Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9080-9100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8198αφίδα[ἀφίδα] α-φί-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΓΕΩΠ. μελίγκρα. [< αγγλ. aphid, γαλλ. aphidés]
8199αφιέρωμα[ἀφιέρωμα] α-φι-έ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {αφιερώμ-ατος | -ατα} 1. ειδική έκδοση ή τιμητική εκδήλωση για μια προσωπικότητα ή ένα (σπουδαίο) γεγονός: εντυπωσιακό/ιστορικό/κινηματογραφικό/μουσικό/πλούσιο/πρωτότυπο/τηλεοπτικό/τιμητικό/φωτογραφικό ~. ~ στη ζωή και το έργο του μεγάλου ποιητή/στον ζωγράφο ... ~ατα σε ραδιοφωνικές εκπομπές. (Δι)οργανώνω/παρουσιάζω ~. Το ~ περιλαμβάνει ... Τεύχος που φιλοξενεί ένα μεγάλο ~ στην ψηφιακή φωτογραφία. 2. ό,τι προσφέρεται σε θεό, ιερό πρόσωπο ή ναό: εικόνα γεμάτη/καλυμμένη με ~ατα. Τα ~ατα (= τάματα) των πιστών.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Λίθινα/χάλκινα ~ατα. Ειδώλια, ~ατα (= αναθήματα) σε ιερό. [< 1: γαλλ. offert(s) à 2: μτγν. ἀφιέρωμα]
8200αφιερωματικός, ή, ό [ἀφιερωματικός] α-φι-ε-ρω-μα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που γίνεται ή προσφέρεται ως αφιέρωμα: ~ός: τόμος (πβ. χαριστήριος). ~ή: έκδοση. ~ό: έτος/τεύχος.
8201αφιερώνω[ἀφιερώνω] α-φι-ε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αφιέρω-σα, αφιερώ-σω, -θηκα, -μένος, αφιερών-οντας} 1. προσφέρω κάτι σε κάποιον σε ένδειξη τιμής, εκτίμησης, φιλίας, αγάπης: ~ ένα βραβείο/ποίημα (= χαρίζω)/τραγούδι σε κάποιον. ~σε το βιβλίο στους γονείς της (: με αναγραφή των ονομάτων τους). Εκδήλωση/συναυλία ~μένη στη μνήμη των θυμάτων. 2. διαθέτω: ~ χρόνο (βλ. αναλώνω, ξοδεύω) στην οικογένειά μου. ~σε (= έδωσε, θυσίασε· πβ. αφοσιώθηκε) τη ζωή του στη μάχη κατά του καρκίνου. Το περιοδικό ~σε δισέλιδο άρθρο στον διαπρεπή επιστήμονα. Η τελευταία ενότητα του συνεδρίου ήταν ~μένη στην (= είχε ως θέμα την) τοπική ιστορία. 3. δωρίζω κάτι σε θεό, ιερό πρόσωπο ή σε ναό: ~ μια εικόνα. Βωμός ~μένος στον Δία. Πβ. χαρίζω. ● Παθ.: αφιερώνομαι: αφοσιώνομαι, προσφέρω όλες μου τις δυνάμεις: ~θηκε στην επιστήμη/στην τέχνη του. ~θηκε στον αγώνα για την προστασία του περιβάλλοντος/κατά της βίας. [< μτγν. ἀφιερῶ, γαλλ. consacrer]
