| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8021 | αυτοοργανωτικός | , ή, ό [αὐτοοργανωτικός] αυ-το-ορ-γα-νω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αυτοοργάνωση: ~ή: ικανότητα/πρωτοβουλία. | |
| 8022 | αυτοπάθεια | [αὐτοπάθεια] αυ-το-πά-θει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΜΜ. ενέργεια που εκτελείται από το υποκείμενο και επιστρέφει σε αυτό: Το λεξικό πρόθημα "αυτο-" δηλώνει ~. Στην πρόταση «Σκέφτεται πολύ τον εαυτό της» έχουμε ~. Βλ. αλληλοπάθεια. 2. (σπανιότ.) πράξη που επηρεάζει τον ίδιο τον δράστη: αυτοαναφορικότητα και ~. Βλ. -πάθεια. [< μτγν. αὐτοπάθεια] | |
| 8023 | αυτοπαθής | , ής, ές [αὐτοπαθής] αυ-το-πα-θής επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει αυτοπάθεια: ~ής: αντωνυμία (: ο εαυτός του). ~ή: ρήματα (: ντύνομαι, ξυρίζομαι). Βλ. -παθής. [< μτγν. αὐτοπαθής] | |
| 8024 | αυτοπαραγωγός | [αὐτοπαραγωγός] αυ-το-πα-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. αυτόνομος παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας. Βλ. -παραγωγός1. [< γαλλ. auto-producteur] | |
| 8025 | αυτοπαράδοση | [αὐτοπαράδοση] αυ-το-πα-ρά-δο-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. -ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για εταιρεία) διαδικασία δωρεάν χορήγησης αγαθών για ιδιόχρηση: ~ ακινήτων/παγίων και εμπορευμάτων. Αποδείξεις/δελτίο/πράξεις/ΦΠΑ ~ης. | |
| 8026 | αυτοπαρατήρηση | [αὐτοπαρατήρηση] αυ-το-πα-ρα-τή-ρη-ση ουσ. (θηλ.) & αυτοπαρατηρησία: ΨΥΧΟΛ. παρατήρηση, διερεύνηση του εαυτού και της ψυχικής του κατάστασης: ~ και αυτεπίγνωση/αυτογνωσία. Πβ. αυτοανάλυση, ενδοσκόπηση. [< γερμ. Selbstbeobachtung] | |
| 8027 | αυτοπαρουσιάζομαι | [αὐτοπαρουσιάζομαι] αυ-το-πα-ρου-σι-ά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {-στηκε}: παρουσιάζω τον εαυτό μου: Η εισηγήτρια ~στηκε. Πβ. αυτοσυστήνομαι.|| (συνηθέστ. με αρνητ. συνυποδ.) ~εται ως προστάτης των αδυνάτων. Bλ. αυτοαποκαλούμαι, αυτοπροβάλλομαι. | |
| 8028 | αυτοπαρουσίαση | [αὐτοπαρουσίαση] αυ-το-πα-ρου-σί-α-ση ουσ. (θηλ.): παρουσίαση, σύσταση του ίδιου μου του εαυτού σε άλλον, άλλους: ~ των μαθητών/συμμετεχόντων. ~ στην ομάδα.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Δήλωση/κείμενο-~. [< γαλλ. auto-présentation] | |
| 8029 | αυτοπειθαρχία | [αὐτοπειθαρχία] αυ-το-πει-θαρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ικανότητα του ατόμου να επιβάλλεται στον εαυτό του με τη θέλησή του, χωρίς καταναγκαστική εξωτερική επέμβαση: αυστηρή ~. ~ και αυτοσυγκέντρωση. Αποκτώ/έχω ~. Οι αθλητικές δραστηριότητες ασκούν τα παιδιά στην ~. Βλ. αυτο-έλεγχος, -κυριαρχία, -συγκράτηση. | |
| 8030 | αυτοπεποίθηση | [αὐτοπεποίθηση] αυ-το-πε-ποί-θη-ση ουσ. (θηλ.): η πίστη στον εαυτό και στις δυνατότητές του: αυξημένη/έντονη/ισχυρή/υπερβολική/χαμηλή ~. Ανάπτυξη/ενίσχυση/μείωση/τόνωση της ~ης. Αίσθημα/απόκτηση/έλλειψη ~ης. Βλέμμα/ύφος/χαμόγελο γεμάτο ~. Με ~ και αισιοδοξία/καλή ψυχολογία. Κλονίστηκε η ~ή του. Απαντώ/μιλώ με ~ (= σιγουριά). Έχει/νιώθει μεγάλη ~ στη σκηνή (του θεάτρου). Χάνω την ~ή μου. Μου λείπει ~. Πβ. αυτοεκτίμηση. Βλ. αυτοεικόνα.|| (αρνητ. συνυποδ.) Χαμογελούσε με μια ~ (= αέρα), που άγγιζε τα όρια της αλαζονείας. ΑΝΤ. αμηχανία [< γαλλ. confiance en soi, γερμ. Selbstvertrauen] | |
