Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [8980-9000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8099αυτόφωρο[αὐτόφωρο] αυ-τό-φω-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώρου}: ΝΟΜ. το δικαστήριο που δικάζει αυτόφωρα αδικήματα· συνεκδ. το χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου μπορεί ο κατηγορούμενος να παραπεμφθεί σε αυτό: παραπομπή/προσαγωγή στο ~. Οδηγήθηκε/τον πήγαν στο ~. Καταδικάστηκε από το ~. Γλίτωσε το ~.|| Δεν συνελήφθη, καθώς είχε παρέλθει το ~ (: 24 ώρες). [< γαλλ. tribunal des flagrants délits]
8100αυτόφωρος, η/ος, ο [αὐτόφωρος] αυ-τό-φω-ρος επίθ. ΝΟΜ. 1. (για αδίκημα) που γίνεται αντιληπτό τη στιγμή της διάπραξής του ή αμέσως μετά ή (για ενέργεια) που γίνεται κατά την τέλεση του αδικήματος ή αμέσως μετά: ~ο: πλημμέλημα. ~α: εγκλήματα/κακουργήματα.|| ~η: δίωξη/σύλληψη. Ακολουθήθηκε/κινήθηκε (η) ~η διαδικασία σε βάρος του. 2. (για δικαστήριο) που δικάζει αυτόφωρα αδικήματα: ~ο: μονομελές/τριμελές πλημμελειοδικείο/πρωτοδικείο (πβ. αυτόφωρο). ● ΦΡ.: επ' αυτοφώρω [ἐπ' αὐτοφώρῳ] (λόγ.): τη στιγμή της τέλεσης του αδικήματος ή αμέσως μετά: Πιάστηκε/συνελήφθη ~ ~ να ληστεύει τράπεζα (πβ. πιάνω/τσακώνω κάποιον στα πράσα). [< αρχ. αὐτόφωρος ]
8101αυτοφωτογράφιση[αὐτοφωτογράφιση] αυ-το-φω-το-γρά-φι-ση ουσ. (θηλ.) & αυτοφωτογράφηση & (συχνότ.) αυτοφωτογραφία: το να φωτογραφίζει κάποιος τον εαυτό του: ~ με χρονοδιακόπτη. Πβ. σέλφι.
8102αυτόφωτος, η, ο [αὐτόφωτος] αυ-τό-φω-τος επίθ. ΑΝΤ. ετερόφωτος 1. ΑΣΤΡΟΝ. (για ουράνιο σώμα) που είναι το ίδιο πηγή φωτός. Βλ. -φωτος. 2. (μτφ.) που η αξία του οφείλεται στις δικές του δυνάμεις, στη δική του προσπάθεια: ~ος: καλλιτέχνης. ~η: προσωπικότητα. Αυτοδημιούργητος και ~. [< μεσν. αυτόφωτος, γερμ. selbstleuchtend]
8103αυτοχαρακτηρίζομαι[αὐτοχαρακτηρίζομαι] αυ-το-χα-ρα-κτη-ρί-ζο-μαι ρ. {-στηκε, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: αποδίδω χαρακτηρισμό στον εαυτό μου: (Αρέσκεται να) ~εται (ως) δημοκράτης/διανοούμενος. Πβ. αυτοαποκαλούμαι. ΣΥΝ. αυτοπροσδιορίζομαι (2)
8104αυτόχειρας[αὐτόχειρας] αυ-τό-χει-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (λόγ.) αυτόχειρ: πρόσωπο που έχει αυτοκτονήσει: τραγικός ~.|| Επίδοξος ~.|| (ως επίθ.) ~ες: τρομοκράτες. Πβ. καμικάζι. ● ΣΥΜΠΛ.: ιδανικός αυτόχειρας: χαρακτηρισμός προσώπου που αυτοκτονεί, υπακούοντας σε ένα εσωτερικό σύστημα αξιών: Οι ~οί ~ες της παγκόσμιας δραματουργίας.|| (ΑΘΛ.) ~ ~ αποδείχτηκε η ομάδα, χάνοντας το ματς στον πόντο. [< αρχ. αὐτόχειρ]
8105αυτοχειρία[αὐτοχειρία] αυ-το-χει-ρί-α ουσ. (θηλ.) & αυτοχειριασμός (ο) (επίσ.): αυτοκτονία: Οδηγήθηκε/προέβη σε ~. Βλ. απονενοημένο (διάβημα).|| (μτφ.) Εθνική/πολιτική ~. [< αρχ. αὐτοχειρία]
8106αυτοχειριάζομαι[αὐτοχειριάζομαι] αυ-το-χει-ρι-ά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοχειριά-στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί} (λόγ.): αυτοκτονώ.
