| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8238 | αφόπλιση | [ἀφόπλιση] α-φό-πλι-ση ουσ. (θηλ.) 1. απενεργοποίηση μηχανισμού: ~ συναγερμού/συστήματος ασφαλείας. Κωδικός/συσκευή όπλισης-~ης. Πβ. εξουδετέρωση. 2. αφοπλισμός: ~ του αντιπάλου/των εχθρών. [< μεσν. αφόπλισις] | |
| 8239 | αφοπλισμός | [ἀφοπλισμός] α-φο-πλι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. περιορισμός ή παύση χρήσης των στρατιωτικών εξοπλισμών ή δυνάμεων που διαθέτει κάποιο κράτος: πυρηνικός ~ (πβ. αποπυρηνικοποίηση). Παγκόσμια ειρήνη και ~. Πβ. αποστρατιωτικοποίηση. 2. υποχρεωτική παράδοση οπλισμού: ~ ενόπλων. 3. (μτφ.) εξουδετέρωση: ιδεολογικός/πολιτικός ~. ~ του κλάδου. Πβ. αδρανοποίηση. [< μεσν. αφοπλισμός] | |
| 8240 | αφοπλιστικός | , ή, ό [ἀφοπλιστικός] α-φο-πλι-στι-κός επίθ.: που εξουδετερώνει κάθε αντίδραση, εντυπωσιάζει ή γοητεύει: ~ή: απάντηση/ειλικρίνεια. ~ό: χαμόγελο/χιούμορ. Πβ. ακαταμάχητος, γοητευτικός. ● επίρρ.: αφοπλιστικά [< πβ. γαλλ. désarmant] | |
| 8241 | αφορά | [ἀφορᾷ] α-φο-ρά ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}: σχετίζεται με, αναφέρεται σε, ενδιαφέρει κάποιον ή κάτι: Θέμα που ~ τον/(σπανιότ.-λόγ.) στον κλάδο των εκπαιδευτικών. Δεν σ' ~. Δεν με ~ πια (: έπαψα να ενδιαφέρομαι για εκείνον/εκείνη). Εκθέσεις που ~ούν την περιβαλλοντική μόλυνση (πβ. αγγίζει, άπτεται, έχει να κάνει με). Στον βαθμό που με ~ ... ● ΦΡ.: όσον/σε ό,τι/καθόσον αφορά ... (επίσ.): αναφορικά, σχετικά με: Όσον ~ (εσφαλμ. ως αναφορά) την εξωτερική πολιτική, ... Σε ό,τι με ~, έχω ήρεμη τη συνείδησή μου. Σε ό,τι ~ την (σπανιότ. στην) υψηλή τεχνολογία ... Καθόσον ~ τις επιχειρήσεις, διευκρινίζεται ότι ... [< γαλλ. en ce qui concerne] [< πβ. αρχ. ἀφορῶ 'κοιτάζω προσεκτικά', γαλλ. regarder, concerner] | |
| 8242 | αφορεσμός | βλ. αφορισμός | |
| 8243 | αφόρετος | , η, ο [ἀφόρετος] α-φό-ρε-τος επίθ.: που δεν έχει φορεθεί ακόμη, αμεταχείριστος: ~α: παπούτσια (= καινούργια). ~α λάστιχα αυτοκινήτου (= αχρησιμοποίητα). Πβ. του κουτιού. [< μεσν. αφόρετος] | |
| 8244 | αφόρητος | , η, ο [ἀφόρητος] α-φό-ρη-τος επίθ. (λόγ.): ανυπόφορος, αβάσταχτος: ~ος: πόνος. ~η: ζέστη (= λαύρα, πβ. αποπνικτική)/κατάσταση/μοναξιά. ~ο: άγχος. Πβ. δυσβάστακτος. ΑΝΤ. ανεκτός, υποφερτός (1) ● επίρρ.: αφόρητα: ~ βαρετός. [< αρχ. ἀφόρητος] | |
| 8245 | αφορία | [ἀφορία] α-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): έλλειψη γονιμότητας, ακαρπία: ~ της γης. Βλ. -φορία. ΑΝΤ. γονιμότητα, ευφορία (1) [< αρχ. ἀφορία] | |
