Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8920-8940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8039αυτοπροβάλλομαι[αὐτοπροβάλλομαι] αυ-το-προ-βάλ-λο-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοπροβλή-θηκε, αυτοπροβαλλ-όμενος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (αρνητ. συνυποδ.): προβάλλω τον εαυτό μου, επιδεικνύομαι: ~εται ως αυθεντία/σωτήρας. Πβ. αυτοδιαφημίζομαι. Βλ. κάνω τον έξυπνο.
8040αυτοπροβολή[αὐτοπροβολή] αυ-το-προ-βο-λή ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτοπροβάλλομαι: Ανάγκη/μανία/μέσο/τάση ~ής. Πβ. (αυτο)επίδειξη. ΣΥΝ. αυτοδιαφήμιση [< αγγλ. self-promotion]
8041αυτοπροσδιορίζομαι[αὐτοπροσδιορίζομαι] αυ-το-προσ-δι-ο-ρί-ζο-μαι ρ. {-στηκε (λόγ.) -σθηκε, αυτοπροσδιοριζ-όμενος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. οριοθετώ μόνος μου τη δράση, τις επιλογές, την ταυτότητά μου: ~ εθνικά/πολιτικά. 2. (+ ως/σαν) χαρακτηρίζω τον εαυτό μου: ~ονται ως δημοκράτες, αλλά στην ουσία χειραγωγούν τον λαό. Βλ. αυτο-αναγορεύομαι, -αποκαλούμαι, -ονομάζομαι. ΣΥΝ. αυτοχαρακτηρίζομαι 3. ΠΟΛΙΤ. (για χώρα ή λαό) καθορίζω ελεύθερα το πολίτευμά μου, αποκτώ αυτονομία. [< γαλλ. s' autodéterminer]
8042αυτοπροσδιορισμός[αὐτοπροσδιορισμός] αυ-το-προσ-δι-ο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ο ελεύθερος καθορισμός από ένα άτομο ή μια ομάδα της ταυτότητάς του/της: ατομικός/θρησκευτικός/κοινωνικός ~. Εθνικός/πολιτισµικός ~ των µελών μιας κοινότητας. ~ φύλου. ΣΥΝ. αυτοκαθορισμός ΑΝΤ. ετεροπροσδιορισμός 2. η απόδοση χαρακτηρισμού ή ιδιότητας στον εαυτό. 3. ΠΟΛΙΤ. το δικαίωμα ενός λαού να καθορίζει ελεύθερα το πολίτευμά του, να είναι αυτόνομος. Πβ. αυτοδιάθεση, αυτονομία. [< γαλλ. autodétermination, 1955]
8043αυτοπροστασία[αὐτοπροστασία] αυ-το-προ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): η προστασία του ίδιου του εαυτού: ~ του πολίτη. Οδηγίες για ~ από τα καιρικά φαινόμενα/πιθανούς κινδύνους/τους σεισμούς. Πβ. αυτοάμυνα. [< γερμ. Selbstschutz]
8044αυτοπροστατεύομαι[αὐτοπροστατεύομαι] αυ-το-προ-στα-τεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {-τηκε, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: προστατεύω μόνος μου τον εαυτό μου. Πβ. αυτοαμύνομαι.
8045αυτοπροσωπογραφία[αὐτοπροσωπογραφία] αυ-το-προ-σω-πο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. πορτρέτο που έχει φιλοτεχνηθεί από τον ίδιο τον εικονιζόμενο. ΣΥΝ. αυτοπορτρέτο 2. (κατ' επέκτ.-σπανιότ.) σκιαγράφηση του έργου ή/και της προσωπικότητας κάποιου από τον ίδιο. [< γαλλ. autoportrait, 1928]
8046αυτοπρόσωπος, η/ος, ο [αὐτοπρόσωπος] αυ-το-πρό-σω-πος επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που γίνεται από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο: ~η: κατάθεση (εγγράφου)/παράσταση (διαδίκων)/παρουσία/προσέλευση. Βλ. -πρόσωπος. ● επίρρ.: αυτοπροσώπως: ο ίδιος: Ήλθε ~. Πήγε να τον συγχαρεί ~ (= προσωπικά). [< πβ. μτγν. αὐτοπρόσωπος ‘που δεν φορά μάσκα (για ηθοποιό)’]
8047αυτοπρόταση[αὐτοπρόταση] αυ-το-πρό-τα-ση ουσ. (θηλ.): το να υποδεικνύει κάποιος τον εαυτό του ως κατάλληλο για θέση ή αξίωμα: προτάσεις και ~άσεις υποψηφιότητας.