8107αυτόχθονας, η, ο βλ. αυτόχθων
8108αυτοχθονία[αὐτοχθονία] αυ-το-χθο-νί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): το να γεννιέται και να κατοικεί κάποιος στον τόπο των προγόνων του, να μην είναι μετανάστης. Βλ. εντοπιότητα. [< γαλλ. autochtonie, αγγλ. autochthony]
8829Αυτοχθόνων

βγά-ζω ρ. (μτβ.) {έβγαλα, βγάλει, (σπάν.) βγάλ-θηκε, -θεί, -μένος, βγάζ-οντας} & (λαϊκό) βγάνω 1. μετακινώ κάτι έξω από τη θέση στην οποία βρίσκεται: ~ το φαγητό από τον φούρνο/τον φελλό από το μπουκάλι/τον φορτιστή από την πρίζα (πβ. τραβώ). Έβγαλε λεφτά από το πορτοφόλι του/το όπλο και άρχισε να πυροβολεί/το τραπεζάκι στη βεράντα. Βγάλε (= πάρε) τα βιβλία από το ράφι. Βλ. ξανα~. ΑΝΤ. βάζω, τοποθετώ.|| ~ουν μετάλλευμα (= εξορύσσουν). Έβγαλε νερό από το πηγάδι (= άντλησε).|| Τον έβγαλαν (ζωντανό) από τα ερείπια (= τον ανέσυραν).|| Έβγαλε ό,τι είχε φάει (= έκανε εμετό).|| Προσπάθησε να βγάλει (= εξαγάγει) λαθραία από τη χώρα. 2. αφαιρώ, απομακρύνω: ~ τη φλούδα (= ξεφλουδίζω). ~ τα ξερά χόρτα (= ξεριζώνω). Απορρυπαντικό που ~ει (= εξαφανίζει, καθαρίζει) όλους τους λεκέδες. ~ τα φρύδια μου. Του έβγαλαν τον γύψο.|| Βγάλε (= σβήσε) τα εισαγωγικά! Αν βγάλεις από το δέκα (τα) τρία, πόσα μένουν;|| (για κάτι που φορώ:) Έβγαλε τα ακουστικά/γυαλιά/παπούτσια/ρούχα του (= ξεντύθηκε).|| Ο οδοντίατρος του έβγαλε το δόντι (= του έκανε εξαγωγή). (για ιατρική επέμβαση:) Του έβγαλαν τις αμυγδαλές/τη χολή.|| (απειλητ.) Θα σου βγάλω το μαλλί τρίχα τρίχα (= θα σε ξεμαλλιάσω)!|| (προφ.) Σιγά, θα μου βγάλεις κανένα μάτι! 3. κάνω κάποιον να βγει από τον χώρο στον οποίο βρίσκεται με δική μου εντολή ή πρωτοβουλία: Τον έβγαλε από την τάξη (= τον απέβαλε). Κατάφεραν να τον βγάλουν από τη φυλακή (= να τον αποφυλακίσουν).|| Να σε βγάλω μέχρι/ως την πόρτα (= να σε ξεπροβοδίσω).|| Έβγαλε (= πήγε) τα παιδιά (έξω) για φαγητό/το σκύλο βόλτα.|| (απειλητ.) Φύγε, γιατί θα σε βγάλω (= πετάξω) έξω με τις κλοτσιές! 4. απαλλάσσω κάποιον από δυσάρεστη συνήθ. κατάσταση: Τον έβγαλε από την αγωνία/το αδιέξοδο/τον κόπο. Για να σε βγάλω από την απορία, σου λέω ότι ...|| Τους πήγε ένα κουτί γλυκά για να βγάλει την υποχρέωση.|| Τον έβγαλαν από διευθυντή (πβ. παύω). 5. γίνομαι η αιτία να σταματήσει κάποιος να ασχολείται με κάτι: Δεν θέλω να σε βγάλω από το πρόγραμμά σου. Μια δυνατή φωνή τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Πβ. αποσπώ, εκτρέπω. 6. εξωτερικεύω, εκδηλώνω: Έβγαλε όλα του τα κόμπλεξ/όλη του την κακία/τον καλύτερό της εαυτό. Πρόσεχε τι εικόνα ~εις προς τα έξω! Πβ. δείχνω, εκφράζω, φανερώνω. Βλ. καταπιέζω, κρύβω.