| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8218 | αφισορύπανση | [ἀφισορύπανση] α-φι-σο-ρύ-παν-ση ουσ. (θηλ.) & αφισορρύπανση: ρύπανση δημόσιων χώρων λόγω μαζικής αφισοκόλλησης. [< αγγλ. poster-pollution] | |
| 8219 | αφίσταμαι | [ἀφίσταμαι] α-φί-στα-μαι ρ. (μτβ.) {αφίστα-ται ... | απέστη, αποστεί} (λόγ.): (+ γεν./από) κρατώ απόσταση, απέχω από κάτι: Δεν θα αποστεί από την ευθύνη του. Απέστη των αρχών του. Πβ. απομακρύνομαι. [< αρχ. ἀφίσταμαι] | |
| 8220 | αφιχθεί | βλ. αφικνούμαι | |
| 8221 | αφιχθείς | , είσα, έν [ἀφιχθείς] α-φι-χθείς επίθ. {αφιχθ-έντος | -έντες (ουδ. -έντα)} (επίσ.): που έφτασε: ~ από το εξωτερικό. Πρόσφατα ~έν (στην αγορά) μοντέλο αυτοκινήτου (πβ. νεο~). Οι αναχωρούντες και οι ~έντες επιβάτες. ● ΦΡ.: άρτι αφιχθείς (συχνά χιουμορ.): που μόλις έφτασε: ~ ~ στο νησί. ΣΥΝ. νεοαφιχθείς ● βλ. αφικνούμαι | |
| 8222 | αφλατοξίνες | [ἀφλατοξίνες] α-φλα-το-ξί-νες ουσ. (θηλ.) (οι): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τοξικές (καρκινογόνες) ουσίες που παράγονται από μύκητες: τροφές μολυσμένες με ~. Βλ. βιο-, μυκο-τοξίνες. [< αγγλ. aflatoxin, 1962, γαλλ. aflatoxine (a(spergillus) fla(vus) + toxine), περ. 1970] | |
| 8223 | άφλεκτος | , η, ο [ἄφλεκτος] ά-φλε-κτος επίθ.: που δεν καίγεται ή δεν μπορεί να καεί εύκολα: ~ο: αέριο. Πβ. αντιπυρικός, δύσφλεκτος. Βλ. βραδυφλεγής. ΣΥΝ. άκαυστος, άκαυτος (2), αλεξίπυρος ΑΝΤ. εύφλεκτος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: φλεγόμενη/καιόμενη βάτος βλ. βάτος [< αρχ. ἄφλεκτος] | |
| 8224 | αφλογιστία | [ἀφλογιστία] α-φλο-γι-στί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αδυναμία επίτευξης στόχου: πολιτική ~. Επιθετική ~ ποδοσφαιριστή (: δεν σκοράρει). Βλ. αναποτελεσματικότητα. 2. αδυναμία ανάφλεξης πυροδοτικού μηχανισμού: ~ λόγω ελαττωματικού πυροκροτητή. [< γαλλ. raté] | |
| 8225 | ΑΦΜ | (ο): Αριθμός Φορολογικού Μητρώου. | |
| 8226 | άφνιο | [ἄφνιο] άφ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {αφνίου}: ΧΗΜ. μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Hf, Z 72) που έχει παρόμοιες ιδιότητες με το ζιρκόνιο και χρησιμοποιείται για την κατασκευή ράβδων ελέγχου στους πυρηνικούς αντιδραστήρες. [< αγγλ.-γαλλ. hafnium, 1923 < νεολατ. ~ < hafnia ‘Κοπεγχάγη’] | |
| 8227 | αφοβία | [ἀφοβία] α-φο-βί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (λαϊκό-λογοτ.) αφοβιά: απουσία φόβου: ~ απέναντι στον θάνατο. Βλ. -φοβία. ΣΥΝ. γενναιότητα, θάρρος (1), τόλμη ΑΝΤ. ανανδρία, δειλία [< αρχ. ἀφοβία] | |
| 8228 | άφοβος | , η, ο [ἄφοβος] ά-φο-βος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από έλλειψη φόβου: ~η: στάση. Γενναίος και ~ μαχητής. Πβ. ριψοκίνδυνος. ΣΥΝ. απτόητος, ατρόμητος, θαρραλέος, τολμηρός (1) ΑΝΤ. δειλός, περιδεής, φοβητσιάρης ● επίρρ.: άφοβα: Είπε ~ τη γνώμη του. [< αρχ. ἄφοβος] | |
| 8229 | αφόδευση | [ἀφόδευση] α-φό-δευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αφοδεύω. Πβ. χέσιμο. Βλ. ούρηση. [< μτγν. ἀφόδευσις] | |
| 8230 | αφοδευτήριο | [ἀφοδευτήριο] α-φο-δευ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.-παλαιότ.): δημόσιος συνήθ. χώρος αφόδευσης. Πβ. απόπατος, αποχωρητήριο, καμπινές, μέρος, τουαλέτα. Βλ. -τήριο. [< μτγν. ἀφοδευτήριον ‘κάθισμα με δοχείο νυκτός’] | |