8048αυτοπροτείνομαι[αὐτοπροτείνομαι] αυ-το-προ-τεί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοπροτά-θηκε, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: υποδεικνύω τον εαυτό μου ως κατάλληλο για θέση ή αξίωμα: ~εται για το προεδρείο. ~θηκε για την ηγεσία του κόμματος. Βλ. αυτοπαρουσιάζομαι.
8049αυτοπροωθούμενος, η, ο [αὐτοπροωθούμενος] αυ-το-προ-ω-θού-με-νος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για όχημα, μηχανισμό ή οπλικό σύστημα) που έχει αυτόματη προώθηση: ~ος: πύραυλος. ~η: οβίδα. ~ο: βλήμα (= αυτοκινούμενο). Πβ. αυτοκατευθυνόμενος. [< αγγλ. self-propelled, γαλλ. autopropulsé, περ. 1950]
8050αυτόπτης[αὐτόπτης] αυ-τό-πτης επίθ./ουσ. {αυτοπτών} (ο/η): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόπτης μάρτυρας & (λόγ.) μάρτυς: που έχει δει με τα ίδια του τα μάτια να συντελείται κάποια αξιόποινη πράξη ή γενικότ. κάτι αξιοσημείωτο: ~ ~ της δολοφονίας/του τροχαίου. Αυτήκοοι και ~ες ~ες. [< αρχ. αὐτόπτης]
8051αυτοπυρπόληση[αὐτοπυρπόληση] αυ-το-πυρ-πό-λη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτοπυρπολούμαι: ~ κρατουμένου/πολιτικού πρόσφυγα. [< γερμ. Selbstverbrennung]
8052αυτοπυρπολούμαι[αὐτοπυρπολοῦμαι] αυ-το-πυρ-πο-λού-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοπυρπολ-είται ...| -ήθηκε (σπάν. λόγ. μτχ. -ηθείς), -ούμενος, -ημένος}: πυρπολώ εκούσια τον εαυτό μου ως πράξη πολιτικής ή κοινωνικής διαμαρτυρίας. [< γερμ. sich selbst verbrennen]
8053αυτοραδιογραφία[αὐτοραδιογραφία] αυ-το-ρα-δι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τεχνική για την ανίχνευση και τον ποσοτικό προσδιορισμό ραδιενεργών μορίων: ηλεκτρονική ~. Φιλμ ~ας. ~ με φωτονικό και ηλεκτρονικό μικροσκόπιο. [< γαλλ. autoradiographie, 1906]
8054αυτορρυθμίζεται[αὐτορρυθμίζεται] αυ-τορ-ρυθ-μί-ζε-ται ρ. {αυτορρυθμί-στηκε, αυτορρυθμιζ-όμενος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} & αυτορυθμίζεται: ρυθμίζεται από μόνο του, αυτόματα: To δίκτυο/ο οργανισμός μπορεί να ~εται. ~όμενη μάθηση. ~όμενο: κλιματιστικό.|| (ΟΙΚΟΝ.) Σύμφωνα με τον νεοφιλελευθερισμό η αγορά ~εται. Ο ιδιωτικός τομέας είναι ~όμενος (χωρίς κρατική παρέμβαση). Βλ. αυτοελέγχομαι.|| (σπάν. στην ενεργ. φωνή) Το οικοσύστημα αυτοσυντηρείται και ~ει τις λειτουργίες του.
