Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9040-9060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8157αφελληνισμός[ἀφελληνισμός] α-φελ-λη-νι-σμός ουσ. (αρσ.): εξάλειψη του ελληνικού στοιχείου, της ελληνικής ταυτότητας ή γενικότ. των ελληνικών χαρακτηριστικών: γλωσσικός/πλήρης/σταδιακός ~. ~ της αγοράς/ναυτιλίας/οικονομίας. ΑΝΤ. εξελληνισμός
8158αφενός & αφ' ενός[ἀφενός] α-φε-νός σύνδ. αντιθ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: αφενός (μεν) ... αφετέρου (δε)/και αφετέρου (λόγ.): από τη μία πλευρά ..., από την άλλη: Δεν έχει βρεθεί ακόμα λύση στο θέμα. ~ είναι δύσκολο, (και) ~ δεν υπάρχει θέληση. [< γαλλ. d΄une part … d΄autre part …] [< μεσν. αφ' ενός]
8159αφεντεύω[ἀφεντεύω] α-φε-ντεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) (λαϊκό): εξουσιάζω, είμαι αφέντης. Πβ. διαφεντεύω. [< μεσν. αφεντεύω]
8160αφέντης, αφέντρα[ἀφέντης] α-φέ-ντης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αφέντ-ες (λαϊκό) -άδες} & (σπάν.) αφέντισσα (η) 1. άρχοντας, ηγεμόνας: απόλυτος/σκληρός ~. ~ της περιοχής. Πβ. δεσπότης, εξουσιαστής. 2. κυρίαρχος: Ο σύζυγος ήταν ο απόλυτος ~ στο σπίτι (πβ. κύριος).|| (μτφ.) ~ντρα της καρδιάς μου. 3. (παλαιότ.) ως προσφώνηση για έκφραση σεβασμού, τιμής, αφοσίωσης (προς πατέρα, μητέρα, σύζυγο). ● ΣΥΜΠΛ.: πατέρας-αφέντης βλ. πατέρας ● ΦΡ.: η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη (παροιμ.): η υπερβολική εργασία βλάπτει σε μεγάλο βαθμό τη σωματική ή/και ψυχική υγεία., χάνει/δεν γνωρίζει ο σκύλος/το σκυλί τον αφέντη του: επικρατεί αταξία, χάος ή φασαρία. [< μεσν. αφέντης < αρχ. αὐθέντης, μεσν. αφέντρα]
8161αφεντιά[ἀφεντιά] α-φε-ντιά ουσ. (θηλ.) (προφ.-ειρων.): αντί της προσωπικής αντωνυμίας εγώ, εσύ, αυτός: Τι επιθυμεί η ~ σας; Δεν θα ασχοληθώ με την ~ σου. Να σας μιλήσω λίγο και για την ~ μου. ΣΥΝ. του λόγου/(κι) ελόγου μου/σου/του ... [< μεσν. αφεντιά]
8162αφεντικό[ἀφεντικό] α-φε-ντι-κό ουσ. (ουδ.) {σπανιότ. θηλ. αφεντικίνα} 1. (οικ.) διευθυντής, προϊστάμενος, ιδιοκτήτης μικρής συνήθ. επιχείρησης: Ζήτησε αύξηση από το ~ του. Πβ. εργοδότης.|| Πού είναι η αφεντικίνα (= η σύζυγος του ~ού ή η διευθύντρια).|| (ειδικότ.) Ο σκύλος ακολούθησε το ~ του (= τον κύριό του). 2. (γενικότ.) αυτός που εξουσιάζει, που ασκεί εξουσία: Ποιος είναι το ~ εδώ μέσα; Η ομάδα ήταν το απόλυτο ~ της αναμέτρησης (= κυρίαρχος). Δεν θέλει να έχει ~ στο κεφάλι του (πβ. έχω (κάποιον) πάνω από το κεφάλι μου).|| (ως προσφών. που εκφράζει σεβασμό) Τι κάνεις ~;|| (στον πληθ. με αρνητ. συνυποδ.) Ντόπια και ξένα ~ά. Τα μεγάλα ~ά του πλανήτη. Πβ. αφέντης, μπος. [< μεσν. αφεντικός]