|| Το πρόσωπό της ~ει μια καλοσύνη (= αντανακλά, εκπέμπει). 7. ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ λόγο (= εκφωνώ, μιλώ)/(έναν) αναστεναγμό (= αναστενάζω)/κραυγή (= κραυγάζω)/συμπέρασμα (= συμπεραίνω)/σχέδια (= σχεδιάζω)/φωνή (= φωνάζω)/φωτοτυπίες (= φωτοτυπώ). ~ ακτινογραφία/τον λογαριασμό (πβ. κάνω). Έβγαλαν ανακοίνωση (= ανακοίνωσαν)/ετυμηγορία.|| (σε όχημα:) Βγάλε δεξί φλας!|| (ΑΘΛ.) Έβγαλε μπαλιά/πάσα/σέντρα. Του έβγαλε κίτρινη κάρτα (= του έδειξε).|| (για να δηλωθεί έναρξη διαδικασίας:) Θα βγάλουν το σπίτι σε δημοπρασία/σε πλειστηριασμό/προς πώληση. Τον έβγαλαν στο περιθώριο (= τον περιθωριοποίησαν). 8. παθαίνω εξάρθρωση: Έβγαλε το χέρι/τον ώμο του. 9. (για κάτι φυσιολογικό ή παθολογικό που αρχίζει να εμφανίζεται στο σώμα μου) αποκτώ: Έβγαλε τα πρώτα του δοντάκια (ενν. το μωρό)/εξανθήματα. (για έφηβο) Έχει αρχίσει να ~ει γένια. 10. (για αποδοχές) κερδίζω: Πόσα (λεφτά/χρήματα) ~εις τον χρόνο; ~ει με κόπο και ιδρώτα το μεροκάματο. Εγώ τι θα βγάλω (= τι κέρδος θα έχω); Θα βγάλουμε χοντρό παραδάκι. Δεν έχουμε βγάλει φράγκο. Πβ. οικονομώ.|| Κάνει και δεύτερη δουλειά, για να ~ει (= καλύπτει, πληρώνει) τα έξοδά του. 11. παράγω, δημιουργώ: ~ουν κρασί/λάδι. Πβ. παρασκευάζω.|| Έχει βγάλει μεγάλο έργο/πολλή δουλειά (= έχει κάνει).|| (μτφ.) Χώρα που έβγαλε μεγάλους επιστήμονες. Έβγαλαν σωστά παιδιά (= ανέθρεψαν, μεγάλωσαν). 12. γίνομαι κάτοχος επίσημου εγγράφου, μετά από σχετική αίτηση: Έβγαλε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος/διαβατήριο/ταυτότητα. 13. παρουσιάζω κάτι δημόσια: Τον έβγαλαν στα κανάλια/στην τηλεόραση.|| Έβγαλε το καινούργιο του άλμπουμ (= κυκλοφόρησε)/βιβλίο (= εξέδωσε).|| Έβγαλαν τα αποτελέσματα/την απόφαση (= δημοσίευσαν, κοινοποίησαν). 14. καταλήγω σε κάποιο αποτέλεσμα, συμπέρασμα ή σκέψη: Πόσο τα ~εις; Όσες φορές και να τα μετρήσω, πενήντα τα ~ (= υπολογίζω). Δεν τα έχεις βγάλει (= λογαριάσει) σωστά.|| Πόσο ~εις;|| Από πού τα ~εις όλα αυτά (= τα συμπεραίνεις, τα εξάγεις); 15. εκλέγω, αναδεικνύω: Τον έβγαλαν βουλευτή/δήμαρχο/πρόεδρο (= τον έκαναν). Πβ. ανακηρύσσω.|| Τι αποτέλεσμα θα βγάλει η κάλπη; 16. δίνω σε κάποιον ένα όνομα ή μια ιδιότητα: Πώς το έβγαλαν το παιδί (= το βάφτισαν);|| (ως έκφρ. δυσαρέσκειας) Βγάλε με τώρα και τρελό/ψεύτη (= πες με)! 17. περνώ, διανύω: Πώς να βγάλω τον μήνα με τόσα λίγα λεφτά;|| Δεν τον βλέπω να (τον) ~ει τον χειμώνα στη δουλειά (: θα απολυθεί).