Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9240-9260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8358αχινομακαρονάδα[ἀχινομακαρονάδα] α-χι-νο-μα-κα-ρο-νά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. μακαρονάδα με αβγά αχινού. Βλ. αστακο-, γαριδο-μακαρονάδα.
8359αχινός[ἀχινός] α-χι-νός ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μικρό θαλάσσιο ασπόνδυλο ζώο, που ανήκει στα εχινόδερμα (τάξη Echinoidea), με μαλακό σώμα, το οποίο περιβάλλεται από σφαιρικό αγκαθωτό όστρακο: αβγά ~ού. Βλ. λύχνος του Αριστοτέλη. [< μεσν. αχινός]
8360αχινοσαλάτα[ἀχινοσαλάτα] α-χι-νο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα με κύριο συστατικό αβγά αχινού, περιχυμένα με λάδι και λεμόνι. Βλ. -σαλάτα.
8361αχλάδα[ἀχλάδα] α-χλά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μεγάλο αχλάδι. Κυρ. στη ● ΦΡ.: πίσω έχει η αχλάδα την ουρά (παροιμ.): ως προειδοποίηση για δυσάρεστη έκβαση υπόθεσης που θα φανεί αργότερα. ΣΥΝ. στο τέλος ξυρίζουν το(ν) γαμπρό [< μεσν. αχλάδα]
8362αχλάδι[ἀχλάδι] α-χλά-δι ουσ. (ουδ.): ο καρπός της αχλαδιάς που έχει πρασινωπή φλούδα, σφαιρικό σχήμα, το οποίο στενεύει προς το κοτσάνι, και μαλακή γλυκιά σάρκα κατά την ωρίμανσή του: ~ κομπόστα. Βλ. βουτυράτα, κοντούλα, κρυστάλλι. ΣΥΝ. απίδι ● Υποκ.: αχλαδάκι (το) ● ΦΡ.: μεταξύ τυρού και αχλαδιού βλ. τυρός [< μεσν. αχλάδιον]
8363αχλαδιά[ἀχλαδιά] α-χλα-διά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. οπωροφόρο δέντρο (επιστ. ονομασ. Pyrus Maloideae) με οδοντωτά συνήθ. φύλλα, που έχει ως καρπό του το αχλάδι: άγρια ~ (= γκορτσιά). ΣΥΝ. απιδιά ● ΦΡ.: την κουνάει την αχλαδιά (αργκό): είναι ή δίνει την εντύπωση ότι είναι ομοφυλόφιλος.
8364αχλαδόμηλο[ἀχλαδόμηλο] α-χλα-δό-μη-λο ουσ. (ουδ.): υπερφρούτο που παράγεται από ποικιλία αχλαδιάς (επιστ. ονομασ. Pyrus pyrifolia) και η γεύση του μοιάζει με αχλάδι και μήλο. Βλ. υπερτροφή. ΣΥΝ. νάσι [< αγγλ. apple-pear, 1983]
8365αχλαδόσχημος, η, ο [ἀχλαδόσχημος] α-χλα-δό-σχη-μος επίθ.: που έχει σχήμα αχλαδιού, που στενεύει στο άκρο: ~η: λύρα (π.χ. η κρητική). ~ο: ηχείο (έγχορδου μουσικού οργάνου). Πβ. απιοειδής. [< γερμ. birnenförmig]
8366αχλή[ἀχλή] α-χλή ουσ. (θηλ.) & άχλη, (λόγ.) αχλύς {αχλ-ύος}: αραιή ομίχλη κοντά στο έδαφος, που περιορίζει την ορατότητα: ξηρή/πρωινή/υγρή ~. Πβ. καταχνιά, πούσι.|| (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) Η ~ της ιστορίας/του χρόνου. ~ μυστηρίου καλύπτει τον φόνο. Η αλήθεια ξεπροβάλλει πίσω από την ~ του μύθου. [< αρχ. ἀχλύς]
8368αχνάριβλ. χνάρι
8369άχνη[ἄχνη] ά-χνη ουσ. (θηλ.) 1. ουσία σε μορφή πολύ λεπτής σκόνης. 2. αχνός. ● ΣΥΜΠΛ.: ζάχαρη άχνη/άχνη ζάχαρη βλ. ζάχαρη [< αρχ. ἄχνη]
8370αχνίζω[ἀχνίζω] α-χνί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σπάν. άχνι-σε, -σμένος, αχνίζ-οντας, συνηθέστ. στον ενεστ.} 1. δημιουργώ αχνό: Ο καφές/το φαγητό ~ει. ~σμένο: τζάμι (= θαμπό, θολωμένο). 2. μαγειρεύω στον ατμό: ~ (σε χαμηλή φωτιά) τα λαχανικά. Θαλασσινά ~σμένα σε λίγο λάδι και νερό. Πβ. ατμίζω. [< αρχ. ἀτμίζω ‘αναδίδω ατμούς’]
8371αχνιστός, ή, ό [ἀχνιστός] α-χνι-στός επίθ. 1. που βγάζει αχνούς, ζεστός, καυτός: ~ός: καφές. ~ή: σούπα. ~ό: τσάι/ψωμί. 2. που έχει μαγειρευτεί στον ατμό: ~ό: ρύζι. [< αρχ. ἀτμιστός]
8372αχνο-: α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του θαμπού ή ανεπαίσθητου: ~φέγγει. ~γάλαζος.
