Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9060-9080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8177αφηγηματικότητα[ἀφηγηματικότητα] α-φη-γη-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΛΟΓΟΤ. το σύνολο των ιδιοτήτων που χαρακτηρίζουν την αφήγηση, η ικανότητα της αφήγησης. Βλ. -ότητα.
8178αφηγηματολογία[ἀφηγηματολογία] α-φη-γη-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΛΟΓΟΤ. κλάδος στο πλαίσιο των λογοτεχνικών σπουδών, με αντικείμενο κυρ. τη δομή και λειτουργία της αφήγησης. Βλ. -λογία. [< γαλλ. narratologie, 1969]
8179αφηγηματολογικός[ἀφηγηματολογικός] α-φη-γη-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΛΟΓΟΤ. που αναφέρεται στην αφηγηματολογία: ~ή: ανάλυση/προσέγγιση κειμένου. ● επίρρ.: αφηγηματολογικά [< γαλλ. narratologique]
8180αφήγηση[ἀφήγηση] α-φή-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΛΟΓΟΤ. απλή ή έντεχνη παρουσίαση ιστορίας με προφορικό ή γραπτό λόγο, εικόνα, κίνηση· διήγηση: προσωπική ~. ~ γεγονότων/παραμυθιού/περιπετειών. Η ~ της ζωής της. Το κόμικ ως εικαστική ~.|| Ιστορική/λογοτεχνική ~. Η οπτική γωνία/τα πρόσωπα/οι τεχνικές (βλ. αφηγηματικός)/ο χρόνος της ~ης. ~ σε πρώτο πρόσωπο. Αναδροµικές ~ήσεις (ή αναδροµές, φλας μπακ). Πρόδροµες ~ήσεις (ή προλήψεις). Με τον διάλογο επιτυγχάνεται ζωντάνια στην ~.|| ~ήσεις μαρτύρων. ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμική αφήγηση: εξιστόρηση αφηγηματικών γεγονότων με χρονολογική σειρά. [< αρχ. ἀφήγησις, γαλλ. narration]
8181αφηγητής[ἀφηγητής] α-φη-γη-τής ουσ. (αρσ.) , αφηγήτρια (η): πρόσωπο που αφηγείται μια ιστορία: ανώνυμος ~. Λαϊκοί ~ές (= παραμυθάδες).|| (ΛΟΓΟΤ.) Πρωτοπρόσωπος/τριτοπρόσωπος ~. Παντογνώστης ~ (: που γνωρίζει τα πάντα, αλλά δεν εμφανίζεται μέσα στην αφήγηση). ~ που είναι και κεντρικός ήρωας μυθιστορήματος. [< πβ. μτγν. αφηγητής 'οδηγός, καθοδηγητής', γαλλ. narrateur]
8182αφηγούμαι[ἀφηγοῦμαι ] α-φη-γού-μαι ρ. (μτβ.) {αφηγ-είται ...| αφηγ-ήθηκε, -ούμενος}: παρουσιάζω ιστορία, κατάσταση, θέμα (με προφορικό ή γραπτό λόγο, εικόνα, κίνηση)· εξιστορώ: ~ τις αναμνήσεις/περιπέτειές μου. ~ από μνήμης/παραστατικά. Η ταινία ~είται τη ζωή και τη δράση του ήρωα. ΣΥΝ. διηγούμαι [< αρχ. ἀφηγοῦμαι, γαλλ. narrer]
8183αφήλιο[ἀφήλιο] α-φή-λι-ο ουσ. (ουδ.) {αφηλίου}: ΑΣΤΡΟΝ. το πιο απομακρυσμένο από τον ήλιο σημείο της τροχιάς ουράνιου σώματος που περιστρέφεται γύρω από αυτόν. Βλ. μετάπτωση ισημεριών. ΑΝΤ. περιήλιο [< γαλλ. aphélie, αγγλ. aphelion]
8184άφημα[ἄφημα] ά-φη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το να αφήνει κάποιος κάτι: απότομο/σταδιακό ~ και πάτημα του γκαζιού.
