Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [9200-9220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8316αφυπηρετήσας, ασα, αν [ἀφυπηρετήσας] α-φυ-πη-ρε-τή-σας επίθ. {κυρ. στο αρσ.} (επίσ.): (για πρόσ.) που αφυπηρέτησε: Εν ενεργεία και ~αντες αξιωματικοί.|| (ως ουσ.) Εκδήλωση προς τιμήν των ~άντων (ενν. υπαλλήλων). Βλ. -ας, -ασα, -αν. ● βλ. αφυπηρετώ
8317αφυπηρέτηση[ἀφυπηρέτηση] α-φυ-πη-ρέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αφυπηρετώ: οικειοθελής/υποχρεωτική ~. ~ σε ηλικία εξήντα ετών. Πβ. συνταξιοδότηση.|| ~ αξιωματικών. ~ από τις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων. Πβ. αποστράτευση.
8318αφυπηρετώ[ἀφυπηρετῶ] α-φυ-πη-ρε-τώ ρ. (αμτβ.) {αφυπηρετ-εί, (λόγ.) μτχ. -ών | αφυπηρέτ-ησε, -ήσει, (λόγ.) μτχ. -ήσας} (επίσ.) 1. αποσύρομαι συνήθ. από δημόσια θέση, συνταξιοδοτούμαι: ~ησε από την υπηρεσία κανονικά/πρόωρα.|| ~ούντες: υπάλληλοι. 2. (σπάν.) απολύομαι από τον στρατό, αποστρατεύομαι. ● βλ. αφυπηρετήσας
8319αφυπνίζω[ἀφυπνίζω] α-φυ-πνί-ζω (μτβ.) {αφύπνι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, αφυπνιζ-όμενος, αφυπνίζ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. (μτφ.) ξαναδίνω ζωή σε ιδέες, συναισθήματα, καταστάσεις που βρίσκονται σε λήθαργο ή αδράνεια, παθητικότητα: ~ει: συνειδήσεις. Το βιβλίο ψυχαγωγεί και ~ει πνευματικά. Κίνημα που ~ει σταδιακά την κοινωνία/τον λαό/τη νεολαία. Γεγονός που ευαισθητοποιεί και ~ει τους πολίτες (πβ. διαφωτίζω). ~σμένη: γενιά. Πβ. κινητοποιώ.|| Άρωμα που ~ει τις αισθήσεις (πβ. διεγείρω). Διήγηση που ~ει (= κεντρίζει) το ενδιαφέρον/την περιέργεια/τη φαντασία. Πβ. αναζωπυρώνω, αναθερμαίνω. ΑΝΤ. αποκοιμίζω (1), αποχαυνώνω 2. (σπάν.-λόγ.) ξυπνώ: Πόνος που ~σε τον ασθενή. Πβ. σηκώνω. ΑΝΤ. κοιμίζω (1) [< αρχ. ἀφυπνίζω, γαλλ. réveiller, éveiller]
8320αφύπνιση[ἀφύπνιση] α-φύ-πνι-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) ενεργοποίηση ιδεών, (συν)αισθημάτων, καταστάσεων που βρίσκονται σε λήθαργο ή αδράνεια: εθνική/επαναστατική/οικολογική/περιβαλλοντική/πολιτική ~. Σεξουαλική ~ (των εφήβων). ~ της νεολαίας. ~ των αισθήσεων (= διέγερση)/του (αγοραστικού) ενδιαφέροντος (πβ. αναζωπύρωση, αναθέρμανση)/συνειδήσεων. ~ και δραστηριοποίηση/κινητοποίηση του πνευματικού κόσμου της χώρας. ΑΝΤ. αποχαύνωση, νάρκωση. 2. (λόγ.) ξύπνημα: πρωινή ~. Νυχτερινές ~ίσεις (του βρέφους). Υπηρεσία ~ης και υπομνήσεων. (ΙΑΤΡ.) Τυπική ~ (του ασθενούς) από την αναισθησία/το κώμα. Πβ. έγερση.|| (κατ' επέκτ., σε συσκευή:) Ρύθμιση ώρας/χρονοδιακόπτης ~ης. Ραδιόφωνο με λειτουργία ~ης. Ενεργοποιώ την ~. [< μεσν. αφύπνισις, γαλλ. réveil]