8202αφιέρωση[ἀφιέρωση] α-φι-έ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. οτιδήποτε γράφεται ή λέγεται, συνοδεύοντας κάτι που προσφέρεται· ειδικότ. τραγούδι που αφιερώνεται σε κάποιον: μουσική/προσωπική/χειρόγραφη ~. Αυτόγραφο/φωτογραφία με ~. Το βιβλίο έχει/φέρει ιδιόχειρη ~ του συγγραφέα.|| Ραδιοφωνική εκπομπή με ζωντανές ~ώσεις. Κάνω μια ~. 2. προσφορά δυνάμεων για ορισμένο σκοπό, αφοσίωση: ~ στην επιστήμη/στην τέχνη. Οι σπουδές προϋποθέτουν ~ χρόνου και κόπου. Πβ. δόσιμο. 3. τιμητική προσφορά: (στην αρχαιότητα) ~ αγάλματος σε ναό. [< μτγν. ἀφιέρωσις, γαλλ. dédicace]
8203αφικνούμαι[ἀφικνοῦμαι] α-φι-κνού-μαι ρ. (αμτβ.) {συνήθ. αφίχθ-η, -ησαν ... (μτχ. αφιχθ-είς, -είσα, -έν)} (λόγ.): φτάνω: Αφίχθη αεροπορικώς από την ... Τα εμπορεύματα αφίχθησαν στο τελωνείο. ΑΝΤ. αναχωρώ ● βλ. αφιχθείς [< αρχ. ἀφικνοῦμαι]
8204αφιλοκέρδεια[ἀφιλοκέρδεια] α-φι-λο-κέρ-δει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη επιδίωξης κέρδους. Πβ. ανιδιοτέλεια. ΑΝΤ. απληστία (1), φιλοκέρδεια
8205αφιλοκερδής, ής, ές [ἀφιλοκερδής] α-φι-λο-κερ-δής επίθ. {αφιλοκερδ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} & αφιλόκερδος, η, ο (λόγ.): που δεν στοχεύει στην απόκτηση κέρδους: ~ής: οργανισμός (= μη κερδοσκοπικός). ~ής: παροχή υπηρεσιών/προσφορά. Πβ. ανιδιοτελής. ΑΝΤ. φιλοκερδής ● επίρρ.: αφιλοκερδώς [-ῶς] (λόγ.): Εργάζεται ~. Πβ. ακερδώς.
8206αφιλόξενος, η, ο [ἀφιλόξενος] α-φι-λό-ξε-νος επίθ.: που δεν παρέχει φιλοξενία· (συνηθέστ. για τόπο) εχθρικός, δυσπρόσιτος, δύσβατος: ~η: πόλη. ~ο: περιβάλλον. Μέρη ~α για τον άνθρωπο. ΣΥΝ. άξενος ΑΝΤ. φιλόξενος [< μτγν. ἀφιλόξενος]
8207άφιλος, η, ο [ἄφιλος] ά-φι-λος επίθ. (λόγ.): που δεν είναι φιλικός: ~ο και άξενο περιβάλλον. Βλ. -φιλος. ΣΥΝ. εχθρικός (2) [< αρχ. ἄφιλος]
8208αφιλότιμος, η, ο [ἀφιλότιμος] α-φι-λό-τι-μος επίθ. 1. που δεν έχει φιλότιμο ή ευσυνειδησία. ΑΝΤ. φιλότιμος 2. (μτφ.-οικ.) χαρακτηρισμός που αποδίδεται σε κάποιον, για να εκφραστεί μομφή, έκπληξη, αστεϊσμός ή θαυμασμός: Πού τα βρίσκει ο ~ αυτά που λέει; Πβ. άτιμος, κερατάς, μπαγάσας. [< αρχ. ἀφιλότιμος 'που δεν επιδιώκει τιμές, αξιώματα']
8209αφιλτράριστος, η, ο [ἀφιλτράριστος] α-φιλ-τρά-ρι-στος επίθ. ΑΝΤ. φιλτραρισμένος. 1. που δεν έχει περάσει από φίλτρο: ~ος: αέρας/καπνός. ~ο: νερό. ΣΥΝ. αδιύλιστος 2. (μτφ.) που δεν έχει υποστεί επεξεργασία, έλεγχο: ~ες: πληροφορίες.
8210άφιλτρος, η, ο [ἄφιλτρος] ά-φιλ-τρος επίθ./ουσ.: που δεν έχει φίλτρο: (ως ουσ.) Κάπνιζε ~α (ενν. τσιγάρα).