8185αφηνιάζω[ἀφηνιάζω] α-φη-νι-ά-ζω ρ. {αφηνία-σα κ. αφήνιασα, -σμένος} 1. (μτφ.) χάνω τον έλεγχο, παραφέρομαι, παρεκτρέπομαι: ~σε κι όρμησε εναντίον του έξαλλος. ~σμένο: πλήθος. ~σμένοι: οπαδοί. Πβ. αγριεύω, εξαγριώνομαι, λυσσώ, μαν-, φρεν-ιάζω. 2. (για ζώα, κυρ. άλογα) τρέχω εκτός ελέγχου, χωρίς να υπακούω στις εντολές του αναβάτη. [< μτγν. ἀφηνιάζω ‘αντιστέκομαι (στα χαλινάρια)’]
8186αφήνω[ἀφήνω] α-φή-νω ρ. (μτβ.) {άφη-σα (λαϊκό) άφηκα, (προστ. άφη-σε, αφή-στε κ. άσε, άστε), αφέ-θηκα, αφη-μένος, αφήν-οντας} 1. σταματώ να κρατώ κάποιον ή κάτι· (απ)ελευθερώνω: ~σε τα χέρια μου ελεύθερα! Μη μ' ~σεις, θα πέσω. Άσε με!|| ~ το γκάζι (= δεν το πατώ).|| ~ κρατούμενο/όμηρο. 2. ακουμπώ, αποθέτω, τοποθετώ κάτι ή κάποιον σε συγκεκριμένο σημείο: Άσε τις βαλίτσες κάτω (ΑΝΤ. πάρε, πιάσε, σήκωσε). Γιατί ~εις (: παρατάς) τα πράγματά σου όπου βρεις; Βιβλία ~μένα στο πάτωμα.|| ~σα (= ξέχασα) τα κλειδιά μου στο σπίτι.|| ~σα (= πάρκαρα) το αυτοκίνητο μακριά.|| (σε οδηγό ταξί) ~στε με εδώ (: θα αποβιβαστώ, θα κατέβω).|| (μτφ.) Το ~ (= εμπιστεύομαι) στην κρίση σου. ~ (κάποιον) στο μαγαζί (βλ. αφήνω κάποιον στο πόδι μου). 3. εγκαταλείπω συνήθ. οριστικά ή σταματώ να κάνω κάτι: ~ τα όνειρά/σχέδιά μου. ~ μια δουλειά/μια θέση (= παραιτούμαι). Τον ~ουν σιγά-σιγά οι δυνάμεις του (πβ. εξασθενώ). ~σε το πανεπιστήμιο/σχολείο (= διέκοψε, παράτησε). Τους ~σαν στο έλεος του εχθρού. Δεν μπορώ να σε ~σω (= αποχωριστώ). Άστον μόνο του! Την/τον ~σε (= χώρισε).|| ~σε (= έφυγε, μετακόμισε από) το χωριό του και εγκαταστάθηκε στην πόλη.|| Πρέπει να σε ~σω τώρα (: κλείνοντας τηλεφωνική συνομιλία).|| Άσε τα αστεία/την πλάκα (= κόψε)/τα ψέματα!|| (σπάν.) Δεν μπορεί να ~σει (= κόψει) το ποτό. 4. επιτρέπω, προσφέρω τη δυνατότητα: ~ κάποιον να περάσει (πρώτος)/ένα αυτοκίνητο να προσπεράσει. Υλικό που δεν ~ει τον αέρα να περάσει (= αεροστεγές). ~σε ανοιχτό το ενδεχόμενο να .../να εννοηθεί ότι ... Δεν ~σε περιθώρια (αντίδρασης). ~σες να χαθεί (= δεν εκμεταλλεύτηκες) τέτοια ευκαιρία; Πώς τον ~ουν να κυκλοφορεί ελεύθερος; Δεν με ~σε (= μου απαγόρευσε) ο πατέρας μου να έρθω στην εκδρομή. Δεν μας ~σαν (= μας εμπόδισαν, πβ. τρώω πόρτα) να μπούμε στο μαγαζί. Δεν θα το ~σω να περάσει έτσι! Δεν μου ~σε άλλη επιλογή. Άσε τους άλλους να λένε ό, τι θέλουν (= αδιαφόρησε)! 5. δεν χρησιμοποιώ ή δεν καταναλώνω (κάτι), διατηρώ τη θέση ή την κατάστασή του: Ελπίζω να ~σες φαγητό και για μένα. Άσε τα πράγματα στη θέση τους. ~ τα μακαρόνια να βράσουν.|| ~ (κάποιον) στην άγνοια. 