| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8079 | αυτόσωμα | [αὐτόσωμα] αυ-τό-σω-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. το μη φυλετικό χρωμόσωμα: Τα ~ώματα είναι μορφολογικά ίδια και στο αρσενικό και στο θηλυκό άτομο. ΣΥΝ. αυτοσωμικό χρωμόσωμα [< πβ. μτγν. αὐτόσωμα 'η ιδέα του σώματος', αγγλ. autosome, 1906, γαλλ. autosome, 1936] | |
| 8080 | αυτοσωμικός & αυτοσωματικός | , ή, ό [αὐτοσωμικός] αυ-το-σω-μι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με το αυτόσωμα: ~ή: κληρονομικότητα/νόσος. ~ό: γονίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτοσωμικό χρωμόσωμα: αυτόσωμα. [< αγγλ. autosomal, 1911] | |
| 8081 | αυτοτέλεια | [αὐτοτέλεια] αυ-το-τέ-λει-α ουσ. (θηλ.): ανεξαρτησία, αυτονομία: ακαδημαϊκή/δημοσιονομική/διαχειριστική (βλ. αυτοδιαχείριση)/διοικητική (βλ. αυτοδιοίκητο)/εθνική (βλ. αυτεξουσιότητα)/λειτουργική/οικονομική (βλ. αυτάρκεια, αυτοδυναμία)/οργανωτική (βλ. αυτοοργάνωση, αυτορρύθμιση)/πλήρης/πολιτική (βλ. αυτοπροσδιορισμός)/σχετική ~. ~ των δήμων/πανεπιστημίων/ταμείων/χρήσεων (: λογιστική μέθοδος). Περιουσιακή ~ των συζύγων. Πβ. αυτονομία. [< μτγν. αὐτοτέλεια] | |
| 8082 | αυτοτελής | , ής, ές [αὐτοτελής] αυ-το-τε-λής επίθ. {αυτοτελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} 1. πλήρης, ολοκληρωμένος: ~ής: τόμος. ~ής: έκδοση. ~ές: επεισόδιο/έργο. 2. ανεξάρτητος: ~ής: επιχείρηση/υπηρεσία/φορολόγηση. ~ές: τμήμα. Πβ. αυτόνομος.|| (ΝΟΜ.) ~ές: δικαίωμα (: που δεν συνδέεται με υφιστάμενη σχέση). ● επίρρ.: αυτοτελώς [-ῶς] (λόγ.): ~ εργαζόμενος (πβ. αυτοαπασχολούμενος). [< αρχ. αὐτοτελής] | |
| 8083 | αυτοτιμωρία | [αὐτοτιμωρία] αυ-το-τι-μω-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. τιμωρία που επιβάλλει κάποιος στον ίδιο του τον εαυτό: ~ και αυτοκαταστροφή/κάθαρση. Βλ. αυτο-καταδίκη, -κατηγορία. [< γαλλ. autopunition, 1926] | |
| 8084 | αυτοτιτλοφορούμαι | [αὐτοτιτλοφοροῦμαι] αυ-το-τιτ-λο-φο-ρού-μαι ρ. {αυτοτιτλοφορ-είται ...| -ήθηκε, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (συνήθ. με αρνητ. συνυποδ.): αποδίδω στον εαυτό μου τίτλο, χωρίς να του ανήκει: ~είται νομικός, ενώ δεν είναι. Πβ. αυτο-αναγορεύομαι, -ανακηρύσσομαι, -αποκαλούμαι, -παρουσιάζομαι, -χαρακτηρίζομαι. | |
| 8085 | αυτοτραυματίζομαι | [αὐτοτραυματίζομαι] αυ-το-τραυ-μα-τί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {-στηκε, -σμένος}: τραυματίζω τον εαυτό μου σκόπιμα ή κατά λάθος. | |
| 8086 | αυτοτραυματισμός | [αὐτοτραυματισμός] αυ-το-τραυ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτοτραυματίζομαι: θανάσιμος/σοβαρός ~. Βλ. αυτοακρωτηριασμός. [< γερμ. Selbstverstümmelung] | |
| 8087 | αυτοτροφοδότηση | [αὐτοτροφοδότηση] αυ-το-τρο-φο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτοτροφοδοτούμαι: ~ της τοπικής οικονομίας. Μηχανισμοί ~ης. Βλ. αυτάρκεια, αυτοδυναμία. | |
| 8088 | αυτοτροφοδοτούμαι | [αὐτοτροφοδοτοῦμαι] αυ-το-τρο-φο-δο-τού-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοτροφοδοτ-είται ...| (σπανιότ.) -ήθηκε, -ούμενος}: τροφοδοτούμαι αυτόματα, με δικά μου μέσα: Σύστημα που ~είται και αυτοελέγχεται. ~oύμενος σκληρός δίσκος.|| (μτφ.) Oικονομία που ~είται. | |