8163αφεντομουτσουνάρα[ἀφεντομουτσουνάρα] α-φε-ντο-μου-τσου-νά-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-ειρων.): ο εαυτός (μου, σου, του): Μοστράρει παντού την ~ της. Πβ. αφεντιά, του λόγου/(κι) ελόγου μου/σου/του ... ΣΥΝ. αρχοντομουτσουνάρα
8164αφερέγγυος, α, ο [ἀφερέγγυος] α-φε-ρέγ-γυ-ος επίθ. 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) που δεν εμπνέει εμπιστοσύνη, αναξιόπιστος. ΑΝΤ. αξιόπιστος, φερέγγυος 2. ΝΟΜ. που αδυνατεί να εξοφλήσει τα χρέη του: ~ος: οφειλέτης. ~α: εταιρεία. [< 2: γαλλ. insolvable]
8165αφερεγγυότητα[ἀφερεγγυότητα] α-φε-ρεγ-γυ-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) αναξιοπιστία. ΑΝΤ. φερεγγυότητα 2. ΝΟΜ. (για φυσικό ή νομικό πρόσωπο) αδυναμία εξόφλησης ληξιπρόθεσμων οφειλών. [< 2: γαλλ. insolvabilité]
8166άφεριμ & αφερίμ[ἄφεριμ] ά-φε-ριμ επιφών. (λαϊκό-ειρων.): μπράβο, συγχαρητήρια. Πβ. εύγε. [< τουρκ. aferim]
8167άφεση[ἄφεση] ά-φε-ση ουσ. (θηλ.) 1. απαλλαγή από κάτι, απόδοση χάρης: ~ ποινής. 2. (σπάν.-επιστ.) το να αφήνεις κάποιον ή κάτι ελεύθερο: ~ όπλων/τορπίλης (πβ. απασφάλιση). Σύστημα ~ης νερού.|| Γραµµή ~ης (= εκκίνησης). ● ΣΥΜΠΛ.: άφεση αμαρτιών: ΕΚΚΛΗΣ. συγχώρηση: Δίνω/ζητώ/παίρνω ~ ~., άφεση χρέους: ΝΟΜ. διμερής σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη για την απαλλαγή του τελευταίου από τα χρέη του. [< γερμ. Schuldenerlass] [< 1: μτγν. ἄφεσις 2: αρχ. ~]
8168αφετέρου & αφ' ετέρου[ἀφετέρου] α-φε-τέ-ρου σύνδ. αντιθ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: αφενός (μεν) ... αφετέρου (δε)/και αφετέρου βλ. αφενός & αφ' ενός [< μεσν. αφ' ετέρου]
8169αφετηρία[ἀφετηρία] α-φε-τη-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. (τοπικό) σημείο από το οποίο ξεκινά δρομολόγιο ή διαδρομή: κεντρική ~. ~ των ΚΤΕΛ/λεωφορείων/τρόλεϊ (βλ. στάση). Εκδρομές με ~ τον ... (πβ. ορμητήριο. ΑΝΤ. προορισμός). Σημείο ~ας. Ποδηλατικός γύρος με ~ την πλατεία της πόλης.|| (ΑΘΛ. γραμμή εκκίνησης σε αγώνες:) ~ του Μαραθωνίου Δρόμου. ΑΝΤ. τέρμα, τερματισμός. Βλ. βαλβίδα. 2. (μτφ.) (απ)αρχή, έναυσμα: ιδεολογική/κοινή/πολιτική/χρονική ~. ~ της έρευνας/μιας νέας εποχής/της προσπάθειας. ~ για αλλαγές/δημιουργία (πβ. βάση). Τιμή ~ας (π.χ. για τον υπολογισμό της αμοιβής μηχανικού, βλ. τιμή εκκίνησης). ~ της κρίσης υπήρξε η ... (πβ. αφορμή). ΑΝΤ. απόληξη, κατάληξη. [< πβ. μτγν. ἀφετηρία ‘αρχική φράση (μιας συζήτησης)’]
8170αφετηριακός, ή, ό [ἀφετηριακός] α-φε-τη-ρι-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την αφετηρία, αρχικός: ~ή: βάση/διαπίστωση/θέση. ~ό: σημείο.