6. δεν κάνω κάτι, αναβάλλω για αργότερα: ~ τον λογαριασμό απλήρωτο/το παράθυρο ανοιχτό/το φως αναμμένο. ~σα τη δουλειά ατελείωτη/μισή. Άσε (= περίμενε) πρώτα να δούμε τι θα κάνει ... Ας ~σουμε αυτή τη συζήτηση, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Πβ. μεταθέτω. 7. δίνω ή κληροδοτώ: ~ πουρμπουάρ. ~σέ μου τη διεύθυνσή/το τηλέφωνό σου και θα σε ειδοποιήσω. Θα μου ~σεις (= δανείσεις) το αυτοκίνητό σου για λίγες ώρες; ~σε παραγγελία (= παρήγγειλε) στον ... Μου ~σε το κλειδί του σπιτιού του, για να ποτίζω τα λουλούδια. Πβ. παραχωρώ.|| Από εκατό ευρώ μου το ~σε εβδομήντα (: το πούλησε σε χαμηλότερη τιμή).|| (στο γ' πρόσ.) Δουλειά που ~ει κέρδος. Πβ. αποδίδει, αποφέρει.|| (για προθεσμία) ~σέ μου λίγες ώρες να το σκεφτώ.|| Παρακαλώ ~στε μήνυμα στον τηλεφωνητή.|| ~ κληρονομιά. 8. δημιουργώ, προκαλώ κάτι, συχνά αρνητικό· οδηγώ κάποιον σε ορισμένη κατάσταση: (για δημιουργία ελεύθερου χώρου:) ~ απόσταση/τόπο (μεταξύ πραγμάτων/στοιχείων κ.λπ.). ~στε λίγο περιθώριο στα αριστερά του γραπτού.|| ~ αιχμές/υπαινιγμούς (πβ. πετάω σπόντες). Κάποιος/κάτι με ~ει αδιάφορο/έκπληκτο. Με ~σες με τη(ν) αίσθηση/βεβαιότητα ότι/πως … Η κατάθεσή του ~σε πολλά ερωτηματικά.|| Σύστημα καθαρισμού που δεν ~ει σημάδια. ~ (κάποιον) μετέωρο/ξεκρέμαστο. Ο τυφώνας ~σε χιλιάδες άστεγους. 9. (οικ.) απορρίπτω, κόβω: Δεν ~σε κανέναν στην ίδια τάξη (= τους πέρασε όλους). Βλ. προβιβάζω. ● Παθ.: αφήνεται: βρίσκεται στην εξουσία κάποιου, εξαρτάται από αυτόν: Η απόφαση ~ στη διακριτική ευχέρεια των αρμοδίων. Η τελική επιλογή ~ στον αγοραστή. Πβ. εναπόκειται, επαφίεται., αφήνομαι: παραδίνομαι, χαλαρώνω, δεν αντιστέκομαι σε κάτι: ~ στην απελπισία/στις σκέψεις. Βλ. ενδίδω.|| ~ στο έλεος του Θεού/στα χέρια του γιατρού. Κλείσε τα μάτια και ~ήσου/(σπανιότ.) ~έσου στον ρυθμό της μουσικής. ● ΦΡ.: άσε (προφ.-επιτατ.): ως εισαγωγικός δείκτης για κάτι δυσάρεστο ή αρνητικό: ~, τράκαρα με το αυτοκίνητο! ~ τι έπαθα χθες ..., άσε που (προφ.): επιπλέον, επίσης, επιπρόσθετα: Δεν έχω λεφτά για διακοπές, ~ ~ δεν έχω και χρόνο. Πβ. μεταξύ των άλλων. ΣΥΝ. μεταξύ (των) άλλων, άστα (να πάνε) (καλύτερα) & άσε καλύτερα (οικ.): μην το συζητάς, η κατάσταση είναι απογοητευτική: ~ ~, τα 'χω φορτώσει στον κόκορα. Το πρόγραμμα ήταν ~ ~ (= χάλια). Όσο για τη δουλειά, άσε καλύτερα ... Πβ. μην τα ρωτάς. ΣΥΝ. βράσε ρύζι/όρυζα, άστα αυτά & άστ'/ασ’ τ’ αυτά (προφ.): προτρεπτικά σε κάποιον, για να σταματήσει να λέει άσχετα πράγματα ή να κάνει κάτι: ~ ~ τώρα και βοήθησέ με να ..., άστα βράστα & ασ' τα βράσ' τα (οικ.): για να δηλωθεί δυσαρέσκεια, απογοήτευση σχετικά με μια κατάσταση., αφήνω (κάτι) στην τύχη (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): δεν ασχολούμαι με ή δεν επεμβαίνω σε κάτι. [< αγγλ. leave to chance] , αφήνω γεια 1. (οικ.