| 8246 | αφορίζω | [ἀφορίζω] α-φο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {αφόρι-σα, αφορί-στηκε, -σμένος (λαϊκό) αφορεσμένος}: ΕΚΚΛΗΣ. επιβάλλω την ποινή του αφορισμού, αναθεματίζω: || (κατ΄επέκτ.) ~σμένοι (: αποδιωγμένοι, καταδιωγμένοι) από την κοινωνία. [< μτγν. ἀφορίζω] | |
| 8247 | αφορισμός | [ἀφορισμός] α-φο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) αφορεσμός 1. ΕΚΚΛΗΣ. ποινή με την οποία αποπέμπεται κάποιος πρόσκαιρα ή ισόβια από το σώμα της Εκκλησίας, εξαιτίας σοβαρού παραπτώματος (αιρετικής άποψης, ασέβειας): μικρός (: ακοινωνησία) και μεγάλος ~ (: ανάθεμα, αναθεματισμός). 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) σύντομη συνήθ. γνώμη που διατυπώνεται κατηγορηματικά, συχνά χωρίς να τεκμηριώνεται επαρκώς: ηθικοπλαστικοί ~οί. [< 1: μτγν. ἀφορισμός 2: αρχ. ἀφορισμός, γαλλ. aphorisme, αγγλ. aphorism] | |
| 8248 | αφοριστικός | , ή, ό [ἀφοριστικός] α-φο-ρι-στι-κός επίθ. (λόγ.) 1. που διατυπώνεται με τρόπο δογματικό και απόλυτο: ~ός: λόγος. ~ή: άποψη/διατύπωση. 2. ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τον αφορισμό. ● επίρρ.: αφοριστικά [< 2: μτγν. ἀφοριστικός] | |
| 8249 | αφορμάριστος | , η, ο [ἀφορμάριστος] α-φορ-μά-ρι-στος επίθ. 1. ΠΛΗΡΟΦ. που δεν έχει φορμαριστεί, δεν του έχει γίνει φορμάτ: ~ος: (σκληρός) δίσκος (Η/Υ). ΑΝΤ. φορμαρισμένος. 2. (σπάν.) που δεν έχει φόρμα ή σχήμα. Πβ. αδιαμόρφωτος, ασχημάτιστος. 3. (συνήθ. για ομάδα ή παίκτη ποδοσφαίρου) ντεφορμέ. ΑΝΤ. φορμαρισμένος. [< 1: αγγλ. unformatted] | |
| 8250 | αφορμάται | βλ. αφορμώμαι | |
| 8251 | αφορμή | [ἀφορμή] α-φορ-μή ουσ. (θηλ.): φαινομενική αιτία και γενικότ. ό,τι προκαλεί συγκεκριμένη πράξη, κίνητρο: ~ για διαμάχη/προβληματισμό/σχόλια (σε βάρος ...)/ταξίδι. ~ (= εφαλτήριο) δημιουργίας/συζήτησης. Δίνει/παρέχει την ~. (Κάτι) αποτελεί ~ και δικαιολογία για ... Αίτια και ~ές (= προφάσεις) ενός πολέμου. Αυτό ήταν απλώς/μόνο η ~. Έγινε ~ να ... Έδωσε ~ για ... Έλαβε/πήρε ~ από ...|| (λόγ.) ~ής δοθείσης θα συζητηθεί και αυτό το θέμα.|| (εμφατ.) Άνευ λόγου κι ~ής. Χωρίς αιτία κι ~.|| (Ανα)ζητώ/γυρεύω/ψάχνω ~/ές να ... Πβ. έναυσμα, πρόσχημα. ● ΦΡ.: με αφορμή (+ αιτ.) & (λόγ.) εξ αφορμής & επ' αφορμή (+ γεν.): λόγω, εξαιτίας: Με ~ τις δηλώσεις/την επίσκεψη του ... (= με την ευκαιρία)., στάθηκε αφορμή: υπήρξε αφετηρία για κάτι: Η συζήτησή μας ~ ~ να αλλάξω ζωή. Γεγονός που ~ ~ για ..., βρίσκει (την) αφορμή/πάτημα βλ. βρίσκω, για ασήμαντη αφορμή βλ. ασήμαντος [< αρχ. ἀφορμή] | |
