Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9260-9280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8379αχός[ἀχός] α-χός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-λογοτ.): δυνατός ή υπόκωφος ήχος, βουητό: ο ~ της θάλασσας. Ο βαρύς ~ της μάχης. ΣΥΝ. βοή [< αναδρομικός σχηματισμός από το μεσν. ρ. αχώ]
8380άχου[ἄχου] ά-χου επιφών. ως έκφραση 1. τρυφερότητας, έγνοιας, ευχαρίστησης, έκπληξης: ~ το, μωρέ! ~, τι να κάνει τώρα το παιδάκι μου; ~ καλέ, πώς σου πάει αυτό το φόρεμα! 2. & αχού στενοχώριας, πόνου, συμπόνιας, απογοήτευσης: ~, συμφορά που μας βρήκε! ~ τι τραβά η καημένη! ~, μπελάς που με βρήκε! Βλ. α, αχ. [< τουρκ. ahu, λ. ηχομιμητ.]
8381αχούρι[ἀχούρι] α-χού-ρι ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) βρόμικος ή ατακτοποίητος χώρος και γενικότ. οτιδήποτε ανοργάνωτο: Το δωμάτιο/το σπίτι είναι σκέτο ~.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Νοσοκομεία/σχολεία ~ια. Πβ. μπάχαλο, μπουρδέλο. 2. στάβλος, παχνί: ~ για τα ζώα. [< μεσν. αχούρι]
8382άχραντος, ος/η, ο [ἄχραντος] ά-χρα-ντος επίθ. {-ου (λογιότ.) -άντου}: ΕΚΚΛΗΣ. αγνός, άσπιλος, αμόλυντος: το ~ο σώμα του Χριστού. Βλ. Παν~. ● ΣΥΜΠΛ.: τα άχραντα μυστήρια: η Θεία Κοινωνία, Θεία Ευχαριστία: μετάληψη των ~άντων ~ίων. [< αρχ. ἄχραντος]
8383αχρείαστος, η, ο [ἀχρείαστος] α-χρεί-α-στος επίθ. (προφ.): που δεν χρειάζεται, περιττός. Κυρ. στη ● ΦΡ.: αχρείαστο(ς) να 'ναι: μακάρι να μη χρειαστεί σε κάποιον: Να σου δώσω κι ένα τηλέφωνο για ώρα ανάγκης, ~ο ~. Γνώρισα έναν ψυχίατρο, ~ος ~. Βλ. κούφια η ώρα. [< μεσν. αχρείαστος]
7581Αχρειος

, η, ο [ἄτιμος] ά-τι-μος επίθ. 1. (για άνθρωπο) που δεν έχει εντιμότητα, ηθική ή τιμή, υπόληψη· (για πράξη, ενέργεια) ανέντιμος: ~ος: εχθρός/συμβιβασμός. Άνθρωπος αχρείος και ~. Είναι ~ο να εγκαταλείψεις τη θέση σου.|| ~η: φάρα. ~ο: θηλυκό (πβ. πονηρό)/πλάσμα.|| ~η και ύπουλη επίθεση/συμπεριφορά. Πβ. αισχρός, αχρείος. ΑΝΤ. τίμιος. 2. (προφ.) (ως έκφρ. θαυμασμού, έκπληξης, τρυφερότητας) ικανός, καπάτσος: Πολύ καλά κρατιέται η ~η! Βρε την ~η, κοίτα τι έκανε! Πβ. αφιλότιμος|| (χιουμορ.) Κούκλος είμαι ο ~! Βλ. επιδέξιος, επιτήδειος. 3. (προφ.) άδικος, καταραμένος, αναθεματισμένος: ~ος: κόσμος. ~η: ανεργία/ζωή/φτώχεια.|| Το ~ο το χρήμα! Μας ξεθέωσε ο ~! ~ο πράγμα η συνήθεια.|| (ειδικότ. για κάτι που μας προκαλεί δυσκολίες) ~ος: βήχας. ~η: αρρώστια/δουλειά. ~α: γηρατειά. Πώς πέρασαν τα ~α τα χρόνια; ● Υποκ.: ατιμούλης , α, ικο {ατιμούλ-ηδες} & ατιμούλικος, η, ικο: συνήθ. στις σημ. 1,2: Είναι και ψευτάκος ο ~.|| Άντε ~ικο, πάλι θα κλέψεις την παράσταση! ~ηδες, είστε πανέξυπνοι τελικά. ● επίρρ.: άτιμα: στη σημ. 1: Μου φέρθηκε ~. ● ΦΡ.: άτιμη/κακούργα κοινωνία! βλ. κοινωνία [< 1: αρχ. ἄτιμος]

8384αχρείος, α, ο [ἀχρεῖος] α-χρεί-ος επίθ.: ανήθικος, ανέντιμος, αισχρός: ~ο: υποκείμενο. Αδιάντροπος και ~.|| (ως ουσ., μειωτ.) Μου 'φαγε τα λεφτά, ο ~! (υβριστ.) Χάσου από 'δω, ~ε! ΣΥΝ. άθλιος (2), ελεεινός (1), φαύλος [< αρχ. ἀχρεῖος]
8385αχρειότητα[ἀχρειότητα] α-χρει-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απουσία ηθικών ενδοιασμών στον λόγο ή τη συμπεριφορά, αισχρότητα· συνεκδ. τα αντίστοιχα λόγια ή πράξεις: η ~ της εξουσίας.|| Η προπαγάνδα τους βασίζεται σε ~ες και λασπολογίες. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αθλιότητα (2), ανεντιμότητα, ανηθικότητα, φαυλότητα [< μτγν. ἀχρειότης]