8055αυτορρύθμιση[αὐτορρύθμιση] αυ-τορ-ρύθ-μι-ση ουσ. (θηλ.) & αυτορύθμιση: το να ρυθμίζεται κάποιος ή κάτι μόνο του, χωρίς εξωτερική παρέμβαση: ~ του οργανισμού/των πανεπιστημίων (πβ. αυτο-διαχείριση, -οργάνωση).|| ~ των μέσων ενημέρωσης (: εσωτερικός έλεγχος).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ της βιομηχανίας/ελεύθερης αγοράς. Βλ. αυτοέλεγχος. [< γαλλ. autorégulation, αγγλ. self-regulation]
8056αυτός, ή, ό [αὐτός] αυ-τός αντων. {αυτ-ού (λαϊκό) -ουνού (θηλ. -ηνής), -ών (λαϊκό) -ωνών, -ούς (λαϊκό) -ουνούς | αδύνατοι τ.: τος (θηλ. τη, ουδ. το), του (θηλ. της), τον (θηλ. τη[ν], ουδ. το), των, τους (θηλ. τις/(λαϊκό) τες, ουδ. τα)} 1. {προσ. αντων. γ' προσ., με δυνατούς και αδύνατους τ.} δηλώνει εκείνον, εκείνη ή εκείνο για το οποίο γίνεται λόγος, στο οποίο αναφερόμαστε: Πήραν κι ~ές το μάθημά τους. Τη χαιρέτησε κι αποχώρησε. Μου το εξήγησε. Τους είπε ότι θα παραιτηθεί. Καλώς τον/(προφ.-σπανιότ.) καλώστον. Μπράβο της. Άνοιξέ το. Είναι πολύ καλύτερός τους. Να τες οι φίλες μου!|| (για αντιδιαστολή ή έμφαση:) ~οί έχουν άδικο, (κι) εμείς δίκιο. ~ούς μην τους πλησιάζεις! ~ είναι που έχει τον πρώτο λόγο.|| Δεν ήρθε σήμερα η Μαρία. Ας ξεκουραστεί κι ~ή λίγο!|| (με την αντων. ο ίδιος για έμφαση:) Σ’ ~ό το ίδιο χρονικό διάστημα ...|| (με τη σημ. μόνος:) Δεν του το είπα εγώ· ~ το κατάλαβε.|| (μειωτ.) Τι θέλει πάλι ~ή;|| (με άρθρο:) Τα γράφω όλα στ' ~ά μου (= στ' απαυτά μου). Η ~ή μού το 'πε (: όταν δεν μπορεί κάποιος να θυμηθεί ένα όνομα).|| (οι αδύνατοι τύποι σε θέση ουσ. σε φρ.:) Τα 'χασα. Τη γλίτωσα. Μου την έφερε. 2. {προσ. αντων. γ' προσώπου, με αδύνατους τ. του, της, τους} δηλώνει κτήση: Μου έδωσε το βιβλίο του. Υπέβαλε την αίτησή της στη γραμματεία. Άφησαν τις βαλίτσες τους στη ρεσεψιόν. 3. {δεικτ. αντων.} για να δείξει ο ομιλητής κάποιον ή κάτι που είναι κοντά του (τοπικά ή χρονικά): ~ με χτύπησε! Με την επιστολή ~ή επιθυμούμε να σας ενημερώσουμε ότι ... Δεν είναι ~ό το θέμα μας. Έρχονται ~όν το(ν) μήνα. Μια χαρά τα κατάφεραν ~ή τη φορά. Τι ακούτε ~ή τη στιγμή (= τώρα); Πάει κι ~ός ο χρόνος (= φετινός). Ποιος είναι ~ εκεί με το μαύρο πουκάμισο;|| (με το εδώ/πια/δα, για έμφαση:) Σ' ~ήν εδώ την αίθουσα ... ~ό πια το είχα καταλάβει από την πρώτη στιγμή.|| (με το αναφορικό που) ~ που τον σκότωσε κυκλοφορεί ακόμα ελεύθερος. Βρείτε ~ό που ψάχνετε εύκολα και γρήγορα. ~ό που σας λεω είναι απολύτως εξακριβωμένο.|| (εμφατ. ως έπαινος:) ~ είναι άντρας! ~ είναι καφές! ~ή είναι τύχη! ~ό θα πει διασκέδαση! Βλ. εκείνος. 4. {οριστ. αντων.} (συνήθ. έναρθρα) (επίσ.) ο ίδιος: Είμαστε της ~ής γνώμης. Και τα δύο ψευδώνυμα ανήκουν σε ένα και το ~ό πρόσωπο. Τα ~ά ισχύουν για όλους. || (επιτατ.) Μέχρι κι ~ ο αντίπαλός του ομολόγησε πως ήταν καλύτερός του. