| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8136 | αφανάτιστος | , η, ο [ἀφανάτιστος] α-φα-νά-τι-στος επίθ.: που δεν είναι φανατισμένος. ΑΝΤ. φανατικός (1) ● επίρρ.: αφανάτιστα | |
| 8137 | αφάνεια | [ἀφάνεια] α-φά-νει-α ουσ. (θηλ.) 1. απουσία φήμης, προβολής: απ' την ~ στο προσκήνιο. Ζει/(παρ)έμεινε/πέθανε στην ~. Καταδικάζω κάτι στην ~. Ανασύρω (κάτι)/βγαίνω από την ~. Πβ. ασημότητα. 2. ΝΟΜ. κατάσταση κατά την οποία ένα πρόσωπο κηρύσσεται δικαστικώς νεκρό, όταν ο θάνατός του είναι πολύ πιθανός, αλλά όχι βέβαιος, προκειμένου να ρυθμιστούν κληρονομικά δικαιώματα: κήρυξη σε ~. [< 1: αρχ. ἀφάνεια 2: γαλλ. absence] | |
| 8138 | αφανέρωτος | , η, ο [ἀφανέρωτος] α-φα-νέ-ρω-τος επίθ. (λογοτ.): που δεν φανερώθηκε, δεν είναι φανερός: ~η: αλήθεια. ~α: μυστικά. Πβ. ανείπωτος, ανομολόγητος, κρυφός. ΣΥΝ. άδηλος [< μεσν. αφανέρωτος] | |
| 8139 | αφανής | , ής, ές [ἀφανής] α-φα-νής επίθ. 1. που δεν φαίνεται, δεν γίνεται αντιληπτός: ~ής: αστέρας (: που η τροχιά του δεν είναι ορατή από συγκεκριμένο σημείο της Γης)/παράγοντας. Πβ. αόρατος. ΣΥΝ. αθέατος ΑΝΤ. εμφανής 2. (για πρόσ.) που δεν είναι ευρύτερα γνωστό ή δεν έχει φήμη: ~είς: ευεργέτες.|| ~ής: καλλιτέχνης (πβ. άσημος). Βλ. -φανής. ΣΥΝ. άγνωστος ΑΝΤ. επιφανής ● επίρρ.: αφανώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: αφανής εταίρος: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. πρόσωπο που μπορεί να επενδύει κεφάλαια σε επιχείρηση, αλλά δεν έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στη διοίκησή της και το όνομά του δεν εμφανίζεται στην εμπορική επωνυμία της εταιρείας. ΑΝΤ. εμφανής εταίρος [< αγγλ. sleeping/dormant partner] , αφανής ήρωας: πρόσωπο που παίζει σημαντικό ρόλο σε κάτι, χωρίς να είναι γνωστό το όνομά του., αφανής ναύτης (κυρ. σε νησιά): άγαλμα αφιερωμένο στη μνήμη όσων ναυτικών έχασαν τη ζωή τους την ώρα του καθήκοντος: μνημείο του ~ούς ~η. Βλ. άγνωστος στρατιώτης., εταιρεία συμμετοχών βλ. εταιρεία & εταιρία ● ΦΡ.: εκ του αφανούς (σπάν.-λόγ.): χωρίς να φαίνεται: Κινεί τα νήματα ~ ~ (= από το παρασκήνιο). [< αρχ. ἀφανής, γαλλ. invisible] | |
| 8140 | αφανίζω | [ἀφανίζω] α-φα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {αφάνι-σα, αφανί-στηκε, -σμένος, αφανίζ-οντας}: καταστρέφω πλήρως, εξαφανίζω, εξοντώνω: Οι πυρκαγιές ~σαν (= ερήμωσαν, ρήμαξαν) τεράστιες δασικές εκτάσεις. Πολλά είδη πανίδας και χλωρίδας έχουν ~στεί (= χαθεί) από τον πλανήτη.|| (μτφ.) ~ τον αντίπαλο (= κατατροπώνω, συντρίβω). Πβ. εξολοθρεύω. [< αρχ. ἀφανίζω] | |
| 8141 | αφανισμός | [ἀφανισμός] α-φα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & αφάνιση (η): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αφανίζω: βίαιος/μαζικός/οικολογικός ~. ~ των δασών/ενός είδους (του ζωικού βασιλείου)/ενός πολιτισμού.|| (μτφ.) ~ των αντιπάλων. Κινδυνεύει με πολιτικό ~ό. Πβ. εξαφάνιση, εξολόθρευση, εξόντωση, καταστροφή. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ἀφανισμός] | |
| 8142 | αφάνταστος | , η, ο [ἀφάνταστος] α-φά-ντα-στος επίθ.: πολύ μεγάλος, αδιανόητος: Ενοχλήθηκε σε ~ο βαθμό/σημείο. ΣΥΝ. απίστευτος (2), ασύλληπτος (1) ● επίρρ.: αφάνταστα: Με εκνευρίζει ~ (= πάρα πολύ). [< μτγν. ἀφάνταστος ‘που δεν έχει κανείς φαντστεί’] | |
| 8143 | άφαντος | , η, ο [ἄφαντος] ά-φα-ντος επίθ. 1. που εξαφανίστηκε, δεν φαίνεται πουθενά: ~ (παραμένει) ο δράστης. Πήρε ένα ταξί και έγινε ~. 2. ΝΟΜ. (για πιθανό νεκρό) που έχει κηρυχθεί σε αφάνεια. [< αρχ. ἄφαντος] | |