|| Αποκλείεται να τη βγάλει την ανηφόρα το αυτοκίνητο (= να την ανέβει). 18. φέρνω σε πέρας κάτι· τελειώνω, ολοκληρώνω: Τον έβγαλε τέλεια τον ρόλο του. Έβγαλε το σχολείο με άριστα. Έχει βγάλει το Πανεπιστήμιο (πβ. αποφοιτώ). 19. κερνώ, προσφέρω, φιλεύω: Μας έβγαλαν γλυκό του κουταλιού/ούζο και μεζέδες. Τι να σας βγάλω; Πβ. σερβίρω, τρατάρω. 20. περιφέρω: (ΕΚΚΛΗΣ.) Έβγαλαν δίσκο/την εικόνα/τον Επιτάφιο. 21. (συνήθ. με άρνηση, για γραφικό χαρακτήρα) διακρίνω, καταλαβαίνω: Δεν ~ τα γράμματά σου/τι γράφεις.βγάζει 1. (συνήθ. στον αόρ.) εμφανίζει, παρουσιάζει: Το δέντρο έβγαλε καρπούς/κλαδιά/μπουμπούκια/φύλλα (= πέταξε). Πβ. βλασταίνω.|| Το ταβάνι έχει βγάλει υγρασία. Το αυτοκίνητο έβγαλε βλάβη (= χάλασε).|| Το ζώο έβγαλε τρίχωμα.|| Έβγαλε ήλιο (= βγήκε ήλιος).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Όταν πάω να τρέξω το πρόγραμμα, μου ~ ένα μήνυμα που λέει ... 2. ρέει, σκορπίζει: Πληγή που ~ αίμα (= αιμορραγεί)/πύον. Η βρύση δεν ~ νερό.|| Λουλούδια που ~ουν όμορφο άρωμα (= αναδίδουν). Έβγαζε μια άσχημη μυρωδιά (= μύριζε άσχημα).|| Το κλιματιστικό ~ πολύ κρύο αέρα (= παράγει). 3. οδηγεί, καταλήγει: Πού ~ ο δρόμος/το μονοπάτι; ΣΥΝ. πηγαίνει, φτάνει.|| Η συζήτηση δεν ~ πουθενά. Δεν ξέρω πού θα βγάλει αυτή η ιστορία/η κατάσταση (: μέχρι πού θα τραβήξει). 4. προκαλεί: Ταινία που ~ μεγάλη συγκίνηση/πολύ γέλιο. ● Μτχ.: βγαλμένος , η, ο 1. που έχει προέλθει από κάπου: στίχος ~ από τη ζωή. Ένας κόσμος που μοιάζει ~ από ταινία επιστημονικής φαντασίας. 2. που έχει βγει από το σημείο σύνδεσής του: ~ος: ώμος. ~ο: πόδι/χέρι (= εξαρθρωμένο). ● ΦΡ.: και/κι όπου με βγάλει (η άκρη)/με πάει: αναλαμβάνω, ξεκινώ κάτι, χωρίς να ξέρω τον ακριβή προορισμό ή το τελικό αποτέλεσμα, χωρίς προγραμματισμό: Θα ξεκινήσω τις διακοπές μου από κάποιο νησί των Κυκλάδων ~ ~. Τι να σου πρωτογράψω; Αρχίζω ~ ~., τα βγάζουμε (από τα παιδιά πριν την έναρξη ομαδικού παιχνιδιού): να πούμε το τραγουδάκι που θα αναδείξει αυτόν που θα τα φυλάει ή που θα ξεκινήσει πρώτος: ~ ~ και όποιος μείνει τελευταίος κάνει τη μάνα., τη βγάζει (και) δεν τη βγάζει (προφ.): μόλις και μετά βίας: ~ ~ μέχρι αύριο (: μάλλον θα πεθάνει)., τη βγάζω (προφ.): ζω, περνώ: ~ ~ με δανεικά/με δυσκολία. Τη βγάλαμε ξεροσφύρι/στρωματσάδα/(στο) τζάμπα/φτηνά. Βλέπω να ~ ~ (= να μένω) καλοκαιριάτικα στην Αθήνα. Με τέτοια ζέστη να δω πώς θα τη βγάλουμε σήμερα., (δεν) βγάζω/βγαίνει νόημα βλ. νόημα, ακόμη δεν τον είδαμε (και) Γιάννη τον βαφτίσαμε/τον εβγάλαμε βλ. Γιάννης, βάζω