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτός καθαυτόν/αυτή καθαυτή/αυτό καθαυτό βλ. καθαυτόν. ● ΦΡ.: αντ' αυτού (συντομ. α.α.) (λόγ.): για να δηλωθεί ότι κάτι γίνεται ή κάποιος κάνει κάτι στη θέση άλλου: Μίλησε/υπέγραψε ~ ~.|| (συχνά) Ο ~ ~ (= ο αντικαταστάτης) του πρωθυπουργού., αυτά (προφ.): για να δηλωθεί ότι η κουβέντα τερματίζεται ή ότι δεν έχουμε τι άλλο να πούμε: ~ για σήμερα. ~ που λες. ~ λοιπόν., αυτό κι αυτό/αυτά κι αυτά (σε αφηγήσεις): για να μην επαναληφθούν όσα έχουν ήδη ειπωθεί: Αν τους πω ότι συμβαίνει ~ ~, δεν θα με πιστέψουν. ~ ~ έγινε, πες μου τι να κάνω.|| (στον πληθ. συνήθ. με αρνητ. συνυποδ.) Λέτε ~ ~ σε βάρος μου., αυτός κι/και αν (δεν) είναι (εμφατ.): είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό: ~ ~ καλλιτέχνης/λαϊκισμός! Αυτό ~ είδηση. Αυτή κι αν δεν είναι έκπληξη!, επ' αυτού (λόγ.): σχετικά με αυτό για το οποίο γίνεται λόγος: Θα μπορούσα ~ ~ να αναπτύξω σειρά επιχειρημάτων. Θα τοποθετηθώ και ~ ~ (= πάνω σε αυτό το θέμα)., κι αυτό γιατί/διότι: αιτιολογείται εμφατικά ό,τι προηγείται: Οι μαζικές θεραπείες θα αντικατασταθούν από εξατομικευμένες, ~ ~ κάθε οργανισμός είναι διαφορετικός., μ' αυτά και μ' αυτά ... (προφ.) 1. με αυτό τον τρόπο, με αυτά τα λόγια, με αυτές τις πράξεις: ~ ~ έχει απαξιωθεί πλήρως. ~ ~ παραμερίζεται κάθε παραδοσιακή αξία. 2. με τα συνηθισμένα, χωρίς να το καταλάβω: ~ ~ με πήρε ο ύπνος., μ' αυτά/με τούτα και μ'εκείνα (προφ.): με διάφορες ασχολίες, χωρίς να το καταλάβω: ~ ~, πέρασαν οι μέρες, οι βδομάδες και οι μήνες., το και το (προφ.): για αποφυγή λεπτομερούς αναφοράς ή επανάληψης αυτού που έχει ειπωθεί: Πάει και του λέει: "~ ~, κανόνισέ το"., άλλο (πάλι) και τούτο/κι αυτό! βλ. άλλος, άλλος (κι) αυτός! βλ. άλλος, άστα αυτά βλ. αφήνω, αυτά έχει/έχουν ... βλ. έχω, αυτά/έτσι που λες/λέτε! βλ. λέω, αυτό είν' όλο βλ. όλος, αυτό θα πει ...! βλ. λέω, αυτό το κάτι βλ. κάτι, αυτό/αυτός μας έλειπε (τώρα)/αυτό δα μας έλειπε βλ. λείπω, αυτό/η αλήθεια/το σωστό να λέγεται βλ. λέω, αυτός είσαι! βλ. είμαι, είναι αυτός ένας ... βλ. είμαι, θα δούμε/(αυτό) θα το δούμε βλ. βλέπω, κάτι είναι κι αυτό! βλ. κάτι, με την ίδια/με αυτή τη λογική βλ. λογική, παρ' όλα/παρόλα αυτά βλ. παρόλο, ποιος το είπε/λέει (αυτό); βλ. λέω, σωστό κι αυτό βλ. σωστός, τι σου λέει αυτό; βλ. λέω ● βλ. αυτό, τος, τη, το [< αρχ. αὐτός]
8057αυτοσαρκάζομαι[αὐτοσαρκάζομαι] αυ-το-σαρ-κά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ.}: σαρκάζω, κοροϊδεύω τον εαυτό μου: Έχει χιούμορ και ~εται.
8058αυτοσαρκασμός[αὐτοσαρκασμός] αυ-το-σαρ-κα-σμός ουσ. (αρσ.): το να σαρκάζει κάποιος τον εαυτό του: αίσθηση/διάθεση ~ού. Ειρωνεία και ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.