-λογοτ.) αποχαιρετώ, εγκαταλείπω ή (σπάν.) πεθαίνω. 2. (αργκό) χαλάω: Ο υπολογιστής μάς άφησε ~, αφήνω κάποιον στη δυστυχία του: τον εγκαταλείπω χωρίς φροντίδα ή βοήθεια, δείχνω πλήρη αδιαφορία., αφήνω μούσι/μουστάκι/γένια/μαλλιά: δεν τα κόβω για να μεγαλώσουν., αφήνω στο σκοτάδι (μτφ.): κρατώ κάποιον σε άγνοια σχετικά με κάτι. [< αγγλ. leave someone in the dark] , αφήνω στον τόπο: προκαλώ ακαριαίο θάνατο. Πβ. θανατώνω, σκοτώνω., αφήνω το στίγμα/τη σφραγίδα μου (κάπου) {συνηθέστ. στον αόρ.} & (σπανιότ.) τη στάμπα μου (μτφ.): επιδρώ σε μεγάλο βαθμό: ~ησε ~ του στην πολιτική/στον πολιτισμό., αφήνω τον εαυτό μου ελεύθερο: δεν τον περιορίζω, κατ' επέκτ. χαλαρώνω: Άσε τον εαυτό σου ~ κι απόλαυσέ το!, άφησε την τελευταία του πνοή: πέθανε., δεν αφήνω (κάποιον) (να σταθεί) σε χλωρό κλαρί & (σπανιότ.) κλαδί: καταδιώκω κάποιον παντού, δεν τον αφήνω ήσυχο., θα αφήσουμε/σιγά μην αφήσουμε τον γάμο να πάμε για πουρνάρια (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι δεν πρόκειται να παρατήσουμε κάτι σημαντικό, για να ασχοληθούμε με κάτι ασήμαντο., μας άφησε χρόνους 1. πέθανε. 2. (χιουμορ.) χάλασε: Μάλλον θα μας ~ήσει ~ η μηχανή/η συσκευή!, την αφήνω {συνήθ. στον αόρ.} (προφ.): κλάνω. ΣΥΝ. την αμολάω (2), (αφήνω/μένει) το πεδίο/το έδαφος ελεύθερο βλ. ελεύθερος, αμολώ/ρίχνω/αφήνω (πίσω μου) μελάνι βλ. μελάνι, άσε τα σάπια! βλ. σάπιος, άστον/άσ' τον να λέει βλ. λέω, αφήνει την εντύπωση βλ. εντύπωση, αφήνω (κάποιον) στον άσο βλ. άσος, αφήνω (κάποιον)/δίνω (σε κάποιον) να καταλάβει βλ. καταλαβαίνω, αφήνω (κάποιον/κάτι) σύξυλο/μένω σύξυλος βλ. σύξυλος, αφήνω (το) πλεονέκτημα βλ. πλεονέκτημα, αφήνω ανοιχτό (ένα) παράθυρο βλ. παράθυρο, αφήνω κάποιον άφωνο βλ. άφωνος, αφήνω κάποιον μπουκάλα βλ. μπουκάλα, αφήνω κάποιον στο ακουστικό του βλ. ακουστικό, αφήνω κάποιον στο πόδι μου βλ. πόδι, αφήνω κάποιον/κάτι πίσω (μου) βλ. πίσω, αφήνω λάσκα βλ. λάσκος, αφήνω τα θρανία βλ. θρανίο, αφήνω τα κόκαλά μου κάπου βλ. κόκαλο, αφήνω τα προσχήματα βλ. πρόσχημα, αφήνω την καρδιά μου να μιλήσει βλ. καρδιά, αφήνω την πόρτα ανοιχτή για/σε κάτι βλ. πόρτα, αφήνω χώρο βλ. χώρος, αφήνω/βάζω (κάτι) κατά μέρος βλ. μέρος, αφήνω/δίνω σε κάποιον την πρωτοβουλία βλ. πρωτοβουλία, αφήνω/εγκαταλείπω/παρατώ κάποιον/κάτι στην τύχη/στη μοίρα του βλ. τύχη, αφήνω/παρατάω κάποιον ήσυχο/στην ησυχία του βλ. ήσυχος, αφήνω/παρατάω στη μέση βλ. μέση, αφήνω/παρατώ (κάποιον) στα κρύα του λουτρού βλ. λουτρό, αφήνω/παρατώ κάποιον στο(ν) δρόμο βλ. δρόμος, αφήνω/πετάω/ρίχνω σπόντες/μπηχτές/καρφιά