| 8231 | αφοδεύω | [ἀφοδεύω] α-φο-δεύ-ω ρ. (αμτβ.) {αφόδευσα} (επίσ.): αποβάλλω τα περιττώματα από το ορθό. Πβ. αποπατώ, ενεργούμαι, κάνω την ανάγκη μου, χέζω. Βλ. (κατ)ουρώ. [< αρχ. ἀφοδεύω] | |
| 8232 | Αφοί, Αφές | (οι): συντομ. του Αδελφοί/Αδελφές (συνήθ. ως επωνυμία επιχειρήσεων). [< γαλλ. Frères, Frs] | |
| 8233 | αφομοιώνω | [ἀφομοιώνω] α-φο-μοι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αφομοίω-σα, αφομοιώ-σει, -θηκε, αφομοιω-θεί, -μένος} 1. (μτφ.) κάνω κτήμα μου, αναπόσπαστο στοιχείο της προσωπικότητάς μου ή του συνόλου στο οποίο ανήκω: ~ το μάθημα/μια ξένη γλώσσα (= κατακτώ, μαθαίνω)/πολιτιστικά στοιχεία/τη διδαχθείσα ύλη. Μια κοινωνία ~ει τους μετανάστες (= ενσωματώνει, εντάσσει). Όταν κοιμόμαστε, ο εγκέφαλος επεξεργάζεται και ~ει όσα έμαθε. ~μένες: γνώσεις/επιρροές/λέξεις (ΑΝΤ. αναφομοίωτος). Πβ. εμπεδώνω. 2. μετατρέπω τα προϊόντα της πέψης των τροφών σε χημικές ουσίες των ιστών του σώματος: Το ασβέστιο/η πρωτεΐνη/ο σίδηρος ~εται (= απορροφάται) από τον οργανισμό. Τα φρούτα απαιτούν μικρή ποσότητα ενέργειας για να ~θούν (= χωνευτούν). 3. ΓΛΩΣΣ. (συνήθ. μεσοπαθ.) υφίσταμαι αφομοίωση: Στη λέξη συγγνώμη (συν + γνώμη) το "ν" ~εται από το "γ". [< αρχ. ἀφομοιῶ ‘καθιστώ όμοιο, απεικονίζω, συγκρίνω’, γαλλ. assimiler] | |
| 8234 | αφομοίωση | [ἀφομοίωση] α-φο-μοί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. κατάκτηση, πρόσληψη νέων στοιχείων· ένταξη ατόμων ή ομάδων σε ένα σύνολο: ~ δεδομένων/εννοιών/θεωρίας/λεξιλογίου. Γλωσσική ~ (πληθυσμού). ~ (= ενσωμάτωση) των μειονοτήτων/μεταναστών. Κριτική ~ (= εμπέδωση) της γνώσης. Επιρροές και ~ώσεις. Με τα διαγωνίσματα επιδιώκεται να διαπιστωθεί ο βαθμός ~ης (= κατανόησης) των διδαχθέντων. Πβ. απορρόφηση. 2. ΒΙΟΛ. μετατροπή των προϊόντων της πέψης των τροφών σε χημικές ουσίες των ιστών του σώματος: ~ βιταμινών/τροφών/υδατανθράκων. Τα φυτικά ένζυμα βοηθούν στη διάσπαση και ~ των τροφών. Βλ. φωτοσύνθεση. 3. ΓΡΑΜΜ. εξομοίωση φθόγγου με άλλον γειτονικό: ~ συμφώνων (: κοχλιός --> χοχλιός )/φωνηέντων (: αναμπαμπούλα --> αναμπουμπούλα). Πβ. ανομοίωση. [< μτγν. ἀφομοίωσις ‘ομοιότητα, σύγκριση’, γαλλ. assimilation] | |
| 8235 | αφομοιώσιμος | , η, ο [ἀφομοιώσιμος] α-φο-μοι-ώ-σι-μος επίθ. (επιστ.): που είναι δυνατόν να αφομοιωθεί: βραδέως/ταχέως ~οι υδατάνθρακες. Ουσίες (μη) ~ες από τον οργανισμό.|| Το βιβλίο είναι εύκολα κατανοητό και ~ο από τους μαθητές. ΑΝΤ. αναφομοίωτος [< γαλλ. assimilable] | |
| 8236 | αφομοιωτικός | , ή, ό [ἀφομοιωτικός] α-φο-μοι-ω-τι-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στην αφομοίωση: οι ~ές ικανότητες των μαθητών. ● επίρρ.: αφομοιωτικά [< μτγν. ἀφομοιωτικός, γαλλ. assimilateur] | |
| 8237 | αφοπλίζω | [ἀφοπλίζω] α-φο-πλί-ζω ρ. (μτβ.) {αφόπλι-σα, αφοπλί-στηκε, -σμένος, αφοπλίζ-οντας} 1. υποχρεώνω κάποιον να παραδώσει τα όπλα του ή περιορίζω τον στρατιωτικό εξοπλισμό ενός κράτους· ειδικότ. εξουδετερώνω εκρηκτικό μηχανισμό: ~σαν τους ληστές.|| Η χώρα ~στηκε (ΑΝΤ. εξοπλίστηκε). ~σμένη: ζώνη (βλ. αποπυρηνικο-, αποστρατικο-ποιώ).|| ~ τη βόμβα (ΣΥΝ. απενεργοποιώ. ΑΝΤ. ενεργοποιώ, πυροδοτώ). ΑΝΤ. οπλίζω (1) 2. (μτφ.) εξουδετερώνω κάποιον, δεν του αφήνω περιθώρια αντίδρασης: Απάντηση/βλέμμα που ~ει. Πβ. γοητεύω, μαγεύω, σαγηνεύω. [< 1: μτγν. ἀφοπλίζω ‘αφαιρώ τα όπλα’, γαλλ. désarmer, αγγλ. disarm] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