8321αφυπνιστικός, ή, ό [ἀφυπνιστικός] α-φυ-πνι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που αφυπνίζει: ~ή: εμπειρία. ● επίρρ.: αφυπνιστικά
8322αφύσικος, η, ο [ἀφύσικος] α-φύ-σι-κος επίθ. 1. που δεν συμφωνεί με τους φυσικούς ή άλλους κανόνες, που είναι αντίθετος με ό,τι συνήθως συμβαίνει ή είναι αναμενόμενο: ~ος: θάνατος. ~η: στάση (σώματος). ~ο: φαινόμενο (= αλλόκοτο, ασυνήθιστο, παράξενο). ~ες: διαστάσεις (= υπέρμετρες). Πβ. ανώμαλος.|| ~η: δύναμη (= υπερβολικά μεγάλη). ΑΝΤ. φυσικός (4), φυσιολογικός (1) 2. (μτφ.) προσποιητός, επιτηδευμένος: ~ο: ύφος. ~ες: κινήσεις. ● επίρρ.: αφύσικα [< αρχ. ἀφύσικος]
8323αφωνία[ἀφωνία] α-φω-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μερική ή ολική απώλεια της φωνής: ψυχογενής ~. ~ λόγω τραυματισμού. Πβ. αλαλία. Βλ. αγλωσσία, αφασία, δυσφωνία. 2. {χωρ. πληθ.} το να μη μιλά κάποιος: Ο γιατρός του συνέστησε ~. Πβ. βουβ-, μουγγ-αμάρα.|| (μτφ.) Πολιτική ~. Βλ. -φωνία. [< αρχ. ἀφωνία, γαλλ. aphonie, αγγλ. aphony]
8324άφωνος, η, ο [ἄφωνος] ά-φω-νος επίθ. 1. που δεν μπορεί να μιλήσει λόγω έκπληξης, συγκίνησης, θαυμασμού, φόβου και γενικότ. έντονου συναισθήματος: Η ανθρωπότητα παρακολουθεί ~η τη βομβιστική επίθεση. Πβ. αμίλητος, έκθαμβος, έκπληκτος, εμβρόντητος, ενεός, κατάπληκτος. ΣΥΝ. άναυδος 2. (σπάν.) που δεν μιλά, δεν έχει φωνή: (μειωτ.) ~ες: τραγουδίστριες (: χωρίς καλή φωνή, πβ. παρ~).|| (μτφ.) Έχουν μετατραπεί σε ~α όργανα (= άβουλα, άκριτα). Βλ. φερέφωνο.|| (μτφ.-λογοτ.) ~η: οδύνη (ΣΥΝ. βουβή, σιωπηλή). ΣΥΝ. άλαλος, μουγγός (1) 3. ΓΡΑΜΜ. που δεν προφέρεται: Το ένα από τα δύο όμοια σύμφωνα είναι ~ο γράμμα (π.χ. το λ στο "αλλά"). Βλ. -φωνος. ● επίρρ.: άφωνα: χωρίς μιλιά. ● ΣΥΜΠΛ.: άφωνα σύμφωνα: ΓΡΑΜΜ. (παλαιότ.) άηχα, μη ηχηρά (π, β, φ, τ, δ, θ, κ, γ, χ). ΑΝΤ. ηχηρά σύμφωνα ● ΦΡ.: αφήνω κάποιον άφωνο: (μτφ.) εκπλήσσω κάποιον, συνήθ. για κάτι ευχάριστο: Η ανατροπή στο φινάλε αφήνει ~ο τον θεατή. Πβ. αφήνω κόκαλο, με ανοιχτό το στόμα., μένω άφωνος: (μτφ.) δεν μπορώ να μιλήσω από την έκπληξη, τον θαυμασμό, τη συγκίνηση: Έμεινα ~η, δεν ήξερα τι να απαντήσω., ιχθύος αφωνότερος/άφωνος ιχθύς βλ. ιχθύς [< αρχ. ἄφωνος]
8325αφώτιστος, η, ο [ἀφώτιστος] α-φώ-τι-στος επίθ. 1. που δεν είναι φωτισμένος ή φωταγωγημένος, σκοτεινός: ~ος: δρόμος. ~ο: μνημείο. ΑΝΤ. κατάφωτος 2. (μτφ.) που δεν έχει εξηγηθεί, ανερμήνευτος, αδιευκρίνιστος ή άγνωστος: ~η: λεπτομέρεια. ~ες: πτυχές (ενός θέματος). 3. (μτφ.) που δεν έχει διαφωτιστεί: ~ος: νους. ΣΥΝ. αδιαφώτιστος.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ήταν ακόμη ~οι (= αβάπτιστοι). [< μτγν. ἀφώτιστος]
