| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8117 | αυχενικός | , ή, ό [αὐχενικός] αυ-χε-νι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον ή ανήκει στον αυχένα: ~ός: πόνος. ~ή: δυσκαμψία/μοίρα της σπονδυλικής στήλης/μυελοπάθεια/χώρα. ~ό: κολάρο/μασάζ/πρόβλημα. ~οί: σπόνδυλοι. ~ά: νεύρα. ● ΣΥΜΠΛ.: αυχενικό σύνδρομο & (προφ.) αυχενικό: ΙΑΤΡ. γενική ονομασία για τις παθήσεις της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Βλ. ευθειασμός., αυχενική διαφάνεια βλ. διαφάνεια [< γαλλ. cervical] | |
| 8118 | αφ- | βλ. απο- | |
| 8148 | ΑΦ.Ε. | (η): Αφανής Εταιρεία. | |
| 8119 | αφαγία | [ἀφαγία] α-φα-γί-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) αφαγιά: στέρηση τροφής, εκούσια ή λόγω έλλειψης: Λιποθύμησε από την ~ (= πείνα) και την εξάντληση. Πβ. ασιτία. Βλ. ανορεξία, βουλιμία, μονο-, υπερ-φαγία. [< μεσν. αφαγία] | |
| 8120 | αφάγωτος | , η, ο [ἀφάγωτος] α-φά-γω-τος επίθ. & άφαγος ΑΝΤ. φαγωμένος 1. που δεν φαγώθηκε, δεν καταναλώθηκε: Φαγητά που έμειναν ~α.|| (μτφ.-προφ.) ~α: κονδύλια.|| Λάστιχα ~α (: που δεν έχουν φθαρεί). 2. (σπάν.) που δεν έχει φάει. ΣΥΝ. νηστικός ΑΝΤ. χορτάτος (1) ● ΦΡ.: και την πίτα ολόκληρη/σωστή/αφάγωτη και τον σκύλο χορτάτο βλ. πίτα [< μεσν. αφάγωτος] | |
| 8121 | αφαίμαξη | [ἀφαίμαξη] α-φαί-μα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) αφαίρεση ή απόσπαση μεγάλου χρηματικού ποσού: οικονομική ~. Φορολογική ~ (= φορο~). ~ του εισοδήματος (των μισθωτών)/των ταμείων. Πβ. άρμεγμα, ξεζούμισμα, μάδημα.|| Πληθυσμιακή ~ της υπαίθρου (= μείωση). ΣΥΝ. απομύζηση (1) 2. ΙΑΤΡ. αφαίρεση αίματος από τον οργανισμό, συνήθ. για θεραπευτικούς σκοπούς: ~ της πληγής. Βλ. φλεβοτομία.|| ~ των ζώων. [< 2: μτγν. ἀφαίμαξις, γαλλ. saignée] | |
| 8122 | αφαιμάσσω | [ἀφαιμάσσω] α-φαι-μάσ-σω ρ. (μτβ.) {αφαίμα-ξε, αφαιμά-χθηκε, -γμένος, συνήθ. στο γ' προσ.} (κυρ. μτφ.-λόγ.): κάνω αφαίμαξη: Ο πόλεμος ~ξε οικονομικά τη χώρα. [< μτγν. ἀφαιμάσσω ‘αφαιρώ αίμα’, γαλλ. saigner] | |
| 8123 | αφαίρεση | [ἀφαίρεση] α-φαί-ρε-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αφαιρώ: ~ των αυτοκόλλητων ταινιών/των επιδέσμων/ξένου σώματος/παραγράφου (= κατάργηση)/ύλης (= μείωση)/των φακών επαφής (ΑΝΤ. εφαρμογή, τοποθέτηση). Προσθήκη ή ~ αρχιτεκτονικών στοιχείων σε ένα κτίριο.|| (ΙΑΤΡ.) Θεραπευτική/λαπαροσκοπική/χειρουργική ~. Ολική ή μερική ~ του θυρεοειδούς. ~ αμυγδαλών/κύστης/μαστού (= μαστεκτομή)/όγκου (= ογκεκτομή). Έκανε ~ χολής (βλ. εγχείριση). Πβ. απόσπαση, βγάλσιμο. 