τα χεράκια μου και βγάζω τα ματάκια/μάτια μου βλ. χεράκι, βάλε-βγάλε βλ. βάζω, βγάζει (κάτι) στην αγορά βλ. αγορά, βγάζει από/απ' τη μύγα ξίγκι βλ. ξίγκι, βγάζει αφρούς (από το στόμα/από το κακό του) βλ. αφρός, βγάζει γλώσσα βλ. γλώσσα, βγάζει μάτι/χτυπάει στο μάτι βλ. μάτι, βγάζει τ' άντερά του βλ. άντερο, βγάζει τα σωθικά του βλ. σωθικά, βγάζει/τραβάει την ουρά/ουρίτσα του (έξω/απέξω) βλ. ουρά, βγάζω (κάποιον/κάτι) στην πιάτσα βλ. πιάτσα, βγάζω (κάτι) από τη μύτη κάποιου/μου βγαίνει (κάτι) από τη μύτη βλ. μύτη, βγάζω από τα σκοτάδια βλ. σκοτάδι, βγάζω από τη μέση βλ. μέση, βγάζω ατμούς βλ. ατμός, βγάζω θέμα βλ. θέμα, βγάζω κάποιον ασπροπρόσωπο βλ. ασπροπρόσωπος, βγάζω κάποιον λάδι/κάποιος βγαίνει (/τη βγάζει) λάδι βλ. λάδι, βγάζω κάποιον μπιελάρ βλ. μπιελάρ, βγάζω κάποιον στο κουρμπέτι βλ. κουρμπέτι, βγάζω κάτι/κάποιον απ' το(ν) νου/το μυαλό/το κεφάλι/τη σκέψη (μου) βλ. νους, βγάζω λαγό/λαγούς (από το καπέλο μου) βλ. λαγός, βγάζω ρίζες βλ. ρίζα, βγάζω σε κάποιον το λάδι βλ. λάδι, βγάζω στη σέντρα βλ. σέντρα, βγάζω στο κλαρί βλ. κλαρί, βγάζω στον αέρα βλ. αέρας, βγάζω τα (ε)σώψυχά μου βλ. εσώψυχος, βγάζω τα κάστανα απ' τη φωτιά βλ. κάστανο, βγάζω τα μάτια (σε κάτι) βλ. μάτι, βγάζω τα μάτια μου βλ. μάτι, βγάζω τα σπασμένα βλ. σπασμένος, βγάζω τα συκώτια μου βλ. συκώτι, βγάζω τα/τ' απωθημένα μου βλ. απωθημένο, βγάζω τη γλώσσα (σε κάποιον/κάτι) βλ. γλώσσα, βγάζω τη μάσκα βλ. μάσκα, βγάζω την ιλαρά/τη(ν) μπέμπελη βλ. ιλαρά, βγάζω το άχτι μου βλ. άχτι, βγάζω το καπέλο σε κάποιον βλ. καπέλο, βγάζω το λαρύγγι μου/μου βγαίνει το λαρύγγι βλ. λαρύγγι, βγάζω το φίδι απ' την τρύπα βλ. φίδι, βγάζω φτερά βλ. φτερό, βγάζω/αφήνω (κάποιον) (έξω) από το παιχνίδι βλ. παιχνίδι, βγάζω/βγαίνει (κάτι) στο σφυρί βλ. σφυρί, βγάζω/βγαίνει είδηση βλ. είδηση, βγάζω/βγαίνουν (τα άπλυτα κάποιου) στη φόρα βλ. φόρα2, βγάζω/βρίσκω/πιάνω/ρίχνω γκόμενα/γκόμενο βλ. γκόμενα, βγάζω/κάνω λεφτά βλ. λεφτά, βγάζω/κατεβάζω γάλα βλ. γάλα, βγάζω/κερδίζω τα προς το ζην/το ψωμί μου βλ. κερδίζω, βγάζω/λέω κάτι από το κεφάλι/το μυαλό μου βλ. κεφάλι, βγάζω/παίρνω/πιάνω χαρτί και μολύβι βλ. χαρτί, βγάζω/πετάω σπυριά βλ. σπυρί, βγάζω/στέλνω κάποιον στον τάκο βλ. τάκος1, βγάζω/τραβάω μαχαίρι βλ. μαχαίρι, βγαίνω/βγάζω στο μεϊντάνι βλ. μεϊντάνι, βγαίνω/με βγάζει από τα ρούχα μου βλ. ρούχο, βγάλε τη σκούφια σου και βάρα με βλ. σκούφια, βγάλε το(ν) σκασμό βλ. σκασμός, δεν βγάζω άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά βλ. μιλιά, δεν