| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8279 | αφροδισιολογία | [ἀφροδισιολογία] α-φρο-δι-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΙΑΤΡ. κλάδος με αντικείμενο τη μελέτη και θεραπεία των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων. Βλ. -λογία. [< γερμ. Venerologie] | |
| 8280 | αφροδισιολόγος | [ἀφροδισιολόγος] α-φρο-δι-σι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός που έχει ειδικευτεί στην αφροδισιολογία: δερματολόγος-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. vénér(é)ologiste, αγγλ. venereologist] | |
| 8281 | αφροδίσιος | , α, ο [ἀφροδίσιος] α-φρο-δί-σι-ος επίθ.: ΙΑΤΡ. που οφείλεται στη σεξουαλική επαφή ή μεταδίδεται με αυτή. ● ΣΥΜΠΛ.: αφροδίσια νοσήματα & (προφ.) αφροδίσια: τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα. Βλ. AIDS, βλεννόρροια, έρπης των γεννητικών οργάνων, κονδυλώματα, σύφιλη, τριχομονάδωση. [< αρχ. αφροδίσιος ‘σχετικός με τον έρωτα’, τὰ ἀφροδίσια ‘οι ερωτικές ηδονές’, γαλλ. vénérien] | |
| 8282 | Αφροδίτη | [Ἀφροδίτη] Α-φρο-δί-τη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ. ο δεύτερος από τον Ήλιο πλανήτης του ηλιακού συστήματος, ο οποίος βρίσκεται ανάμεσα στον Ερμή και τη Γη. (ΑΣΤΡΟΛ.) Η ~ στον Αιγόκερω. ΣΥΝ. Έσπερος 2. (μετωνυμ.) εξαιρετικά όμορφη γυναίκα. ● ΣΥΜΠΛ.: το όρος της Αφροδίτης: ΑΝΑΤ. το γυναικείο εφήβαιο. [< γαλλ. mont de Vénus] [< αρχ. Ἀφροδίτη] | |
| 8283 | αφρόδιχτα | [ἀφρόδιχτα] α-φρό-δι-χτα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. αφρόδιχτο}: ειδικά δίχτυα για ψάρεμα κυρ. αφρόψαρων. | |
| 8276 | αφροκεντρισμός | [ἀφροκεντρισμός] α-φρο-κε-ντρι-σμός ουσ. (αρσ.) {χωρίς πληθ.}: θεωρία η οποία υποστηρίζει ότι η αφρικανική ήπειρος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του ανθρώπινου γένους και του πολιτισμού. Βλ. ευρωκεντρισμός. [< αγγλ. afrocentrism, 1962, ιταλ. afrocentrismo, 1978] | |
| 8284 | αφρόκρεμα | [ἀφρόκρεμα] α-φρό-κρε-μα ουσ. (θηλ.): το πιο εκλεκτό τμήμα ενός συνόλου, ελίτ: η ~ του επιστημονικού/καλλιτεχνικού κόσμου. ΣΥΝ. ανθός (2), ανφάν γκατέ (1), αφρός (5) [< γαλλ. crème (de la crème)] | |
| 8285 | αφρολέξ | [ἀφρολέξ] α-φρο-λέξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αφρώδες και πορώδες ελαστικό με ποικίλες χρήσεις: μαξιλάρια από ~. Βλ. -έξ, φελιζόλ. [< εμπορ. ονομασ.] | |
| 8286 | αφρόλουτρο | [ἀφρόλουτρο] α-φρό-λου-τρο ουσ. (ουδ.) 1. σαπούνι σε ρευστή μορφή για τον καθαρισμό και την περιποίηση του σώματος: αρωματικό/χαλαρωτικό ~. ~ με ενυδατική δράση. ~-σαμπουάν. Πβ. αφροντούς. 2. μπάνιο με το ανάλογο προϊόν σε γεμάτη μπανιέρα: ~ με αιθέρια έλαια. Βλ. -λουτρο. [< αγγλ. bubble bath, 1949] | |
| 8287 | άφρονας | βλ. άφρων | |
| 8288 | αφροντισιά | [ἀφροντισιά] α-φρο-ντι-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): έλλειψη φροντίδας, μέριμνας. ΣΥΝ. αδιαφορία (1), αμέλεια (1) [< μεσν. αφροντισία] | |
| 8289 | αφρόντιστος | , η, ο [ἀφρόντιστος] α-φρό-ντι-στος επίθ.: που δεν τον έχουν περιποιηθεί, επιμεληθεί ή προσέξει: ~η: εμφάνιση. ~α και αχτένιστα μαλλιά. ΣΥΝ. απεριποίητος, ατημέλητος, άφτιαχτος (2) ΑΝΤ. επιμελημένος, προσεγμένος, φροντισμένος ● επίρρ.: αφρόντιστα [< αρχ. ἀφρόντιστος] | |
