| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8298 | άφταστος | , η, ο βλ. άφθαστος | |
| 8299 | άφτερ | [ἄφτερ] ά-φτερ επίθ./ουσ. {άκλ.} (νεαν. αργκό): για κλαμπ που λειτουργεί και αφού κλείσουν τα άλλα· συνεκδ. νυχτερινή διασκέδαση ή δραστηριότητα που γίνεται προαιρετικά μετά τη βασική. Πβ. ξενυχτάδικο.|| ~ πάρτι. Πού θα πάμε για ~; [< αγγλ. after(-hours), 1929] | |
| 8300 | άφτερ σέιβ | [ἄφτερ σέιβ] ά-φτερ σέ-ιβ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: καλλυντικό προσώπου που χρησιμοποιούν οι άντρες μετά το ξύρισμα: ~ γαλάκτωμα/λοσιόν. ~ σε μορφή κρέμας. ~ με/χωρίς οινόπνευμα. [< αγγλ. aftershave, 1946, γαλλ. after-shave, 1959] | |
| 8301 | άφτερος | , η, ο βλ. άπτερος | |
| 8302 | αφτί | βλ. αυτί | |
| 8303 | αφτιάς | βλ. αυτιάς | |
| 8304 | αφτιασίδωτος | , η, ο [ἀφτιασίδωτος] α-φτια-σί-δω-τος επίθ. 1. (προφ.) ανεπιτήδευτος: ~ος: λόγος. 2. που δεν έχει μακιγιαριστεί ή γενικότ. στολιστεί: ~ο: πρόσωπο (ΑΝΤ. φτιασιδωμένο). ΣΥΝ. άβαφος (2), αμακιγιάριστος | |
| 8305 | άφτιαχτος | , η, ο [ἄφτιαχτος] ά-φτια-χτος επίθ. (προφ.) 1. που δεν έχει φτιαχτεί: Έχεις το δωμάτιό σου ~ο (= ασυγύριστο, ατακτοποίητο).|| Το καζανάκι παραμένει ~ο (πβ. χαλασμένο). ΑΝΤ. φτιαγμένος. 2. απεριποίητος, αφρόντιστος: ~ο: μαλλί. ~η και αμακιγιάριστη. Πβ. ατημέλητος. ΑΝΤ. περιποιημένος, φροντισμένος | |
| 8306 | άφτρα | βλ. άφθα | |
| 8307 | αφύγρανση | [ἀφύγρανση] α-φύ-γραν-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ολική ή μερική αφαίρεση της υγρασίας που περιέχεται στον ατμοσφαιρικό αέρα ή σε οποιοδήποτε άλλο αέριο, με τη χρήση ειδικής συσκευής: ψύξη με ~. Το κλιματιστικό τίθεται σε λειτουργία ~ης. [< αγγλ. dehumidification, 1932] | |
| 8308 | αφυγραντήρας | [ἀφυγραντήρας] α-φυ-γρα-ντή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που απομακρύνει την υγρασία από έναν χώρο. Βλ. υγραντήρας, -τήρας. [< αγγλ. dehumidifier, 1921] | |
| 8309 | αφυγραντικός | , ή, ό [ἀφυγραντικός] α-φυ-γρα-ντι-κός επίθ. (λόγ.): που συντελεί στην αφύγρανση: ~ό: σπρέι/υλικό.|| (συχνά ως ουσ.) Δραστικό ~ό. [< αγγλ. dehumidifying, 1933] | |