βγάζω/δεν βγαίνει άκρη βλ. άκρη, δεν λέω/δεν βγάζω λέξη βλ. λέξη, έβγαλε/βγήκε βρόμα ότι ... βλ. βρόμα, ζω/τη βγάζω/περνώ σπαρτιάτικα βλ. σπαρτιατικός, θα σου βγάλω τα μάτια βλ. μάτι, θα σου/θα στα βγάλω τ' αυτιά! βλ. αυτί, κάνω/δημιουργώ/βγάζω όνομα βλ. όνομα, κόρακας κοράκου μάτι δε(ν) βγάζει βλ. κόρακας, μάτια που βγάζουν/πετούν σπίθες/φλόγες/φωτιές βλ. σπίθα, με βγάζει/βγαίνει παλικάρι βλ. παλικάρι, με φέρνει/με βγάζει ο δρόμος βλ. δρόμος, μέχρι να βγάλει ο ήλιος κέρατα βλ. κέρατο, μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία βλ. αδόξαστος, μου βγαίνει (κάτι) ξινό/βγάζω (κάτι) ξινό (σε κάποιον) βλ. ξινός, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη βλ. ψεύτης, ψεύτρα, τα βγάζω/τα φέρνω πέρα βλ. πέρα, την περνάω/την βγάζω κοτσάνι βλ. κοτσάνι, το γινάτι βγάζει μάτι βλ. γινάτι, του τα βγάζω με το τσιγκέλι βλ. τσιγκέλι, φέρνω/βγάζω/ανασύρω κάτι στην επιφάνεια βλ. επιφάνεια ● βλ. βγαίνω [< μεσν. βγάζω, εβγάζω < αρχ. ἐκβιβάζω]

8109αυτόχθων, ων, ον [αὐτόχθων] αυ-τό-χθων επίθ. {αυτόχθ-ονος | -ονες} (λόγ.) & αυτόχθονας, η, ο 1. (για πρόσ.) που γεννιέται και παραμένει στη γη των προγόνων του: ~ων/~ονας: λαός/πληθυσμός. ~ον/~ονο: φύλο. ~ονες: κάτοικοι. ~ονες: φυλές.|| (ως ουσ.) Τα δικαιώματα των ~όνων. ΣΥΝ. γηγενής, ιθαγενής (1), ντόπιος (1) ΑΝΤ. αλλογενής (1), αλλοδαπός (1), αλλόχθων (1), έποικος, ετερόχθων (1), ξένος (2) 2. που υπάρχει και αναπτύσσεται στον χώρο που δημιουργήθηκε, που είναι χαρακτηριστικός ενός τόπου: (επίσ.) ~ γλώσσα (= γηγενής, ιθαγενής).|| (ΒΟΤ.) ~ονα: φυτά. ΑΝΤ. αλλόχθων (1) 3. ΓΕΩΛ. (για στρώματα του στερεού φλοιού της Γης) που παραμένουν στον αρχικό τόπο σχηματισμού τους ή (για οργανισμούς, ορυκτά ή πετρώματα) που σχηματίστηκαν από πρώτες ύλες της περιοχής στην οποία βρίσκονται: ~ονα: ιζήματα.|| ~ων: άνθρακας. ΑΝΤ. αλλόχθων (3) [< αρχ. αὐτόχθων, γαλλ. autochtone, αγγλ. autochthon]
8110αυτόχρημα[αὐτόχρημα] αυ-τό-χρη-μα επίρρ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. πραγματικά, καθ' ολοκληρίαν, εντελώς: Είναι ~ γελοίο να ... Πβ. όντως. 2. αμέσως, αυτομάτως, κατευθείαν: Αυτό που έρχεται ~ στο μυαλό μου είναι ... Βλ. παραχρήμα. [< 1: αρχ. αὐτόχρημα]
8111αυτοχρηματοδότηση[αὐτοχρηματοδότηση] αυ-το-χρη-μα-το-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυτοχρηματοδοτούμαι: μερική/ολική ~. ~ έρευνας/πανεπιστημίου/φορέων. Βελτίωση υποδομών με ~. Βλ. -δότηση. [< αγγλ. self-financing, γαλλ. autofinancement, περ. 1943]