βλ. σπόντα, άφησε/θα αφήσει εποχή βλ. εποχή, βάζω (ή αφήνω/εξωθώ/θέτω) κάποιον/μπαίνω στο περιθώριο βλ. περιθώριο, δεν αφήνει τίποτα να πέσει κάτω βλ. πέφτω, δεν αφήνω κάποιον/κάτι από τα μάτια μου βλ. μάτι, δεν αφήνω/δεν χάνω ευκαιρία για/να ... βλ. ευκαιρία, δεν έμεινε πέτρα πάνω στην πέτρα βλ. πέτρα, δεν έμεινε/δεν άφησαν (ούτε) κολυμπηθρόξυλο (όρθιο) βλ. κολυμπηθρόξυλο, δεν έμεινε/δεν άφησαν τίποτα όρθιο βλ. τίποτα, δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω βλ. δρόμος, μάθε τέχνη κι άστηνε (κι αν πεινάσεις πιάστηνε) βλ. τέχνη, μένω άγαλμα βλ. άγαλμα, μένω/αφήνω κόκαλο βλ. κόκαλο, τα πράγματα πήραν το(ν) δρόμο τους βλ. δρόμος, τον άφησε σέκο βλ. σέκος [< μεσν. αφήνω < αρχ. ἀφίημι, γαλλ. laisser, αγγλ. leave – παλαιότ. ορθογρ. αφίνω]
8187αφηρημάδα[ἀφηρημάδα] α-φη-ρη-μά-δα ουσ. (θηλ.): έλλειψη συγκέντρωσης και (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) ενέργεια που οφείλεται σε αυτή: στιγμιαία ~. Από ~ άφησε την πόρτα ανοιχτή.|| ~ες (= απροσεξίες) και λάθη. ΑΝΤ. προσοχή (1) [< γαλλ. abstraction]
8188αφηρημένος, η, ο [ἀφηρημένος] α-φη-ρη-μέ-νος επίθ. 1. που είναι απορροφημένος σε κάτι άλλο από αυτό που συμβαίνει γύρω του: ~ος: οδηγός. ~ο: βλέμμα (βλ. ονειροπόλος). ~οι και υπερκινητικοί μαθητές. Τελευταία είναι διαρκώς/μονίμως ~ (= αφαιρείται). ΑΝΤ. προσηλωμένος, συγκεντρωμένος. 2. (κυρ. στη ΦΙΛΟΣ.) που είναι διανοητικό προϊόν, που δεν είναι αισθητός, χειροπιαστός ή συγκεκριμένος: ~ος: όρος. ~η: διατύπωση (πβ. γενική)/ιδέα/μορφή. ~ο: σχήμα. ~ες: έννοιες. Σε ~ο επίπεδο (πβ. θεωρητικό). ΑΝΤ. απτός.|| (ως ουσ., λόγ.) Μετάβαση από το συγκεκριμένο στο ~ο.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ., που δεν αναπαριστά τον αισθητό κόσμο, πραγματικό ή φανταστικό) ~ος: πίνακας. ~η: ζωγραφική. ~ο: γλυπτό.|| ~ες: επιστήμες (όπως: λογική, μαθηματικά). (ΜΑΘ.) ~η: άλγεβρα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: μηχανή (: θεωρητικό μοντέλο του υλικού ή του λογισμικού υπολογιστικού συστήματος που χρησιμοποιείται στη θεωρία των αυτομάτων). ● επίρρ.: αφηρημένα ● ΣΥΜΠΛ.: αφηρημένο ουσιαστικό: ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει έννοια η οποία δεν γίνεται αντιληπτή με τις αισθήσεις: λ.χ. "δικαιοσύνη". ΑΝΤ. συγκεκριμένο ουσιαστικό, αφηρημένοι αριθμοί: που δεν αντιστοιχούν σε ορισμένη ποσότητα ή μέγεθος: π.χ. 11 (σε αντιδιαστολή προς το 11 μήνες)., αφηρημένη τέχνη βλ. τέχνη, αφηρημένος εξπρεσιονισμός βλ. εξπρεσιονισμός [< αρχ. ἀφῃρημένος 'που έχει στερηθεί κάτι' 1: γαλλ. distrait 2: γαλλ. abstrait, αγγλ. abstract]
8189ΑΦΗΣ(η): Ανακύκλωση Φορητών Ηλεκτρικών Στηλών.
