Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9140-9160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8258αφοσίωση[ἀφοσίωση] α-φο-σί-ω-ση ουσ. (θηλ.): προσήλωση σε πρόσωπο ή ιδέα, κατάσταση με θέρμη και συνέπεια: ~ στην οικογένεια/στους φίλους. Απόλυτη ~ στον αγώνα κατά .../στο έργο (π.χ. της ανάπτυξης)/σε ένα ιδανικό. ~ στη δουλειά/στους στόχους μας (πβ. απορρόφηση, συγκέντρωση). ~ και πίστη. Σχέση αγάπης και ~ης. ΣΥΝ. αφιέρωση (2), δόσιμο (1) [< πβ. μτγν. ἀφοσίωσις ‘εξαγνισμός, εξιλέωση’, γαλλ. dévotion]
8259αφότου[ἀφότου] α-φό-του σύνδ. χρον. & αφ' ότου: από τότε που, από τη στιγμή που. [< μτγν. ἀφότου]
8260αφού[ἀφοῦ] α-φού (κειμενικός δείκτης) 1. (με αιτιολογική σημασία, κυρ. σε σχέση με το αποτέλεσμα) εφόσον, επειδή, δεδομένου ότι, από τη στιγμή που, μια και: ~ διάβασε, θα περάσει. Έπρεπε να το περιμένεις, ~ μάλιστα το είχε ξανακάνει. ~ λοιπόν το αποφάσισες, ... ~ πάλι έκανε λάθος, σημαίνει ότι δεν το έχει μάθει καλά. Φύγε, ~ (: αν) το θέλεις.|| (παραχώρηση) ~ (: άμα) το λες εσύ ... 2. (με χρονική σημασία, δηλώνει το προτερόχρονο ή την προϋπόθεση που προηγείται χρονικά) όταν, αφότου: ~ σιγοβράσει το φαγητό, προσθέτουμε τα υπόλοιπα υλικά (πβ. μόλις). ~ προηγουμένως/πρώτα βεβαιωθείς ότι ..., ύστερα ... ΑΝΤ. πριν (2) ● ΦΡ.: (μα) αφού (προφ.): δήλωση έντονης αντίθεσης: -Τι έχεις; -Τίποτα. -~ ~ κουτσαίνεις! ~ ~ κουράστηκες, γιατί δεν σταματάς;, μόνο αφού (επιτατ.): για δήλωση αναγκαίας προϋπόθεσης: Οι επιτυχόντες θα προσληφθούν, ~ ~ προσκομίσουν τα πρωτότυπα δικαιολογητικά. (παρά + άρνηση στην κύρια πρόταση) Δεν θα πρέπει να ληφθούν βιαστικές αποφάσεις, παρά ~ ~ εξαντληθεί κάθε περιθώριο διαλόγου. [< μτγν. ἀφοῦ]
8261αφουγκράζομαι[ἀφουγκράζομαι] α-φου-γκρά-ζο-μαι ρ. (αμτβ κ. μτβ.) {αφουγκρά-στηκα, αφουγκραζ-όμενος} (διαλεκτ.-λογοτ.) 1. ακούω με προσοχή κάτι, στήνω αυτί: ~ τους ψιθύρους. Πβ. ενωτίζομαι. Βλ. ακροώμαι, κρυφακούω. 2. (μτφ.) προσηλώνομαι για να αντιληφθώ, να κατανοήσω κάτι: ~ονται τις ανάγκες και τα προβλήματα των πολιτών. Πβ. συναισθάνομαι, συνειδητοποιώ. [< μεσν. αφουγκράζομαι]
8262αφραγκία[ἀφραγκία] α-φρα-γκί-α ουσ. (θηλ.) & αφραγκιά (προφ.): πλήρης έλλειψη χρημάτων: Έχει ~ες. ΣΥΝ. απενταρία
8263άφραγκος, η, ο [ἄφραγκος] ά-φρα-γκος επίθ. (προφ.): απένταρος: Είμαι/έμεινα ~ (= πανί με πανί, στον άσο, ταπί). ΣΥΝ. αδέκαρος, απένταρος
8264άφραστος, η, ο [ἄφραστος] ά-φρα-στος επίθ. (λόγ.): που δεν είναι δυνατόν να ειπωθεί, να εκφραστεί με λόγια: ~η: χαρά. ΣΥΝ. ανείπωτος, άρρητος (1), άφατος [< αρχ. ἄφραστος]
8265αφρατεύω[ἀφρατεύω] α-φρα-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {αφράτ-εψε, -έψει, σπάν. αφρατεμένος} (προφ.): γίνομαι αφράτος ή κάνω κάτι φουσκωτό και μαλακό: Ανακατεύετε τα υλικά σ' ένα μπολ, μέχρι να ~έψει το μείγμα.|| (για πρόσ.) Έχει ~έψει (: έχει παχύνει).