8373αχνός, ή, ό [ἀχνός] α-χνός επίθ.: που γίνεται δύσκολα αντιληπτός (από τις αισθήσεις) λόγω έλλειψης έντασης, ζωντάνιας, σαφήνειας, καθαρότητας περιγράμματος: ~ή: μορφή/σκιά. ~ό: αποτύπωμα (= ασαφές, δυσδιάκριτο)/πρόσωπο (βλ. χλομό)/χαμόγελο (= υπομειδίαμα)/χρώμα (= θαμπό, ωχρό)/φως (= αμυδρό, ασθενές, ΑΝΤ. δυνατό, έντονο). Σκιαγράφηση με ~ές γραμμές. Πβ. ανεπαίσθητος.|| (μτφ.) ~ή: ανάμνηση (πβ. θολή). ~ές: ελπίδες. ΑΝΤ. ζωντανός (4) ● επίρρ.: αχνά
8374αχνός[ἀχνός] α-χνός ουσ. (αρσ.) 1. ατμός που βγαίνει κυρ. από πολύ ζεστό υγρό. 2. {συνήθ. στον πληθ.} άχνα, εκπνοή που δημιουργείται, όταν υπάρχει διαφορά θερμοκρασίας με το (κρύο) εξωτερικό περιβάλλον: ~οί στα τζάμια. Πβ. υδρατμός. [< μεσν. αχνός < αρχ. ἀτμός]
8375αχνοφέγγει[ἀχνοφέγγει] α-χνο-φέγ-γει ρ. (λογοτ.): διακρίνεται αμυδρά, ανεπαίσθητα: Αμυδρό φως που ~ στον ορίζοντα.|| (μτφ.) ~ η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο (: αρχίζει να διαφαίνεται). Πβ. υποφώσκει. ΣΥΝ. θαμποφέγγει
8376αχονδροπλασία[ἀχονδροπλασία] α-χον-δρο-πλα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κληρονομική συγγενής διαταραχή του σχηματισμού των χόνδρων των αρθρώσεων, που οδηγεί σε μορφή νανισμού. Βλ. -πλασία. [< γαλλ. achondroplasie, αγγλ. achondroplasia]
8377αχορταγιά[ἀχορταγιά] α-χορ-τα-γιά ουσ. (θηλ.) & αχορταγία & (λαϊκό) αχορτασιά: λαιμαργία, απληστία. Πβ. βουλιμία, πλεονεξία. [< μεσν. αχορταγιά· μτγν. ἀχορτασία]
8378αχόρταγος, η, ο [ἀχόρταγος] α-χόρ-τα-γος επίθ. 1. (μτφ.) άπληστος, ανικανοποίητος: ~η: περιέργεια. ~ο: βλέμμα. Η ~η δίψα της εξουσίας. ~η επιθυμία για γνώση. ΣΥΝ. αδηφάγος (1), ακόρεστος (1) 2. (για πρόσ.) λαίμαργος. ● επίρρ.: αχόρταγα [< μεσν. αχόρταγος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.