γαλλ. autonomiste, αγγλ. autonomist]
8015αυτονομιστικός, ή, ό [αὐτονομιστικός] αυ-το-νο-μι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αυτονομιστή, που αποσκοπεί στην αυτονομία: ~ός: αγώνας/πόλεμος. ~ή: δράση/εξέγερση/οργάνωση/τάση. ~ό: κίνημα. Βλ. αποσχιστ-, διασπαστ-, χωριστ-ικός. ● επίρρ.: αυτονομιστικά [< γαλλ. autonomiste, αγγλ. autonomistic]
8016αυτόνομος, η, ο [αὐτόνομος] αυ-τό-νο-μος επίθ. 1. που έχει αυτονομία: ~ος: (δημόσιος) οργανισμός ~η: ανάπτυξη/δράση/μάθηση (πβ. αυτομόρφωση)/πολιτική/πορεία/προσωπικότητα (= ανεξάρτητη)/σκέψη (= ελεύθερη)/ύπαρξη. ~ο: (οικονομικά) άτομο/γνωστικό αντικείμενο/πρόγραμμα. Το κόμμα αποφάσισε ~η κάθοδο στις εκλογές.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~η ηθική (ή ηθική αυτονομία, ΑΝΤ. ετερόνομη).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~η Εκκλησία. 2. που λειτουργεί ανεξάρτητα: ενεργειακά ~η μονάδα ψύξης. ~α φωτοβολταϊκά συστήματα.|| ~η: κατοικία. ~ο: μπαλκόνι (: που δεν είναι κοινόχρηστο). 3. ΠΟΛΙΤ. που έχει το πολιτικό καθεστώς της ανεξαρτησίας: ~η: δημοκρατία/επαρχία/κοινότητα/κυβέρνηση/περιφέρεια. ~α: εδάφη. Πβ. ανεξάρτητος, αυτο-διοίκητος, -τελής, κυρίαρχος. Βλ. ημι~, εξαρτημένος, υπόδουλος, υποτελής. 4. ΙΑΤΡ. που δεν υπόκειται σε εκούσιο έλεγχο: ~α: αντανακλαστικά. ● επίρρ.: αυτόνομα & (λόγ.) αυτονόμως ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόνομο κράτος: ΠΟΛΙΤ. που βρίσκεται υπό την κυριαρχία άλλου κράτους, αλλά του αναγνωρίζονται δικαιώματα αυτοδιοίκησης και αυτοκυβέρνησης., αυτόνομο/φυτικό νευρικό σύστημα & νευροφυτικό σύστημα: ΑΝΑΤ. τμήμα του νευρικού συστήματος που ρυθμίζει τη δραστηριότητα του καρδιακού μυός, των λείων μυών και των αδένων. Βλ. (παρα)συμπαθητικό (νευρικό σύστημα)., αυτόνομη θέρμανση βλ. θέρμανση, αυτόνομη κατάδυση βλ. κατάδυση, αυτόνομος κλιματισμός βλ. κλιματισμός [< αρχ. αὐτόνομος, γαλλ. autonome, αγγλ. autonomous, γερμ. autonom]
8017αυτονομώ[αὐτονομῶ] αυ-το-νο-μώ ρ. (μτβ.) {αυτονομ-είς ... | -είται ..., -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος, συνήθ. στην παθ. φωνή}: παρέχω αυτονομία, αποδεσμεύω: Η χρήση των πολυμέσων ~εί τον μαθητή. ● Παθ.: αυτονομούμαι: αποκτώ πολιτική ή διοικητική αυτοτέλεια: Μια χώρα ~είται. Η εταιρεία κατάφερε να ~ηθεί από τον όμιλο. ~ημένες: ομάδες. Πβ. αυτο-διοικούμαι, -κυβερνώμαι.|| Οι έφηβοι σταδιακά ~ούνται (= ανεξαρτητοποιούνται). [< αρχ. αὐτονομῶ, αὐτονομοῦμαι]
8018αυτοομοιότητα[αὐτοομοιότητα] αυ-το-ο-μοι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. η ιδιότητα ενός συνόλου του οποίου τα επιμέρους τμήματα είναι τέλεια ή κατά προσέγγιση αντίγραφα ολόκληρου του συνόλου ή τμημάτων του σε διαφορετική κλίμακα. Βλ. φράκταλ. [< μτγν. αὐτοομοιότης 'πλήρης ομοιότητα', αγγλ. self-similarity, 1967]
8019αυτοονομάζομαι[αὐτοονομάζομαι] αυ-το-ο-νο-μά-ζο-μαι ρ. {-στηκε, συνήθ. στο γ' πρόσ.} & αυτονομάζομαι (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): αυτοαποκαλούμαι. [< γαλλ. (s') autoproclamer, 1971]
8020αυτοοργάνωση[αὐτοοργάνωση] αυ-το-ορ-γά-νω-ση ουσ. (θηλ.): οργάνωση με ίδια μέσα: κοινωνική ~. ~ κοινοτήτων/πολιτών (βλ. αυτενέργεια, άμεση δημοκρατία). ~ και αυτοδιαχείριση/αυτονομία του κόμματος. Βλ. αυτορρύθμιση. [< αγγλ. self-organisation, γαλλ. auto-organisation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.