8112αυτοχρηματοδοτούμαι[αὐτοχρηματοδοτοῦμαι] αυ-το-χρη-μα-το-δο-τού-μαι ρ. (αμτβ.) {αυτοχρηματοδοτ-είται ..., | -ήθηκε, -ούμενος, συνήθ. στο γ΄ πρόσ.}: ΟΙΚΟΝ. (για επιχείρηση, οργανισμό) χρηματοδοτώ την οικονομική μου δραστηριότητα με δικά μου κεφάλαια ή προσελκύοντας επενδυτές: Εκδοτική προσπάθεια που ~είται. Οι δράσεις της οργάνωσης ~ούνται από τις συνδρομές των μελών της. ~ούμενο: έργο/πρόγραμμα. [< αγγλ. self-finance, 1928, γαλλ. s'autofinancer, 1952]
8113αυτοψηλάφηση[αὐτοψηλάφηση] αυ-το-ψη-λά-φη-ση ουσ. (θηλ.) & αυτοψηλάφιση: ΙΑΤΡ. αυτοεξέταση μερών του σώματος με ψηλάφηση, συνήθ. για πρόληψη ασθενειών: περιοδική/συχνή ~ του μαστού. Κάνω ~. Βλ. αυτο-διάγνωση, -εξέταση. [< γαλλ. autopalpation, 1978]
33602αυτοψία

νε-κρο-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ιατροδικαστική εξέταση πτώματος, με σκοπό την αναγνώριση της ταυτότητάς του και ιδ. την εκτίμηση της αιτίας, του τρόπου και χρόνου του θανάτου: ~-νεκροτομή. Τα αποτελέσματα της ~ας. Διενέργεια ~ας. Πβ. αυτοψία. ● ΦΡ.: η νεκροψία θα δείξει! (προφ.): για να δηλωθεί αδυναμία πρόβλεψης· για κάτι που θα κριθεί από το αποτέλεσμα: Δεν ξέρω αν η απόφαση ήταν σωστή! ~ ~! [< γαλλ. nécropsie, αγγλ. necropsy]

8114αυτοψία[αὐτοψία] αυ-το-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. επιτόπια εξέταση από δικαστή ή ανακριτικό υπάλληλο για την εξακρίβωση των πραγματικών στοιχείων σχετικά με την υπό διερεύνηση υπόθεση: διενέργεια/έκθεση/πόρισμα ~ας. Έγινε/πραγματοποιήθηκε ~ στον χώρο του εγκλήματος. Ο ιατροδικαστής έκανε ~ στο πτώμα (πβ. νεκροψία).|| (γενικότ.) ~ες κτιρίων από µηχανικούς. [< μτγν. αὐτοψία, γαλλ. autopsie, αγγλ. autopsy]
8115αυτώνω[αὐτώνω] αυ-τώ-νω ρ. (μτβ.) {αύτω-σα} (προφ.) 1. με τη γενική σημασία κάνω, όταν ο ομιλητής δεν βρίσκει το κατάλληλο ρήμα: Το ~σε, πώς το λένε, το θεώρησε το βιβλιάριο. 2. (ευφημ.) απαυτώνω.
8116αυχένας[αὐχένας] αυ-χέ-νας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ος} 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το πίσω μέρος του λαιμού, το τμήμα που συνδέει το κεφάλι με τη ράχη· σπανιότ. στενότερο τμήμα οργάνου: κάκωση/μύες/νάρθηκας (= κολάρο)/παθήσεις/τραυματισμοί του ~α. Δυσκαμψία/μασάζ/πόνος στον ~α. Πβ. σβέρκος. Βλ. τράχηλος.|| ~ του μηριαίου οστού/της μήτρας (= τράχηλος)/ουροδόχου κύστης. ~ες των δοντιών. 2. στενή δίοδος στο χαμηλότερο σημείο κορυφογραμμής: ορεινός ~. ΣΥΝ. διάσελο, κλεισούρα (3) ● ΦΡ.: κύπτω τον αυχένα βλ. κύπτω [< αρχ. αὐχήν, μεσν. αυχένας]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.