8266αφράτος, η, ο [ἀφρᾶτος] α-φρά-τος επίθ. 1. που είναι φουσκωτός, μαλακός ή ελαφρύς: ~η: ζύμη/κρέμα/σαντιγί. ~ο: ψωμί. ~α: κρουασάν.|| ~ο: χώμα (: που μπορεί να σκαφτεί εύκολα).|| ~ο: στρώμα/χιόνι (: που υποχωρεί στην πίεση). 2. παχουλός, γεμάτος: ~α: μάγουλα. Βλ. -άτος. ● Υποκ.: αφρατούλης , α, ικο: ΣΥΝ. γεματούλης, παχουλούλης [< μεσν. αφράτος]
8267αφρίζω[ἀφρίζω] α-φρί-ζω ρ. (αμτβ.) {άφρι-σα, -σμένος, αφρίζ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. (για υγρό ή υλικό) βγάζω αφρούς ή φυσαλίδες: Η θάλασσα ~ει. Τα απορρυπαντικά/τα σαπούνια ~ουν, όταν έρθουν σε επαφή με το νερό. Οι παγωμένες μπίρες ~σαν στα ποτήρια. ~σμένα: κύματα. ~οντα: ύδατα. Βλ. ξαφρίζω. 2. (για έμψυχο) βγάζω αφρούς από το στόμα και (συνήθ. μτφ.) οργίζομαι, παραφέρομαι: ~σε από τον θυμό του. Πβ. αφηνιάζω, λυσσώ, μανιάζω, σκυλιάζω. ● ΦΡ.: αφρίζει ξαφρίζει (προφ.): για αποτυχημένη επιλογή, που είναι κάποιος αναγκασμένος να δεχτεί: ~ ~, τώρα το αγοράσαμε!, σκάω/αφρίζω/λυσσάω απ' το κακό μου βλ. κακό [< αρχ. ἀφρίζω, γαλλ. écumer]
8268αφρικανικός, ή, ό [ἀφρικανικός] α-φρι-κα-νι-κός επίθ. & (προφ.) αφρικάνικος: που σχετίζεται με την Αφρική ή/και τους Αφρικανούς: ~ή: μουσική/τέχνη. Βλ. παν~. || (που προέρχεται από την Αφρική) ~ή: σκόνη.
8269Αφρικανός, Αφρικανή[Ἀφρικανός] Α-φρι-κα-νός επίθ./ουσ. & (προφ.) Αφρικάνος, Αφρικάνα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Αφρική ή κατάγεται από αυτή. [< μτγν. Ἀφρικανός]
8270άφρισμα[ἄφρισμα] ά-φρι-σμα ουσ. (ουδ.) {αφρίσμ-ατος} & αφρισμός (ο): σχηματισμός αφρού: ~ του νερού/της σαμπάνιας.|| Καθαριστικά ελεγχόμενου/υψηλού/χαμηλού ~ατος. Βλ. ξάφρισμα.
8271άφρο[ἄφρο] ά-φρο επίθ./ουσ. {άκλ.} 1. για σγουρά, πυκνά και φουντωτά μαλλιά σε στρογγυλεμένο σχήμα: ~ κόμμωση/λουκ/περούκα. Πβ. αφάνα. 2. ΜΟΥΣ. που αξιοποιεί στοιχεία της αφρικανικής παραδοσιακής μουσικής: ~ τζαζ. [< αμερικ. afro, 1968, γαλλ. ~, 1972]
8272αφρο-: λεξικό πρόθημα λέξεων με αναφορά στην Αφρική ή τους Αφρικανούς: ~βραζιλιάνικος/~λάτιν.
8273αφρο- & αφρό-: α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στον αφρό, το επάνω μέρος ή μτφ. το εκλεκτό τμήμα ενός συνόλου: αφρο-ντούς. Αφρό-γαλα.|| ~ψαρο.|| Αφρό-κρεμα.
8274αφροαμερικανικός, ή, ό [ἀφροαμερικανικός] α-φρο-α-με-ρι-κα-νι-κός επίθ. & αφροαμερικάνικος, η, ο: που αναφέρεται στους Αφροαμερικανούς. [< αγγλ. Afro-American, γαλλ. afro-américain, 1933]
8275Αφροαμερικανός, Αφροαμερικανίδα[Ἀφροαμερικανός] Α-φρο-α-με-ρι-κα-νός ουσ. (αρσ. + θηλ.) & Αφροαμερικανή & Αφροαμερικάνος, Αφροαμερικάνα: Αμερικανός, Αμερικανίδα που έχει αφρικανική καταγωγή. [< αγγλ. Afro-American]
8277αφρόγαλα[ἀφρόγαλα] α-φρό-γα-λα ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} & αφρόγαλο 1. αφρός ή κρέμα από χτυπημένο γάλα: καπουτσίνο με ~ ή σαντιγί. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ανθόγαλα. ΣΥΝ. καϊμάκι (2), κρέμα (γάλακτος) [< μτγν. ἀφρόγαλα ‘αφρισμένο ή αφρώδες γάλα’]
8278αφροδισιακός, ή, ό [ἀφροδισιακός] α-φρο-δι-σι-α-κός επίθ. 1. που αυξάνει την ερωτική επιθυμία και βελτιώνει τις σεξουαλικές επιδόσεις: ~ά: βότανα/τρόφιμα.|| ~ή: δράση. Τροφές με ~ές ιδιότητες. Πβ. διεγερτ-, ερεθιστ-ικός. 2. (σπάν.) αφροδίσιος. ● Ουσ.: αφροδισιακό (το): η αντίστοιχη ουσία, κυρ. τροφή: ισχυρό/φυσικό ~. Γνωστά/διαδεδομένα ~ά.|| (μτφ.) Η εξουσία ως ~. [< μτγν. ἀφροδισιακός, γαλλ. aphrodisiaque, αγγλ. aphrodisiac]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.