Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8940-8960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8059αυτοσαρκαστικός, ή, ό [αὐτοσαρκαστικός] αυ-το-σαρ-κα-στι-κός επίθ.: που φανερώνει αυτοσαρκασμό: ~ή: διάθεση. ~ό: κείμενο/σχόλιο/ύφος. Καυστικός και ~ λόγος. ● επίρρ.: αυτοσαρκαστικά
8060αυτοσεβασμός[αὐτοσεβασμός] αυ-το-σε-βα-σμός ουσ. (αρσ.): το να σέβεται κάποιος τον εαυτό του: αξιοπρέπεια/αυτοεκτίμηση και ~. Έλλειψη ~ού. [< γαλλ. respect de soi-même]Σ
8061αυτοσκοπός[αὐτοσκοπός] αυ-το-σκο-πός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): σκοπός που δεν αποτελεί μέσο για την επίτευξη άλλου σκοπού, που λειτουργεί από μόνος του: η κατανάλωση ως ~. Η κατάκτηση μεταλλίων δεν αποτελεί ~ό/δεν είναι ~. Το χρήμα από μέσο έχει μετατραπεί σε ~ό. Βλ. αυταξία. [< γαλλ. fin en soi, γερμ. Selbstzweck]
8062αυτοστέγαση[αὐτοστέγαση] αυ-το-στέ-γα-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. παραχώρηση πολεοδομημένης γης ή/και χορήγηση δανείου για ανέγερση κατοικίας από τον ίδιο τον δικαιούχο: ~ παλιννοστούντων/προσφύγων/πυρόπληκτων.Η
8063αυτοστιγμεί[αὐτοστιγμεί] αυ-το-στιγ-μεί επίρρ. (λόγ.): την ίδια στιγμή, αμέσως: Αποφάσισα ~ να ... Πβ. ώσπου/μέχρι να πεις κύμινο, στο άψε σβήσε. Βλ. -εί. ΣΥΝ. αυθωρεί
8064αυτοσυγκεντρώνομαι[αὐτοσυγκεντρώνομαι] αυ-το-συ-γκε-ντρώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοσυγκεντρώ-θηκα, -μένος}: επικεντρώνω την προσοχή μου σε κάτι, συγκεντρώνομαι στον εαυτό μου, αποκτώ πνευματική αυτοκυριαρχία: Δεν μπορώ να ~θώ. Απόλυτα ~μένη. Πβ. προσηλώνομαι. [< αγγλ. self-concentrate]
8065αυτοσυγκέντρωση[αὐτοσυγκέντρωση] αυ-το-συ-γκέ-ντρω-ση ουσ. (θηλ.): επικέντρωση της προσοχής σε κάτι, πνευματική αυτοκυριαρχία: απόλυτη ~. Απώλεια/έλλειψη/ικανότητα/πρόβλημα ~ης. Έχω ~. Χάνω την ~ή μου. [< αγγλ. self-concentration]
8066αυτοσυγκράτηση[αὐτοσυγκράτηση] αυ-το-συ-γκρά-τη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτοσυγκρατούμαι: αίσθημα/πνεύμα/πολιτική ~ης. Επιβάλλεται ~. Επέδειξε/συνέστησε ~. Ενεργώ με ~. Πβ. αυτοέλεγχος. ΣΥΝ. αυτοκυριαρχία (1) [< αγγλ. self-restraint]
8067αυτοσυγκρατούμαι[αὐτοσυγκρατοῦμαι] αυ-το-συ-γκρα-τού-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοσυγκρατείσαι ...| -ήθηκα, -ημένος}: συγκρατώ και ελέγχω τον εαυτό μου, δεν υπερβαίνω τα όρια, δεν παρεκτρέπομαι. Πβ. αυτο-ελέγχομαι, -περιορίζομαι.
8068αυτοσύμβαση[αὐτοσύμβαση] αυ-το-σύμ-βα-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. μονομερής πράξη μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων που συνάπτει κάποιος ατομικά ή ως αντιπρόσωπος άλλου.