8326αχ[ἄχ] επιφών.: δηλώνει, ανάλογα με τον επιτονισμό, χαρά, θαυμασμό, λύπη, πόνο, ανακούφιση, επιθυμία ή ευχή, ξάφνιασμα, και γενικότ. συναισθηματική διάθεση: ~ τι όμορφα που περάσαμε! ~ τι ωραίο φόρεμα! ~ στραμπούληξα το πόδι μου! ~ επιτέλους, τέλειωσαν τα βάσανά μας! ~ καλέ, δεν σε είδα και με τρόμαξες! ~ καλό μου παιδί! ~ Θεέ μου, τι με βρήκε! ~ καημένε, ...! ~ αυτή η ακαταστασία σου!|| (απραγματοποίητη επιθυμία) ~ και να 'σουν εδώ/να γινόταν να γυρίσει ο χρόνος πίσω!|| (εμφατ. ως ουσ.) Μην αρχίζεις πάλι τα ~ και βαχ. Βλ. α, άχου, ε. [< λ. ηχομιμητ., αγγλ.-γαλλ.-γερμ.-τουρκ. ah!]
8327αχαϊκός, ή, ό [ἀχαϊκός] α-χα-ϊ-κός επίθ.: που αναφέρεται στους Αχαιούς ή την Αχαΐα: (ΙΣΤ.) ~ή: Συμπολιτεία. Βλ. παν~. [< αρχ. ἀχαϊκός]
8328αχαΐρευτος ανεπροκοπος

, η, ο [ἀχαΐρευτος] α-χα-ΐ-ρευ-τος επίθ. (προφ.): ανεπρόκοπος, αποτυχημένος και κατ' επέκτ. άχρηστος: τεμπέλης και ~. Πβ. ακαμάτης. Βλ. χαΐρι.

8329αχαλασία[ἀχαλασία] α-χα-λα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αδυναμία χαλάρωσης των λείων μυϊκών ινών σε οποιοδήποτε σημείο σύνδεσης ενός τμήματος του γαστρεντερικού συστήματος με κάποιο άλλο, με αποτέλεσμα τη στένωση των μυών: πρωτοπαθής/δευτεροπαθής ~. ~ της ουροδόχου κύστεως. Δυσκολία στην κατάποση λόγω ~ας του οισοφάγου. [< γαλλ. achalasie, αγγλ. achalasia, 1914]
8330αχάλαστος, η, ο [ἀχάλαστος] α-χά-λα-στος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.) : που δεν έχει χαλάσει, δεν έχει καταστραφεί. [< μεσν. αχάλαστος]
36837αχαλίνωτες

[ὄρεξη] ό-ρε-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) ορέξεως | ορέξεις, ορέξεων} 1. φυσική επιθυμία για κατανάλωση τροφής που προκαλείται από το αίσθημα της πείνας: αυξημένη/μεγάλη/μειωμένη ~. Απώλεια/αύξηση/διέγερση/ελάττωση/έλεγχος/καταστολή/μείωση/ρύθμιση/τόνωση της ~ης. Διαταραχές της ~ης (βλ. νευρική ανορεξία/βουλιμία). Έλλειψη ~ης. Η ορμόνη της ~ης (βλ. γκρελίνη). Διεγερτικά/κατασταλτικά της ~ης. Δεν έχω καθόλου ~ για φαγητό. Χάπια που κόβουν την ~. Έφαγε με/χωρίς ~. 2. (μτφ.) διάθεση, συνήθ. έντονη, για κάτι· κέφι: ~ για γυμναστική/δημιουργία/έρωτα/ζωή/μάθηση/παιχνίδι. Έχει χάσει την ~ή του για διάβασμα. Δουλεύει με ζήλο και ~ (πβ. προθυμία). ~ να έχει κανείς και όλα γίνονται. Αν υπάρχει ~, να κανονίσουμε να βγούμε. Όλα είναι θέμα ~ης. (προφ.) -Θα έρθεις; -Ανάλογα με την ~ή/τις ορέξεις μου.|| (προφ.-επιτατ.) Δεν έχω καμία ~ για αστεία/κουβέντες. Από ~ άλλο τίποτα.ορέξεις (οι): (μτφ.) έντονες επιθυμίες, ορμές, συνήθ. ερωτικές ή σεξουαλικές: ακόρεστες/αχαλίνωτες/αχόρταγες/φυσικές ~. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ~ του. Ενέδωσε/παραδόθηκε/υπέκυψε/υποτάχθηκε στις ~ της/του. Έρμαιο των ορέξεών του.|| (αρνητ. συνυποδ.) Επιχειρηματικές/πολιτικές ~. Οι αδηφάγες ~ των κερδοσκόπων. Άγριες/επιθετικές ~ των παικτών της ομάδας.|| Δραστηριότητες για όλες τις ~ (: γούστα). ● ΦΡ.: (μου) κόβεται η όρεξη/χάνω την όρεξή μου: δεν έχω πια όρεξη: Μου κόπηκε η ~ με αυτά που είδα. Είναι άρρωστος και του έχει κοπεί η ~ για φαγητό.|| (μτφ.) Έχασε την ~ή του για διασκέδαση. Με το που την βλέπω μου κόβεται η ~ (: χαλάει η διάθεσή μου)., άλλη όρεξη δεν είχα! (προφ.-επιτατ.): δεν θέλω να κάνω κάτι: Σιγά, ~ ~ (από το) να κάθομαι να τσακώνομαι μαζί σου!, έμεινα με την όρεξη (μτφ.-προφ.): δεν έγινε τελικά αυτό που επιθυμούσα: Τα εισιτήρια για τη συναυλία εξαντλήθηκαν κι ~ ~. ΣΥΝ. έμεινα με τη γλύκα, καλή όρεξη!: ευχή πριν ή κατά τη διάρκεια γεύματος: ~ ~ και καλή χώνεψη! Καλή σου όρεξη!, όρεξη έχεις/έχεις όρεξη; (προφ.): για να δηλωθεί ενόχληση: Τι το σκαλίζεις το θέμα; ~ ~ πρωί πρωί; Άσε με ήσυχο, πάλι ~ ~;, περί ορέξεως (ουδείς λόγος/κολοκυθόπιτα): καθένας έχει τις δικές του προτιμήσεις και τα δικά του γούστα: Αν εσένα σου αρέσει, εμένα δεν μου πέφτει λόγος. (Άλλωστε,) ~ ~., ανοίγω την όρεξη/(μου)ανοίγει η όρεξη βλ. ανοίγω, μου κάνει κέφι βλ. κέφι, τραβάει η όρεξή μου (κάτι) βλ. τραβώ, τρώγοντας ανοίγει/έρχεται η όρεξη βλ. τρώω [< αρχ. ὄρεξις ‘τάση, επιθυμία’, γαλλ. appétit, αγγλ. appetite]

8331αχαλίνωτος, η, ο [ἀχαλίνωτος] α-χα-λί-νω-τος επίθ.: που εκδηλώνεται σε υπερβολικό βαθμό χωρίς περιορισμούς ή όρια, που δεν μπορεί να συγκρατηθεί ή να ελεγχθεί: ~ος: ανταγωνισμός/καταναλωτισμός. ~η: ανάπτυξη/βία/ελευθερία/περιέργεια/φαντασία. ~ο: πάθος. Το ~ο κυνήγι του κέρδους. Ζωώδη και ~α ένστικτα. ΣΥΝ. ανεξέλεγκτος (1), ασυγκράτητος ● επίρρ.: αχαλίνωτα [< αρχ. ἀχαλίνωτος]
8332αχαμνά[ἀχαμνά] α-χα-μνά ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό): τα ανδρικά γεννητικά όργανα. Πβ. όρχεις. Βλ. αμελέτητα.
8333αχαμνός, ή, ό [ἀχαμνός] α-χα-μνός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): αδύναμος, ασθενικός, καχεκτικός. [< μεσν. αχαμνός]
8334αχανής, ής, ές [ἀχανής] α-χα-νής επίθ. {αχαν-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: που έχει υπερβολικά μεγάλη έκταση: ~ής: έρημος/χώρα. (μτφ.) Ο ~ κόσμος του διαδικτύου. Πβ. απέραντος.|| (μτφ.) Κοίταζε με ~ές βλέμμα (: αφηρημένα). ● Ουσ.: αχανές (το) (λόγ.): άπειρο, χάος: το ~ του Σύμπαντος. [< μτγν. ἀχανής]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.