8171αφέτης[ἀφέτης] α-φέ-της ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. πρόσωπο αρμόδιο να δίνει το σύνθημα της εκκίνησης σε αγώνες ταχύτητας: η πιστολιά/ο πυροβολισμός του ~η. [< μτγν. ἀφέτης 'πυροβολητής', αγγλ.-γαλλ. starter]
8172άφευκτος, η, ο [ἄφευκτος] ά-φευ-κτος επίθ. (σπάν.-λόγ.): αναπόφευκτος: ~η: μοίρα. ΣΥΝ. αναπόδραστος, αναπότρεπτος ΑΝΤ. φευκτός ● επίρρ.: άφευκτα & (λόγ.) αφεύκτως [< μτγν. ἄφευκτος]
8173αφέψημα[ἀφέψημα] α-φέ-ψη-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ρόφημα που παρασκευάζεται από βρασμένα φυτικά συστατικά, συνήθ. τσάι, χαμομήλι: δυνατό/τονωτικό ~. ~ βοτάνων/μέντας. ~ με τίλιο. Πβ. ζεστό. Βλ. έγχυμα, εκχύλισμα, καφές. [< μτγν. ἀφέψημα]
8174αφή[ἁφή] α-φή ουσ. (θηλ.) 1. μία από τις πέντε βασικές αισθήσεις, που ενεργοποιείται μέσω της φυσικής επαφής του δέρματος και ιδ. των δαχτύλων των χεριών με κάτι· κατ' επέκτ. άγγιγμα: ύφασμα απαλό/τραχύ στην ~ (πβ. ακούμπημα). Πληκτρολόγιο/τεχνολογία ~ής.|| Χάρτες ~ής για τυφλούς. Ανάγνωση γραφής Μπράιγ με την ~. 2. (λόγ.) άναμμα: τελετή ~ής της ολυμπιακής φλόγας. ΑΝΤ. σβήσιμο ● ΣΥΜΠΛ.: οθόνη αφής βλ. οθόνη [< αρχ. ἁφή]
8175αφήγημα[ἀφήγημα] α-φή-γη-μα ουσ. (ουδ.): 1. ΛΟΓΟΤ. το αποτέλεσμα της αφηγηματικής πράξης, συνήθ. πεζό λογοτεχνικό έργο που αφηγείται φανταστική ή πραγματική ιστορία: αστυνομικό/(αυτο)βιογραφικό/έμμετρο/ιστορικό/ποιητικό ~. Βλ. διήγημα, πεζογράφημα. 2. ΠΟΛΙΤ. σενάριο, ισχυρισμός: κυβερνητικό/πολιτικό ~. [< 1: αρχ. ἀφήγημα ‘διήγηση, λεπτομερής έκθεση’, γαλλ. récit 2: αγγλ. narrative]
8176αφηγηματικός, ή, ό [ἀφηγηματικός] α-φη-γη-μα-τι-κός επίθ.: ΛΟΓΟΤ. που χαρακτηρίζει την αφήγηση ή ανήκει σε αυτή: ~ός: ρυθμός/χρόνος. ~ή: γλώσσα/δομή/φόρμα. ~ό: ύφος. ~οί: τρόποι (: τα συστατικά στοιχεία της αφήγησης, βλ. εσωτερικός μονόλογος, περιγραφή, διάλογος, σχόλιο). ~ές: τεχνικές (: χρόνος, απόσταση, εστίαση, φωνή). Ο ~ ιστός του βιβλίου.|| (ειδικότ., που αφηγείται μια ιστορία) ~ό: έργο/ποίημα. ~ά: μέρη κειμένου. Πβ. διηγηματικός. [< μτγν. ἀφηγηματικός ‘σχετικός με τη διήγηση’, γαλλ. narratif]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.