| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8338 | αχάριστος | , η, ο [ἀχάριστος] α-χά-ρι-στος επίθ.: που δεν αναγνωρίζει το καλό που του έγινε, που δείχνει αχαριστία: ~ο: πλάσμα. Φάνηκε ~ (απέναντι) στην/προς τον ... Να μην είμαι και ~! ΣΥΝ. αγνώμων, αμνήμων ΑΝΤ. ευγνώμων ● επίρρ.: αχάριστα [< αρχ. ἀχάριστος] | |
| 8339 | άχαρος | , η, ο [ἄχαρος] ά-χα-ρος επίθ. 1. που δεν τον διακρίνει χάρη ή κομψότητα, κυρ. στην εμφάνιση ή τους τρόπους: ~ στις κινήσεις του. Ψηλός και ~. Πβ. άγαρμπος, αδέξιος, άκομψος. ΑΝΤ. χαριτωμένος 2. που δεν προσφέρει χαρά ή δεν προκαλεί ενδιαφέρον, δυσάρεστος: ~ος: ρόλος. ~η: ζωή. Μονότονη και ~η εργασία (= ανιαρή, πληκτική). Ανέλαβε το ~ο έργο/καθήκον να ... ΑΝΤ. ευχάριστος ● επίρρ.: άχαρα [< 1: αρχ. ἄχαρις] | |
| 8340 | αχαρτογράφητος | , η, ο [ἀχαρτογράφητος] α-χαρ-το-γρά-φη-τος επίθ.: που δεν έχει χαρτογραφηθεί, δεν έχει καταγραφεί ή διερευνηθεί: ~η: περιοχή. ~α: ναρκοπέδια. Ερημικό, ~ο νησί.|| (μτφ.) ~ο πεδίο έρευνας (= ανεξερεύνητο). ~α: νερά. | |
| 8341 | άχαστος | , η, ο [ἄχαστος] ά-χα-στος επίθ. (προφ.): (κυρ. στην ποδοσφαιρική αργκό) που δεν χάνει ή που δεν μπορεί, δεν πρέπει να χαθεί: ~η: ομάδα.|| ~η: ευκαιρία. ~ο: γκολ. | |
| 8342 | αχάτης | [ἀχάτης] α-χά-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος, διακοσμητικός λίθος, ποικιλία του χαλαζία, με λεπτές ραβδώσεις και ζωηρά χρώματα: κόκκινος/πράσινος ~. Καρφίτσα/κομπολόι από ασήμι και ~η. Βλ. δενδρίτης, όνυχας2, οπάλιο. [< μτγν. ἀχάτης, αγγλ.-γαλλ. agate] | |
| 8343 | ΑΧΕ | (η): Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία. | |
| 8344 | αχείλι | βλ. χείλι | |
| 8345 | αχειροποίητος | , η/ος, ο [ἀχειροποίητος] α-χει-ρο-ποί-η-τος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που πιστεύεται ότι δεν έχει πλαστεί από ανθρώπινα χέρια, αλλά κυρ. από θαύμα και θεϊκή παρέμβαση: ~η εικόνα της Θεοτόκου/του Χριστού.|| (ως προσωνύμιο) Παναγία η ~ος. [< μτγν. ἀχειροποίητος] | |
| 8346 | ΑΧΕΠΑ | & AHEPA (η): Αμερικανο-Ελληνική Εκπαιδευτική Προοδευτική Οργάνωση. || Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης. [< αμερικ. American Hellenic Educational Progressive Association, 1922] | |
| 8347 | ΑΧΕΠΕΥ | (η): Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. | |
| 8348 | αχερο- | βλ. αχυρο- | |
| 8349 | αχερώνας | βλ. αχυρώνας | |
| 8350 | αχηβάδα | βλ. αχιβάδα | |
| 8351 | άχθηκε | βλ. άγω | |
| 8352 | άχθος | [ἄχθος] ά-χθος ουσ. (ουδ.) {άχθ-ους | σπανιότ. -η, -ών} (λόγ.-μτφ.): βάρος, φορτίο και γενικότ. κάθε δυσβάσταχτη κατάσταση: διοικητικό/οικονομικό/ψυχικό ~. Το ~ της εργασίας. ● ΣΥΜΠΛ.: άχθος αρούρης (αρχαιοπρ.-υβριστ.): (κυριολ. βάρος της γης) για άνθρωπο τεμπέλη, που ζει σε βάρος των άλλων. [< αρχ. ἄχθος] | |
| 8353 | αχθοφορικά | [ἀχθοφορικά] α-χθο-φο-ρι-κά ουσ. (ουδ.) (τα): η αμοιβή του αχθοφόρου: ~ σε αεροδρόμια/ξενοδοχεία. ~-φιλοδωρήματα. [< μεσν. αχθοφορικός] | |
| 8354 | αχθοφόρος | [ἀχθοφόρος] α-χθο-φό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που έχει ως επάγγελμα να μεταφέρει αποσκευές ή φορτία: ~ ξενοδοχείων. Πβ. μεταφορέας, φορτοεκφορτωτής, χαμάλης. Βλ. -φόρος.|| (κυρ. στην Κύπρο) ~-κλητήρας. 2. (σπάν.-μτφ.) αυτός που μεταβιβάζει, μεταφέρει, συνήθ. απρόθυμα ή άκριτα, εντολές, πληροφορίες και στοιχεία: ~ αποφάσεων. Πβ. φερέφωνο. [< μτγν. ἀχθοφόρος] | |
| 8355 | αχιβάδα | [ἀχιβάδα] α-χι-βά-δα ουσ. (θηλ.) & αχηβάδα 1. ΖΩΟΛ. δίθυρο μαλάκιο (οικογ. Veneridae, Cardiidae) που ζει στην άμμο ή τη λάσπη και συνεκδ. η μαλακή εδώδιμη σάρκα του: μαγειρευτές/ωμές ~ες. Πβ. κυδώνι. Βλ. οστρακοειδή, φρούτα της θάλασσας. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει το σχήμα αχιβάδας: καραμέλα/πιατέλα ~. Βλ. κοχύλι. 3. ΑΡΧΙΤ. κοίλωμα, κόγχη συνήθ. με διακοσμητικές ή γλυπτές παραστάσεις: ~ οροφής/τοίχου. ~ του ιερού της εκκλησίας. Βλ. σηκός. [< 1,2: μεσν. αχηβάδα 3: γαλλ. conque] | |
| 8356 | αχίλλεια | [ἀχίλλεια] α-χίλ-λει-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. πολυετές αναρριχητικό βότανο (γένος Achillea), με αρωματικά φύλλα και μικρά λευκά ή ροζ άνθη με κίτρινο κέντρο. [< μτγν. Ἀχίλλειος, γαλλ. achillée, αγγλ. achillea] | |
| 8357 | αχίλλειος | , α/ος, ο [ἀχίλλειος] α-χίλ-λει-ος επίθ.: κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: αχίλλειος πτέρνα (μτφ.): ευαίσθητο, τρωτό σημείο: Η άμυνα είναι η ~ ~ της ομάδας. [< γερμ. Achillesferse, γαλλ. talon d'Achille] , αχίλλειος τένοντας: ΑΝΑΤ. ο τένοντας που ενώνει τους μυς της κνήμης με τη φτέρνα. [< αρχ. Ἀχίλλειος, αγγλ. Achillean] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