2. ΜΑΘ. αριθμητική πράξη με την οποία υπολογίζεται η διαφορά μεταξύ αριθμών, πινάκων (σύμβ. το -, «πλην, μείον»): ~ από μνήμης. Κάνω ~ (= αφαιρώ). Tο αποτέλεσμα της ~ης (= διαφορά).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ δαπανών/ποσού. Τα κέρδη της τράπεζας μετά την ~ των φόρων και πριν την ~ των ζημιών είναι ... Βλ. διαίρεση, πολλαπλασιασμός, προσθ~. ΑΝΤ. πρόσθεση (1) 3. στέρηση: ~ άδειας παραμονής/αρμοδιοτήτων/διαβατηρίου/διπλώματος/πινακίδων. Χρέωση με ~ μονάδων. Πβ. αποστέρηση. 4. κλοπή: ~ αρχαιοτήτων/κοσμημάτων/χρημάτων. Πβ. αρπαγή, ιδιοποίηση, κλέψιμο, υπεξαίρεση. 5. ΦΙΛΟΣ. διάκριση του ουσιώδους από το επουσιώδες, κατανόηση γενικών, αφηρημένων εννοιών: λογική/νοητική ~. Βλ. ανάλυση. 6. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. αφηρημένη τέχνη: γεωμετρική/λυρική/οπτική ~. 7. ΓΡΑΜΜ. αποβολή του αρχικού φωνήεντος μιας λέξης, όταν η προηγούμενη τελειώνει σε φωνήεν ή δίφθογγο: Μου 'πε. [< 1,2,4,5: αρχ. ἀφαίρεσις 3: γαλλ. soustraction 6: γαλλ. abstraction] | |
| 8124 | αφαιρέσιμος | , η, ο [ἀφαιρέσιμος] α-φαι-ρέ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που είναι δυνατόν να αφαιρεθεί: ~η: μονάδα δίσκου/οροφή. Σταθερά ή ~α καθίσματα. Πβ. αποσπώμενος. [< γαλλ. soustractif] | |
| 8125 | αφαιρετέος | , α, ο [ἀφαιρετέος] α-φαι-ρε-τέ-ος επίθ. (επίσ.): που πρέπει ή πρόκειται να αφαιρεθεί: ~ο: ποσό. Βλ. -τέος. ● Ουσ.: αφαιρετέος (ο): ΜΑΘ. ο αριθμός που αφαιρείται από έναν άλλο (μειωτέο) κατά την αφαίρεση. ΑΝΤ. προσθετέος [< αρχ. ἀφαιρετέον] | |
| 8126 | αφαιρέτης | [ἀφαιρέτης] α-φαι-ρέ-της ουσ. (αρσ.) 1. ΜΑΘ. (σπάν.) μειωτέος. 2. ΠΛΗΡΟΦ. κύκλωμα που δίνει στην έξοδό του τη διαφορά των εισόδων του. Βλ. αθροιστής. [< μτγν. ἀφαιρέτης 'αυτός που αφαιρεί' 2: αγγλ. subtractor, 1950] | |
| 8127 | αφαιρετική | [ἀφαιρετική] α-φαι-ρε-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. πτώση γλωσσών (όπως της λατινικής) που δηλώνει την αφετηρία, το όργανο, τον τρόπο ή τον δράστη της ενέργειας. [< μτγν. ἀφαιρετική, λατ. ablativus] | |
| 8128 | αφαιρετικός | , ή, ό [ἀφαιρετικός] α-φαι-ρε-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αφαίρεση, με την έννοια της σχηματοποίησης ή της γενίκευσης: ~ός: λόγος. ~ή: διαδικασία/ικανότητα/σκέψη/τέχνη. ● Ουσ.: αφαιρετικό (το): ουσία που αφαιρεί κάποιο υλικό: ~ αλάτων/βερνικιού/κόλλας. ● επίρρ.: αφαιρετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αφαιρετικά χρώματα βλ. χρώμα [< μτγν. ἀφαιρετικός ‘κατάλληλος να αφαιρεί, να εξαλείφει’, γαλλ. soustractif] | |