| 8089 | αυτότροφος | , ος/η, ο [αὐτότροφος] αυ-τό-τρο-φος επίθ.: ΒΙΟΛ. (για φυτό ή βακτήριο) που παράγει τις οργανικές ουσίες που χρειάζεται από ανόργανα στοιχεία με φωτοσύνθεση: ~οι: οργανισμοί. Βλ. πρωτογενής. ΣΥΝ. φωτοσυνθετικός ΑΝΤ. ετερότροφος [< πβ. μτγν. αὐτότροφος 'που τρέφεται με δικά του μέσα', γαλλ. autotrophe, 1905, αγγλ. autotroph, 1938] | |
| 8090 | αυτού | [αὐτοῦ] αυ-τού επίρρ. (προφ.-διαλεκτ.): εκεί: (τοπ.) Κάτσε ~ και μην το κουνήσεις! Άστο ~!|| (χρον.-σπάν.) ~ που (= ενώ, τη στιγμή που) έλεγα πως γλίτωσα, να σου πάλι μπροστά μου! [< αρχ. αὐτοῦ] | |
| 8091 | Αυτού, Αυτής | [Αὐτοῦ] Αυ-τού κτητ. αντων. (λόγ.): τυπική αναφορά σε τίτλο μονάρχη, ευγενή ή κληρικού: Η ~ Μεγαλειότης (ΑΜ), ο βασιλιάς της ... Η ~ής Υψηλότητα, η δούκισσα του ... Η ~ Παναγιότητα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Η ~ Μακαριότητα (ΑΜ), ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. [< αυτός, αυτή, γαλλ. Son, Sa] | |
| 8092 | αυτούνος | , η, ο [αὐτοῦνος] αυ-τού-νος δεικτ. αντων. (διαλεκτ.): αυτός: ~ εδώ τό 'φερε. Ποιος είν' ~ καλέ; Τι είν' ~ο που κρατάς; [< μεσν. αυτούνος] | |
| 8093 | αυτοΰπνωση | [αὐτοΰπνωση] αυ-το-ΰ-πνω-ση ουσ. (θηλ.) & αυτοϋπνωτισμός (ο): τεχνική χαλάρωσης, ύπνωσης με αυθυποβολή: διαλογισμός και ~. [< γερμ. Autohypnose, Selbsthypnose] | |
| 8094 | αυτουργία | [αὐτουργία] αυ-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. τέλεση ή υποκίνηση αξιόποινης πράξης: έμμεση/ηθική/φυσική ~. Ύποπτος για ~ σε κατάχρηση εξουσίας/παράβαση καθήκοντος/πλαστογραφία. Καταδικάστηκε/παραπέμφθηκε για ~, συναυτουργία και συνέργεια σε ανθρωποκτονία. Βλ. παρ~. [< αρχ. αὐτουργία ‘εργασία που έγινε από συγκεκριμένο άτομο, φόνος συγγενών’] | |
| 8095 | αυτουργός | [αὐτουργός] αυ-τουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. δράστης ή υποκινητής αξιόποινης πράξης: Κατηγορείται/κρίθηκε ένοχος/φέρεται (: θεωρείται) ως ~ του εγκλήματος/της επίθεσης. Βλ. συμμέτοχος, συν~, συνεργός. Βλ. υπαίτιος, υπεύθυνος. ● ΣΥΜΠΛ.: ηθικός/έμμεσος αυτουργός (o/η): αυτός που παρακινεί συνειδητά ή εξαναγκάζει άλλον να εκτελέσει αξιόποινη πράξη. [< γαλλ. responsable moral] , φυσικός αυτουργός & άμεσος αυτουργός: πρόσωπο που εκτελεί αξιόποινη πράξη, δράστης. [< αρχ. αὐτουργός] | |
| 8096 | αυτούσιος | , α, ο [αὐτούσιος] αυ-τού-σι-ος επίθ.: που παραμένει αναλλοίωτος, αμετάβλητος, ακέραιος: ~α: κομμάτια (από το βιβλίο). ~ ο τίτλος (του έργου). Το κείμενο δημοσιεύεται/παρατίθεται ~ο (όπως ακριβώς έχει, αυτολεξεί). Η πρόταση εντάχθηκε στο σχέδιο ~α, χωρίς περικοπές. Πβ. ανέπαφος, απαράλλαχτος. ● επίρρ.: αυτούσια & (λόγ.) αυτουσίως | |
| 8097 | αυτοφερόμενος | , η, ο [αὐτοφερόμενος] αυ-το-φε-ρό-με-νος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για κατασκευή) που μπορεί να στηρίζεται μόνη της: ~ο: αμάξωμα/πλαίσιο (αυτοκινήτου). [< γαλλ. autoportant] | |
| 8098 | αυτοφυής | , ής, ές [αὐτοφυής] αυ-το-φυ-ής επίθ. 1. ΒΟΤ. (για φυτό, δέντρο) που φυτρώνει μόνο του, χωρίς να καλλιεργηθεί· που είναι εγχώριο: ~ής: θάμνος. ~ής: βλάστηση (ΣΥΝ. άγρια, φυσική)/χλωρίδα. ~ές: δάσος.|| ~ής: πληθυσμός της κουκουναριάς (= αυτόχθων, γηγενής, ιθαγενής). 2. ΟΡΥΚΤ. (για μέταλλα) που αποτελούνται από ένα μόνο στοιχείο και υπάρχουν στη φύση σε καθαρή μορφή: ~ής: μόλυβδος/χαλκός/χρυσός. Βλ. -φυής. ● επίρρ.: αυτοφυώς [-ῶς] (λόγ.) [< 1: αρχ. αὐτοφυής] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