| 8310 | αφυδατώνω | [ἀφυδατώνω] α-φυ-δα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {αφυδάτω-σε, αφυδατώ-θηκε, -μένος} 1. (για οτιδήποτε φυσικό ή τεχνητό) προκαλώ μείωση της υγρασίας ή των υγρών σε οργανισμό ή υλικό: Το αλκοόλ ~ει τον οργανισμό. Η χωνεμένη λάσπη ~εται (: στερεοποιείται) σε ειδικά μηχανήματα. ~θηκα από τους εμετούς. Επιδερμίδα ~μένη από τον ήλιο. ΣΥΝ. ξεραίνω (1), στεγνώνω (1) ΑΝΤ. ενυδατώνω 2. (σπάν.-μτφ.) (για κατάσταση) αποστερώ από κάποιον ή κάτι τον δυναμισμό, τα ζωτικά του στοιχεία: Η καθημερινότητα ~ει και εξουθενώνει το άτομο. [< γαλλ. déshydrater, αγγλ. dehydrate] | |
| 8311 | αφυδάτωση | [ἀφυδάτωση] α-φυ-δά-τω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μείωση των υγρών του οργανισμού κάτω από τα φυσιολογικά επίπεδα: βαριά/ήπια ~. ~ του δέρματος. ΑΝΤ. ενυδάτωση (1) 2. ΧΗΜ. διεργασία απομάκρυνσης υγρασίας ή νερού από υλικό ή σώμα: τεχνητή/φυσική ~. ~ γάλακτος. Συντήρηση τροφίμων με ~. Πβ. ξήρανση. Βλ. λυοφιλοποίηση. [< γαλλ. déshydratation, αγγλ. dehydration] | |
| 8312 | αφυδρογονάση | [ἀφυδρογονάση] α-φυ-δρο-γο-νά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που επιταχύνει την απομάκρυνση του υδρογόνου από μεταβολίτες και τη μεταφορά του σε άλλες ουσίες: αλκοολική/γαλακτική ~. [< αγγλ. dehydrogenase, 1923, γαλλ. déshydrogénase] | |
| 8313 | αφυδρογόνωση | [ἀφυδρογόνωση] α-φυ-δρο-γό-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. χημική αντίδραση κατά την οποία αφαιρείται υδρογόνο από το μόριο μιας ένωσης: οξειδωτική ~. ΑΝΤ. υδρογόνωση [< γαλλ. déshydrogénation] | |
| 8314 | αφύλακτος & αφύλαχτος | , η, ο [ἀφύλακτος] α-φύ-λα-κτος επίθ. ΣΥΝ. αφρούρητος 1. που δεν τον φρουρούν ή δεν τον επιβλέπουν: ~ος: χώρος. Το μνημείο είναι/παραμένει ~ο. 2. ΑΘΛ. για παίκτη που δεν μαρκάρεται από αντίπαλο: Βρέθηκε/έμεινε ~ στη μεγάλη περιοχή. ΣΥΝ. αμαρκάριστος (1) [< 1: αρχ. ἀφύλακτος 2: αγγλ. unguarded] | |
| 8315 | άφυλος | , η, ο [ἄφυλος] ά-φυ-λος επίθ.: ΒΙΟΛ. που δεν διακρίνεται από τα χαρακτηριστικά κάποιου φύλου: ~η: αναπαραγωγή (= αγενής, ασεξουαλική). [< μεσν. άφυλος, γαλλ. asexué, asexuel] | |
| 8316 | αφυπηρετήσας | , ασα, αν [ἀφυπηρετήσας] α-φυ-πη-ρε-τή-σας επίθ. {κυρ. στο αρσ.} (επίσ.): (για πρόσ.) που αφυπηρέτησε: Εν ενεργεία και ~αντες αξιωματικοί.|| (ως ουσ.) Εκδήλωση προς τιμήν των ~άντων (ενν. υπαλλήλων). Βλ. -ας, -ασα, -αν. ● βλ. αφυπηρετώ | |
| 8317 | αφυπηρέτηση | [ἀφυπηρέτηση] α-φυ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αφυπηρετώ: οικειοθελής/υποχρεωτική ~. ~ σε ηλικία εξήντα ετών. Πβ. συνταξιοδότηση.|| ~ αξιωματικών. ~ από τις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων. Πβ. αποστράτευση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