8211άφιξη[ἄφιξη] ά-φι-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) αφίξ-εως | -εις, -εων} (επίσ.): ερχομός· η στιγμή που κάποιος φτάνει κάπου: καθυστερημένη/μαζική/προγραμματισμένη ~. ~ αμαξοστοιχίας/ασθενοφόρου. ~ στο ξενοδοχείο. ~ ανθρωπιστικής βοήθειας/παραγγελίας. Ώρα ~ης. (κυρ. σε αεροδρόμια) Αεροπορικές/διεθνείς/τουριστικές ~εις. Νέες ~εις προϊόντων. Πβ.(προσ)έλευση, φτάσιμο.|| Κατά την ~ του πλοίου ... ΑΝΤ. αναχώρηση (1), αποχώρηση (1) ● αφίξεις (οι) ΑΝΤ. αναχωρήσεις, (συνεκδ., σε αεροδρόμιο, σταθμό) 1. χώρος στον οποίο προσέρχονται οι επιβάτες, αφού αποβιβαστούν: ~ εξωτερικού/εσωτερικού. Αίθουσα ~εων. 2. ειδική οθόνη ή πίνακας αναγραφής της ώρας που φτάνουν τα αντίστοιχα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. [< αγγλ. arrivals] [< αρχ. ἄφιξις , γαλλ. arrivée]
8212αφιόνι[ἀφιόνι] α-φιό-νι ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. (λαϊκό) οπιούχος παπαρούνα (επιστ. ονομασ. Papaver somniferum, μήκων η υπνοφόρος) και η ναρκωτική ουσία που παράγεται από τους σπόρους της. 2. (μτφ.) οτιδήποτε προκαλεί πνευματική νάρκωση ή φανατισμό: αποχαύνωση των μαζών με το ~ του λαϊκισμού. ΣΥΝ. ναρκωτικό (2), όπιο (2) [< μεσν. αφιόνι(ον) < τουρκ. afyon < μτγν. ὄπιον]
8213αφιονισμένος, η, ο [ἀφιονισμένος] α-φιο-νι-σμέ-νος επίθ.: φανατισμένος, πνευματικά ναρκωμένος: ~ος: όχλος. ~οι: οπαδοί.
8214αφιππεύω[ἀφιππεύω] α-φιπ-πεύ-ω ρ. (αμτβ.) {αφίππευ-σε, -σει, -οντας} (σπάν.-επίσ.): κατεβαίνω από το άλογο. Πβ. ξεκαβαλικεύω, ξεπεζεύω. ΑΝΤ. ιππεύω (1) [< αρχ. ἀφιππεύω 'φεύγω έφιππος', γαλλ. démonter]
8215αφίσα[ἀφίσα] α-φί-σα ουσ. (θηλ.): μεγάλο τυπωμένο χαρτί που φέρει γραπτό μήνυμα ή/και εικόνα και χρησιμοποιείται για ενημερωτικούς, διαφημιστικούς ή διακοσμητικούς σκοπούς: σχεδιασμός/ψηφιακή εκτύπωση ~ας. ~ από θεατρική παράσταση. ~ για το συνέδριο. Αναρτήθηκε/εκδόθηκε ~ με θέμα/τίτλο ... ~ έκθεσης/ταινίας. Βλ. γιγαντο~. ΣΥΝ. πόστερ (1) [< γαλλ. affiche]
8216αφισοκόλληση[ἀφισοκόλληση] α-φι-σο-κόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): επικόλληση αφίσας σε δημόσιο χώρο: παράνομη ~. Απαγορεύεται η ~ σε πινακίδες οδικής σήμανσης. Άδεια για ~. [< γαλλ. affichage]
8217αφισοκολλητής[ἀφισοκολλητής] α-φι-σο-κολ-λη-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που κολλά αφίσες σε δημόσιο χώρο. Πβ. τοιχοκολλητής. [< γαλλ. afficheur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.