8190άφθα[ἄφθα] ά-φθα ουσ. (θηλ.) & άφτρα: ΙΑΤΡ. μικρό έλκος συνήθ. της στοματικής κοιλότητας: Βγάζω ~ες (στο στόμα ή τη γλώσσα). [< αρχ. ἄφθα, γαλλ. aphte, αγγλ. aphtha]
8192άφθαρτος, η, ο [ἄφθαρτος] ά-φθαρ-τος επίθ.: που δεν φθείρεται ή δεν έχει υποστεί φθορά: ~ο: υλικό (ΑΝΤ. φθαρμένο).|| (μτφ.) ~ες: αξίες (= ακατάλυτες).|| (ΘΕΟΛ.) Η φύση του Θεού είναι ~η και αναλλοίωτη (πβ. αθάνατη, αιώνια, παντοτινή). ΑΝΤ. φθαρτός [< αρχ. ἄφθαρτος]
8193άφθαστος & άφταστος, η, ο [ἄφθαστος] ά-φθα-στος επίθ. 1. που δεν μπορεί κανείς να τον ξεπεράσει: ~ος: ηρωισμός/τεχνίτης (πβ. αμίμητος). ~ο: έργο/μεγαλείο. ~η σε εξυπνάδα/ομορφιά. Προϊόντα ~ης ποιότητας. ΣΥΝ. ανυπέρβλητος (2), αξεπέραστος (1), απαράμιλλος, άπιαστος (3), ασύγκριτος (1), ασυναγώνιστος, μοναδικός (2) 2. που δεν μπορεί να επιτευχθεί, να πραγματοποιηθεί: ~ος: στόχος. ~ο: όνειρο. ΣΥΝ. ανέφικτος, άπιαστος (2), απλησίαστος (3) [< μτγν. ἄφθαστος]
8194αφθονεί[ἀφθονεῖ] α-φθο-νεί ρ. (αμτβ.) {κυρ. σε ενεστ. κ. παρατ. αφθονούσε}: υπάρχει σε αφθονία, πληθώρα: Είδη φυτών που ~ούν στην περιοχή. Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. ελλείπει, σπανίζει
8195αφθονία[ἀφθονία] α-φθο-νί-α ουσ. (θηλ.): ποσότητα μεγαλύτερη από την αναγκαία: υλική ~. ~ αγαθών/πληροφοριών. Πηγές ενέργειας που υπάρχουν σε/(λόγ.) εν ~ στη φύση. Πβ. περίσσεια, πληθώρα. Βλ. υπερ-αφθονία, -επάρκεια.|| To κέρας της ~ας (= Αμάλθειας). ΑΝΤ. ανεπάρκεια (1), έλλειψη (1), σπανιότητα ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνία της αφθονίας: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. αναπτυγμένη οικονομικά, καταναλωτική κοινωνία. [< αγγλ. affluent society, 1958] [< αρχ. ἀφθονία]
8196άφθονος, η, ο [ἄφθονος] ά-φθο-νος επίθ.: που υπάρχει σε μεγάλη ποσότητα, μεγαλύτερη από την αναγκαία: ~ος: χρόνος/χώρος. ~η: βλάστηση. ~ο: φως (= άπλετο). ~α: προϊόντα. Πίνετε ~ο νερό. Πβ. μπόλικος, περίσσιος, πληθωρικός, υπεραρκετός. Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. λίγος (1), λιγοστός ● επίρρ.: άφθονα & (λόγ.) -όνως [< αρχ. ἄφθονος]
8197αφθώδης, ης, ες [ἀφθώδης] α-φθώ-δης επίθ. {αφθώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που εκδηλώνεται με άφθες: ~ης: στοματίτιδα. Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: αφθώδης πυρετός: ΚΤΗΝ. οξεία, μεταδοτική και ιογενής ασθένεια που προσβάλλει κυρ. αιγοπρόβατα, βοοειδή και χοίρους. [< αρχ. ἀφθώδης, γαλλ. aphteux, αγγλ. aphthous]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.