| 8031 | αυτοπεραίωση | [αὐτοπεραίωση] αυ-το-πε-ραί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ.-ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αυτόματη ολοκλήρωση φορολογικών υποθέσεων: ~ ΦΠΑ. Ονλάιν (= ηλεκτρονική) ~. Δήλωση ~ης. Yπαγωγή ελεύθερων επαγγελματιών στη διαδικασία της ~. ΣΥΝ. αυτοέλεγχος (3) [< αγγλ. self assessment, 1972] | |
| 8032 | αυτοπεριορίζομαι | [αὐτοπεριορίζομαι] αυ-το-πε-ρι-ο-ρί-ζο-μαι ρ. {αυτοπεριορί-στηκε, -σμένος, συνήθ. στο γ' πρόσ. (σπανιότ. στην ενεργ. φωνή)}: θέτω περιορισμούς στον εαυτό μου: ~εται στα καθήκοντά της. Με τις επιλογές του ~στηκε. Πβ. αυτοδεσμεύομαι.|| ~ίζω τις ανάγκες μου. | |
| 8033 | αυτοπεριορισμός | [αὐτοπεριορισμός] αυ-το-πε-ρι-ο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτοπεριορίζομαι: ~ της ελευθερίας/κατανάλωσης. ~ στα αναγκαία. Αυτοέλεγχος και ~ (βλ. εγκράτεια). Πβ. αυτοδέσμευση. || αυτοαπομόνωση. [< αγγλ. self-limitation] | |
| 8034 | αυτοποίηση | [αὐτοποίηση] αυ-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. διαδικασία με την οποία τα έμβια όντα δημιουργούν και αναδημιουργούν τα θεμελιώδη συστατικά τους, με στόχο να διατηρήσουν σταθερή την κατάστασή τους παρά τις πιθανές περιβαλλοντικές μεταβολές. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. autopoiesis, 1974, ιταλ. autopoiesis, 1985] | |
| 8035 | αυτοπορτρέτο | [αὐτοπορτρέτο] αυ-το-πορ-τρέ-το ουσ. (ουδ.): αυτοπροσωπογραφία. | |
| 8036 | αυτοπραγματώνομαι | [αὐτοπραγματώνομαι] αυ-το-πραγ-μα-τώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {-ώθηκε, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: ΨΥΧΟΛ. αναπτύσσω τις προσωπικές μου δυνατότητες, ολοκληρώνομαι: Ο άνθρωπος ~εται μέσα στην κοινωνία. [< γερμ. sich selbstverwirklichen] | |
| 7736 | Αυτοπραγματωση | [αὐθυπέρβαση] αυ-θυ-πέρ-βα-ση ουσ. (θηλ.): η υπέρβαση του εαυτού, των προσωπικών περιορισμών, των φυσικών, γνωστικών ή ψυχικών αδυναμιών, του ατομικού συμφέροντος: αυτοπραγμάτωση/αυτοσυνειδησία και ~. [< αγγλ. self-exceeding] | |
| 8037 | αυτοπραγμάτωση | [αὐτοπραγμάτωση] αυ-το-πραγ-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτοπραγματώνομαι: τελείωση και ~. Πβ. ολοκλήρωση.|| (κατ' επέκτ.) Εθνική/κοινωνική/συλλογική ~. ΣΥΝ. αυτοεκπλήρωση [< γερμ. Selbstverwirklichung] | |
| 7902 | αυτοπραγμάτωση | [αὐτοεκπλήρωση] αυ-το-εκ-πλή-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου να αξιοποιεί στο έπακρο τις δυνατότητές του: αυτοεκτίμηση και ~. Η εργασία συμβάλλει στην προσωπική καλλιέργεια και ~. ΣΥΝ. αυτοπραγμάτωση [< αγγλ. self-fulfillment] | |
| 8038 | αυτοπροαίρετος | , η, ο [αὐτοπροαίρετος] αυ-το-προ-αί-ρε-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που συντελείται οικειοθελώς: ~η: απόφαση/επιλογή/συμμετοχή. Πβ. αυτόβουλος, οικειοθελής. ΣΥΝ. εκούσιος ΑΝΤ. ακούσιος, αναγκαστικός, υποχρεωτικός (1) ● επίρρ.: αυτοπροαίρετα & (λόγ.) αυτοπροαιρέτως (σπάν.) [< μτγν. αὐτοπροαίρετος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