| 8290 | αφροντούς | [ἀφροντούς] α-φρο-ντούς ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & αφροντούζ: σαπούνι σε υγρή συνήθ. μορφή για τον καθαρισμό του σώματος: ~ σε μορφή τζελ. Πβ. αφρόλουτρο. [< αγγλ. shower gel, 1970] | |
| 8291 | αφροξυλιά | [ἀφροξυλιά] α-φρο-ξυ-λιά ουσ. (θηλ.) (κοινό): ΒΟΤ. σαμπούκος ο μελανός (επιστ. ονομασ. Sambucus nigra). ΣΥΝ. κουφοξυλιά [< αφρόξυλο] | |
| 8292 | αφρός | [ἀφρός] α-φρός ουσ. (αρσ.) 1. ρευστή μάζα από πολλές μικρές, συνήθ. άσπρες φυσαλίδες, που σχηματίζεται κυρ. στην επιφάνεια υγρού: ο ~ των κυμάτων/του μούστου. Mπίρα με/χωρίς ~ό. Βγάζω τον ~ό από το βρασμένο κρέας (πβ. ξαφρίζω). Το σαπούνι αυτό κάνει πολύ/ωραίο ~ό.|| Ψάρια του ~ού (= αφρόψαρα). Στον ~ό της θάλασσας επέπλεαν σκουπίδια (ΑΝΤ. βυθός, πάτος). 2. καλλυντικό σε αφρώδη μορφή: ~ αποτρίχωσης/ξυρίσματος/φορμαρίσματος. 3. ΤΕΧΝΟΛ. ειδικό υλικό για σβήσιμο φωτιάς: πυροσβεστήρας ~ού. 4. (μτφ.) κάτι ιδιαίτερα μαλακό, φουσκωτό, ελαφρύ: Η τούρτα/το ψωμί είναι ~. Πβ. αφράτος. 5. (μτφ.-προφ.) το εκλεκτότερο μέρος πράγματος ή συνόλου: Διαλέγω/παίρνω τον ~ό (= τον αθέρα). Ο ~ της επιστημονικής κοινότητας/τοπικής κοινωνίας (= ανθός, ανφάν γκατέ, αφρόκρεμα, ελίτ). 6. φυσαλίδες του σάλιου ανθρώπου ή ζώου, όπως του αλόγου, του σκύλου. ● ΦΡ.: βγάζει αφρούς (από το στόμα/από το κακό του) (μτφ.): είναι εξοργισμένος, έξαλλος από θυμό: Είχε αφηνιάσει, έβγαζε ~!, βγαίνει στον αφρό (μτφ.): έρχεται στην επιφάνεια, αποκαλύπτεται: Σκάνδαλα που ~ουν ~. (παροιμ.) Η αλήθεια και το ψέμα πάντα ~ουν ~. ΣΥΝ. βγαίνει στη φόρα [< αρχ. ἀφρός 2,3: αγγλ. foam, γαλλ. mousse] | |
| 8293 | αφροσύνη | [ἀφροσύνη] α-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απερισκεψία: Θα ήταν ~ να πιστέψουμε ότι ... Πβ. αμυαλιά, απρονοησία, μωρία. Βλ. -οσύνη. ΑΝΤ. σύνεση, σωφροσύνη, φρόνηση [< αρχ. ἀφροσύνη] | |
| 8294 | αφρούρητος | , η, ο [ἀφρούρητος] α-φρού-ρη-τος επίθ. ΣΥΝ. αφύλακτος 1. που δεν φυλάσσεται από φρουρό ή φρουρά: ~ος: χώρος (ΑΝΤ. φρουρούμενος, φυλασσόμενος). ~ο: κτίριο. ~α: σύνορα. 2. ΑΘΛ. (σπάν.) για παίκτη που δεν τον μαρκάρει κάποιος αντίπαλος. [< αρχ. ἀφρούρητος] | |
| 8295 | αφρόψαρο | [ἀφρόψαρο] α-φρό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. γενική ονομασία ψαριών που ζουν κοντά στην επιφάνεια της θάλασσας. Πβ. ψάρια του αφρού. Βλ. γαύρος, μαγιάτικο, ξιφίας, σαρδέλα, -ψαρο. ΑΝΤ. πατόψαρο (1) | |
| 8296 | αφρώδης | , ης, ες [ἀφρώδης] α-φρώ-δης επίθ. {αφρώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. που μοιάζει με αφρό ή είναι πολύ μαλακός, ελαφρύς ή και ελαστικός: ~ης: ταινία. ~ες: γυαλί/ελαστικό/πλαστικό. ~η: υλικά.|| (ΙΑΤΡ.) Μετατροπή των µακροφάγων σε ~η κύτταρα. 2. που έχει ή βγάζει αφρό: ~ης: έκκριση. Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: αφρώδης οίνος/αφρώδες κρασί: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που περιέχει διοξείδιο του άνθρακα (ανθρακικό) υπό πίεση και σχηματίζει αφρό με το άνοιγμα του μπουκαλιού. Βλ. σαμπάνια. [< αρχ. ἀφρώδης, γαλλ. mousseux] | |
| 8297 | άφρων | , ων, ον [ἄφρων] ά-φρων επίθ. (λόγ.) & άφρονας: που χαρακτηρίζεται από έλλειψη φρόνησης, σύνεσης· απερίσκεπτος. Βλ. -φρων. ΣΥΝ. άμυαλος, ασύνετος, μωρός ΑΝΤ. έμφρων, εχέφρων, συνετός, σώφρων ● επίρρ.: αφρόνως (αρχαιοπρ.) [< αρχ. ἄφρων] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