| 8252 | αφόρμηση | [ἀφόρμηση] α-φόρ-μη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): οτιδήποτε λειτουργεί ως κίνητρο ή σημείο αφετηρίας για κάτι: ~ για περαιτέρω συζήτηση.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) Υλικό ~ης για διδασκαλία. Η εικόνα αξιοποιείται/λειτουργεί ως ~ για την παραγωγή λόγου. | |
| 8253 | αφορμώμαι | [ἀφορμῶμαι] α-φορ-μώ-μαι ρ. (αμτβ.) {αφορμ-άται ..., μτχ. αφορμ-ώμενος | σπάν. αφορμήθηκε} (λόγ.): έχω ως σημείο αφετηρίας ή αφορμή, ξεκινώ από κάπου: ~άται από το γεγονός ότι ... ~ώμενος από τις μεταξύ μας συζητήσεις, σκέφτηκα ... [< αρχ. ἀφορμῶμαι] | |
| 8254 | αφορολόγητος | , η, ο [ἀφορολόγητος] α-φο-ρο-λό-γη-τος επίθ.: που δεν έχει φορολογηθεί ή δεν είναι φορολογήσιμος: ~ο: αποθεματικό/αυτοκίνητο (π.χ. για άτομα με ειδικές ανάγκες)/ποσό. ~οι: τόκοι. ~α: είδη/κέρδη.|| (σπανιότ.) ~οι επενδυτές. Πβ. ατελής. Βλ. φοροτελής. ΑΝΤ. φορολογητέος, φορολογούμενος ● Ουσ.: αφορολόγητα (τα): ΟΙΚΟΝ. προϊόντα που πωλούνται χωρίς δασμό ή συνηθέστ. τα καταστήματα διάθεσής τους: Τα ~ του αεροδρομίου/τελωνείου (= ντιούτι φρι). ΣΥΝ. αδασμολόγητα [< αγγλ. duty free, 1958] ● επίρρ.: αφορολόγητα ● ΣΥΜΠΛ.: αφορολόγητο (όριο): ΟΙΚΟΝ. το ανώτερο χρηματικό ποσό που δεν υπόκειται σε φορολογία: Αυξάνεται το ~ ~ για απόκτηση πρώτης κατοικίας., αφορολόγητο εισόδημα: ΟΙΚΟΝ. αυτό που αφαιρείται από το φορολογητέο εισόδημα με βάση την κείμενη νομοθεσία: Ανέβηκε στα ... ευρώ το ~ ~ για μισθωτούς και συνταξιούχους. [< μτγν. ἀφορολόγητος, γαλλ. non imposable] | |
| 8255 | αφόρτιστος | , η, ο [ἀφόρτιστος] α-φόρ-τι-στος επίθ. ΑΝΤ. φορτισμένος 1. ΦΥΣ. που δεν έχει φορτιστεί με ηλεκτρισμό: ~η: μπαταρία. ~ο: κινητό. ΣΥΝ. ξεφόρτιστος 2. (σπανιότ.-μτφ.) που δεν νιώθει ή δεν διεγείρει έντονα συναισθήματα: συγκινησιακά ~ο ακροατήριο. [< 1: αγγλ. uncharged] | |
| 8256 | αφοσιωμένος | , η, ο [ἀφοσιωμένος] α-φο-σι-ω-μέ-νος επίθ. 1. αφιερωμένος ένθερμα σε κάποιον ή κάτι, πιστός: ~ος: φίλος. Ολοκληρωτικά ~ στη δουλειά/στο καθήκον. Πβ. δοσμένος. 2. ΠΛΗΡΟΦ. που προορίζεται αποκλειστικά για συγκεκριμένο σκοπό ή λειτουργία: ~η: σύνδεση. ● επίρρ.: αφοσιωμένα [< αρχ. ἀφωσιωμένος 1: γαλλ. dévoué 2: αγγλ. dedicated, 1969] | |
| 8257 | αφοσιώνομαι | [ἀφοσιώνομαι] α-φο-σι-ώ-νο-μαι ρ. (μτβ.) {αφοσιώ-θηκα, -μένος}: ασχολούμαι ένθερμα με ή συγκεντρώνω την προσοχή μου σε κάποιον ή κάτι: ~ (με πάθος) στην καριέρα/στην οικογένειά/στις σπουδές μου. Πβ. αφιερώνομαι, δίνομαι.|| Είχε ~θεί στην ανάγνωση/στη μελέτη. Πβ. απορροφώμαι, συγκεντρών-, προσηλών-ομαι. [< αρχ. ἀφοσιοῦμαι ‘εξαγνίζομαι, εξιλεώνομαι’, γαλλ. se dévouer] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