| 8129 | αφαιρώ | [ἀφαιρῶ] α-φαι-ρώ ρ. (μτβ.) {αφαίρ-εσα, -έθηκε (λόγ. μτχ. αφαιρε-θείς, -θείσα, -θέν), -εθεί, -ώντας, αφηρημένος} 1. βγάζω, αποσπώ: ~ το καπάκι από το μπουκάλι/τα ξερά κλαδιά από τις τριανταφυλλιές. Καθαρίστε το ψάρι, ~ώντας το κεφάλι και τη ραχοκοκαλιά. Του ~εσαν τις χειροπέδες. Του έχουν ~έσει το νεφρό. ΑΝΤ. βάζω, προσθέτω.|| ~έστε τον λεκέ με υγρό πανί. Βλ. προσθ~. 2. στερώ, παίρνω από κάποιον κάτι που κατείχε: ~ ένα αξίωμα/ένα δικαίωμα/την εξουσία/προνόμια. Του ~έθηκε η άδεια οπλοφορίας.|| Του ~εσε τη ζωή (= τον δολοφόνησε, σκότωσε). Πβ. αποστερώ. 3. ΜΑΘ. κάνω την πράξη της αφαίρεσης, ελαττώνω, μειώνω: ~ την έκπτωση από την τιμή του προϊόντος/τα έξοδα από τα έσοδα. Με την αγορά ενός προϊόντος ~είται το ποσό από την κάρτα/τον λογαριασμό σας. Βλ. διαιρώ, πολλαπλασιάζω. ΑΝΤ. αθροίζω, προσθέτω (3) 4. απαλείφω, διαγράφω: ~ μια παράγραφο/σκηνές από την ταινία (= κόβω). ~εσα (= έσβησα) τους πίνακες από τα αρχεία κειμένου. 5. κλέβω: ~εσε έγγραφα από τον φάκελο και τα φωτοτύπησε. Πβ. ιδιοποιούμαι, υπεξαιρώ. ● Παθ.: αφαιρούμαι: ξεχνιέμαι, είμαι αφηρημένος: ~έθηκε την ώρα που οδηγούσε. Πβ. χαζεύω. [< γαλλ. se distraire] [< 1,3,4,5: αρχ. ἀφαιρῶ 2: γαλλ. soustraire] | |
| 8130 | αφαλατικό | [ἀφαλατικό] α-φα-λα-τι-κό ουσ. (ουδ.): υγρό προϊόν που αφαιρεί τα άλατα από το νερό: ~ πλυντηρίου πιάτων. Καθαριστικό-~. | |
| 8131 | αφαλατώνω | [ἀφαλατώνω] α-φα-λα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {αφαλάτω-σε, αφαλατώ-θηκε, -μένος}: αφαιρώ το αλάτι από θαλασσινό κυρ. νερό, ώστε να καταστεί πόσιμο ή ποτιστικό. ● Μτχ.: αφαλατωμένος , η, ο: ~α ή υφάλμυρα ύδατα. Βλ. αποσταγμένο νερό. [< γαλλ. dessaler] | |
| 8132 | αφαλάτωση | [ἀφαλάτωση] α-φα-λά-τω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του αφαλατώνω: ηλιακή ~. Υφαλμύρωση υπόγειων υδάτων και μέθοδοι ~ης. [< γαλλ. dessalement] | |
| 8133 | αφαλός | [ἀφαλός] α-φα-λός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. ομφαλός. 2. ΤΕΧΝΟΛ. άξονας, κεντρικό σημείο ή εγκοπή: ~ κλειδαριάς/τροχού. ● ΦΡ.: μου λύθηκε ο αφαλός από τα γέλια/από τον φόβο (προφ.): γέλασα, φοβήθηκα υπερβολικά. [< μεσν. αφαλός] | |
| 8134 | αφάν γκατέ | βλ. ανφάν γκατέ | |
| 8135 | αφάνα | [ἀφάνα] α-φά-να ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) φουντωτά, συνήθ. σγουρά μαλλιά. Πβ. άφρο. 2. ΒΟΤ. αγκαθωτό, θαμνώδες φυτό (οικογ. Ροδίδες). Βλ. φρύγανο. [< μεσν. αφάνα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