8069αυτοσυναίσθημα[αὐτοσυναίσθημα] αυ-το-συ-ναί-σθη-μα ουσ. (ουδ.): ΨΥΧΟΛ. συναίσθημα για τον ίδιο μας τον εαυτό, βαθμός αυτοεκτίμησης: θετικό/μειωμένο/υψηλό/χαμηλό (: αίσθημα κατωτερότητας) ~. ~ και αυτοαντίληψη/αυτοεικόνα/αυτοπεποίθηση. Ανάπτυξη/ενίσχυση του ~ήματος. Ο έπαινος τονώνει το ~ του μαθητή. [< γερμ. Selbstgefühl]
8070αυτοσυνειδησία[αὐτοσυνείδησία] αυ-το-συ-νεί-δη-σί-α ουσ. (θηλ.) & αυτοσυνείδηση & (σπανιότ.) αυτοσυνειδητότητα: συναίσθηση της ατομικότητας, συνείδηση του εαυτού ως υποκειμένου: ~ και αυτο-αντίληψη/-γνωσία/αυτεπίγνωση. Αποκτώ/διαθέτω/έχω ~.|| (κατ' επέκτ.) Εθνική/ιστορική ~. Πβ. συνειδητότητα. [< γερμ. Selbstbewußtsein]
8071αυτοσυντήρηση[αὐτοσυντήρηση] αυ-το-συ-ντή-ρη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτοσυντηρούμαι: ικανότητα/μηχανισμός ~ης. Βλ. αυτάρκεια. ΑΝΤ. αυτοκαταστροφή ● ΣΥΜΠΛ.: ένστικτο (της) αυτοσυντήρησης/επιβίωσης: ΒΙΟΛ. η φυσική τάση των έμβιων όντων για αυτοπροστασία και επιβίωση: ισχυρό ~ ~. Κατευθύνομαι/κινούμαι/οδηγούμαι από το ~ ~.|| (μτφ.) Το ~ ~ της κοινωνίας. [< γερμ. Selbsterhaltung]
8072αυτοσυντήρητος, η, ο [αὐτοσυντήρητος] αυ-το-συ-ντή-ρη-τος επίθ.: που αυτοσυντηρείται συνήθ. οικονομικά: ~ο: ταμείο. ~α: ιδρύματα. Από μικρό παιδί εργαζόταν και ήταν ~. Βλ. αυτάρκης, αυτο-δημιούργητος, -δύναμος, αυτόνομος. [< γερμ. sich selbst erhaltend]
8073αυτοσυντηρούμαι[αὐτοσυντηροῦμαι] αυ-το-συ-ντη-ρού-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοσυντηρ-είται ..., -ούμενος | αυτοσυντηρ-ηθεί}: συντηρώ τον εαυτό μου με δικά μου μέσα: Δεν είναι σε θέση να εργαστεί και να ~ηθεί. Ο οργανισμός ~είται οικονομικά. [< γερμ. sich selbst erhalten]
8074αυτοσυστήνομαι[αὐτοσυστήνομαι] αυ-το-συ-στή-νο-μαι ρ. {αυτοσυστή-θηκα}: συστήνω ο ίδιος τον εαυτό μου: Ο ομιλητής σηκώθηκε και ~θηκε (στο κοινό).|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ~εται ως ειδικός/μεταρρυθμιστής. Βλ. αυτο-αποκαλούμαι, -χαρακτηρίζομαι. ΣΥΝ. αυτοπαρουσιάζομαι
8075αυτοσχεδιάζω[αὐτοσχεδιάζω] αυ-το-σχε-δι-ά-ζω ρ. (αμτβ.) {αυτοσχεδία-σα | (σπάν.) αυτοσχεδιά-στηκε, -σμένος, αυτοσχεδιάζ-οντας}: κάνω κάτι χωρίς προετοιμασία ή προσχεδιασμό, αυθόρμητα: ~ει με την κιθάρα/στο πιάνο. Οι ηθοποιοί ~ουν (στη σκηνή).|| Θέλω να ξέρω τι κάνω, δεν μου αρέσει να ~ (πβ. κάνω του κεφαλιού μου/ό,τι μου κατεβαίνει). Αυτοσχεδίασε! (: σε περιπτώσεις που κάποιος δεν είναι καλά προετοιμασμένος για κάτι). [< αρχ. αὐτοσχεδιάζω, γαλλ. improviser]
8076αυτοσχεδιασμός[αὐτοσχεδιασμός] αυ-το-σχε-δι-α-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτοσχεδιάζω: ελεύθερος/θεατρικός/μουσικός ~. Μαθήματα/παράσταση/τεχνικές ~ού.|| Πειραματισμοί/προχειρότητες και ~οί (: απερίσκεπτες πράξεις). [< αρχ. αὐτοσχεδιασμός, γαλλ. improvisation]
8077αυτοσχεδιαστικός, ή, ό [αὐτοσχεδιαστικός] αυ-το-σχε-δι-α-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον αυτοσχεδιασμό: ~ός: χορός (πβ. αυτοσχέδιος). ~ή: διάθεση/ικανότητα/παράσταση. ● επίρρ.: αυτοσχεδιαστικά
8078αυτοσχέδιος, α, ο [αὐτοσχέδιος] αυ-το-σχέ-δι-ος επίθ.: που γίνεται χωρίς προετοιμασία ή πρόχειρα, με τα διαθέσιμα μέσα: ~ος: εκρηκτικός μηχανισμός/καταυλισμός. ~α: βόμβα/κατασκευή. ~α: εργαλεία/καταλύματα/παιχνίδια/πυροτεχνήματα.|| ~α: ιστορία. ~ο: τραγούδι. ~α: δίστιχα (βλ. κοτσάκι, μαντινάδα). [< αρχ. αὐτοσχέδιος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.