| 8144 | αφασία | [ἀφασία] α-φα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μερική ή ολική απώλεια της ικανότητας παραγωγής ή κατανόησης του προφορικού ή γραπτού λόγου, η οποία οφείλεται σε δυσλειτουργία των εγκεφαλικών κέντρων: αισθητική (ή αισθητηριακή)/αμνησιακή/κινητική ~. Εξελικτική/παιδική ~. ~ ενηλίκων. Πβ. αγλωσσία. Βλ. αλαλία, αφωνία, δυσφασία, παρ~.|| (κατ' επέκτ.) Έπεσε σε ~ (= κώμα). 2. (νεαν. αργκό) για κάποιον ή κάτι διασκεδαστικό, πρωτότυπο, αντισυμβατικό: Θα γελάσουμε πολύ, ο τύπος είναι (μεγάλη/σκέτη) ~!|| Το παίζει ~ (: κάνει πως δεν καταλαβαίνει). 3. (μτφ.) ασυναρτησία, αδιαφορία: ιδεολογική/κοινωνική/πνευματική/πολιτική ~. [< 1: αρχ. ἀφασία 'έλλειψη λόγου, ικανότητας ομιλίας (λόγω φόβου ή έκπληξης)', γαλλ. aphasie, αγγλ. aphasia, γερμ. Aphasie] | |
| 8145 | αφασικός | , ή, ό [ἀφασικός] α-φα-σι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αφασία: ~ές: διαταραχές. ~ά: σύνδρομα. ● Ουσ.: αφασικός, αφασική (ο/η): πρόσωπο που πάσχει από αφασία. [< γαλλ. aphasique, αγγλ. aphasic] | |
| 8146 | άφατος | , η, ο [ἄφατος] ά-φα-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν μπορεί να εκφραστεί λεκτικά, απερίγραπτος, ανείπωτος: ~ος: πόνος. ~η: ευτυχία. Πβ. άρρητος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της ανθρώπινης ύπαρξης. [< αρχ. ἄφατος] | |
| 8147 | αφγανικός | , ή, ό [ἀφγανικός] αφ-γα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το Αφγανιστάν ή/και τους Αφγανούς. [< γαλλ. afghan] | |
| 8149 | ΑΦΕ | (το): Αποδεικτικό Φορολογικής Ενημερότητας. | |
| 8150 | αφέθηκα, αφεθώ | βλ. αφήνω | |
| 8151 | αφειδώλευτος | , η, ο [ἀφειδώλευτος] α-φει-δώ-λευ-τος επίθ. (λόγ.): που προσφέρεται χωρίς φειδώ, χωρίς όρια, σε αφθονία, με γενναιοδωρία: ~η: αγάπη/βοήθεια. Πβ. απλόχερος. ΑΝΤ. φειδωλός (2) ● επίρρ.: αφειδώλευτα | |
| 8152 | αφειδώς | [ἀφειδῶς] α-φει-δώς επίρρ. (λόγ.): χωρίς φειδώ, απλόχερα: (θετ. συνυποδ.) Προσφέρει ~ τον εαυτό του στον αγώνα ενάντια ... Πβ. αφειδώλευτα, γενναιόδωρα.|| (αρνητ. συνυποδ.) Ξοδεύει/σπαταλά ~ τα χρήματά του (πβ. ασυλλόγιστα). Μοιράζει ~ (: αβέρτα) υποσχέσεις. [< αρχ. ἀφειδῶς] | |
| 8153 | αφέλεια | [ἀφέλεια] α-φέ-λει-α ουσ. (θηλ.) 1. ευπιστία, απουσία κριτικής σκέψης: παιδική ~. Είχε την ~ να πιστέψει ότι ... Πβ. απλοϊκότητα, ευήθεια. ΑΝΤ. πονηριά 2. απουσία επιτήδευσης στην έκφραση ή τη συμπεριφορά: προσποιητή ~. Απλότητα και ~. [< αρχ. ἀφέλεια, γαλλ. naïveté] | |
| 8154 | αφέλειες | [ἀφέλειες] α-φέ-λει-ες ουσ. (θηλ.) (οι): το μπροστινό τμήμα των μαλλιών, όταν είναι κομμένο μέχρι το ύψος των φρυδιών περίπου· η σχετική κόμμωση. Πβ. φράντζα. Βλ. τσουλούφι. [< γαλλ. mèches] | |
| 8155 | αφελής | , ής, ές [ἀφελής] α-φε-λής επίθ. {αφελ-ούς | -είς, (ουδ. -ή)∙ αφελέστ-ερος, -ατος} 1. (για πρόσ.) εύπιστος, απονήρευτος: Ήμουν ~ που τον εμπιστεύτηκα!|| (ως ουσ.) Εκμεταλλεύεται τους ~είς. Πβ. αγαθιάρης, ευήθης. 2. που υποδηλώνει απουσία κρίσης, σκέψης, απλοϊκός: ~ής: απορία/άποψη. Θα ήταν ~ές να υποστηρίξουμε ότι ... Πβ. παιδαριώδης. ● επίρρ.: αφελώς [-ῶς] (λόγ.) [< αρχ. ἀφελής] | |
| 8156 | αφελληνίζω | [ἀφελληνίζω] α-φελ-λη-νί-ζω ρ. (μτβ.) {αφελλήνι-σε, -στηκε, -σμένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: εξαφανίζω το ελληνικό στοιχείο, τα ελληνικά χαρακτηριστικά. ΑΝΤ. εξελληνίζω (1) [< πβ. μτγν. ἀφελληνίζω 'εκπολιτίζω'] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