8386αχρεώστητος, η/ος, ο [ἀχρεώστητος] α-χρε-ώ-στη-τος επίθ.: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. που γίνεται χωρίς να αποτελεί μέρος οφειλής: ~η: είσπραξη/καταβολή. (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της πληρωμής. ● επίρρ.: αχρεώστητα & (συχνότ. λόγ.) -ήτως: ~ πληρωμένοι φόροι. ● ΦΡ.: αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά: χρήματα που καταβλήθηκαν από κάποιον, κυρ. από φορέα του Δημοσίου, χωρίς να τα οφείλει, οπότε δικαιούται να τα ζητήσει πίσω: Ανάκτηση/είσπραξη/επιστροφή των ~ ~ων ~ών. ~ καταβληθείσες: αποδοχές/εισφορές/συντάξεις. [< μεσν. αχρεώστητος]
8387αχρησία[ἀχρησία] α-χρη-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. μη χρησιμοποίηση: Η συσκευή σκούριασε από την ~.|| Κατάργηση νομοθετικών διατάξεων λόγω ~ας. Βλ. αχρηστία. 2. ΝΟΜ. η μη άσκηση δικαιώματος για συγκεκριμένο διάστημα, η οποία συνιστά αιτία κατάργησής του: ~ μισθίου. ● ΦΡ.: σε αχρησία & (σπάν.-λόγ.) εν αχρησία: για κάτι που δεν χρησιμοποιείται: θεσμός καταδικασμένος ~ ~. Λέξεις και σημασίες που έχουν περιέλθει/περιπέσει ~ ~. Τα μηχανήματα υπάρχουν, τελούν όμως εν ~. ΑΝΤ. σε χρήση [< 1: μτγν. ἀχρησία]
8388αχρησιμοποίητος, η, ο [ἀχρησιμοποίητος] α-χρη-σι-μο-ποί-η-τος επίθ.: που δεν χρησιμοποιείται ή δεν έχει χρησιμοποιηθεί (καθόλου): ~ος: χώρος. Συσκευή που βρίσκεται/παραμένει ~η στο κουτί της. Πωλείται εκτυπωτής σχεδόν ~ (= αμεταχείριστος, καινούργιος). Αξιοποίηση ~ων κτιρίων.|| (ΟΙΚΟΝ.) Έσοδα από ~ες προβλέψεις. ΑΝΤ. μεταχειρισμένος, χρησιμοποιημένος (1) [< γαλλ. inutilisé]
8389άχρηστα[ἄχρηστα] ά-χρη-στα ουσ. (ουδ.) (τα) {αχρήστων}: σκουπίδια: απομάκρυνση των ~ων. ● ΦΡ.: (ρίχνω/πετώ κάτι ή κάτι καταλήγει/πηγαίνει) στο καλάθι των αχρήστων βλ. καλάθι
8390αχρήστευση[ἀχρήστευση] α-χρή-στευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αχρηστεύω: ~ συσκευής. Πβ. καταστροφή, χάλασμα. Βλ. αχρησία. 2. (μτφ.) αποδυνάμωση λόγω μειωμένης χρήσης ή αδράνειας: ~ παρωχημένων θεσμών. Βλ. απαξίωση.
8391αχρηστεύω[ἀχρηστεύω] α-χρη-στεύ-ω ρ. (μτβ.) {αχρήστε-ψα κ. αχρήστευ-σα, -τηκε κ. -θηκε, -(υ)μένος, αχρηστεύ-οντας, συνήθ. στο γ΄ πρόσ.}: θέτω κάτι εκτός λειτουργίας ή προκαλώ σε κάποιον αθεράπευτη βλάβη: Ιός που ~ει τον υπολογιστή. Το αυτοκίνητο ~τηκε μετά το ατύχημα. Πβ. καταστρέφω, χαλώ.|| (μτφ.) Η ασθένεια έχει ~σει το ανοσοποιητικό του σύστημα. (αργκό) Του έριξαν τόσο ξύλο που τον ~ψαν (= σακάτεψαν). [< μτγν. ἀχρηστεύω]
8392αχρηστία[ἀχρηστία] α-χρη-στί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του άχρηστου: παλαιότητα και ~ μηχανημάτων. Βλ. αχρήστευση. Θέτει σε ~ (= αχρηστεύει).|| (καταχρ.) (Κάτι) βρίσκεται/μένει/περιέρχεται/περιπίπτει/πέφτει/τίθεται σε ~ (= αχρησία). [< αρχ. ἀχρηστία – παλαιότ. ορθογρ. αχρηστεία]
8393άχρηστος, η, ο [ἄχρηστος] ά-χρη-στος επίθ. 1. που δεν είναι χρήσιμος· κατ' επέκτ. που δεν χρησιμοποιείται πια: ~ος: χώρος. ~η: αλληλογραφία (βλ. σπαμ). ~ο: πράγμα. ~ες: πληροφορίες/συμβουλές (= ανώφελες). ~α: υλικά. Αποδείχτηκε/μου ήταν ~ο και το πέταξα. Ανακύκλωση ~ου χαρτιού. Διαγραφή ~ων αρχείων/μηνυμάτων. Αποβολή των ~ων και επιβλαβών ουσιών από τον οργανισμό. Είναι ~ο (= άσκοπο) να ... Πβ. περιττός.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ος: τύπος (πχ. δυϊκός αριθμός). Βλ. αδόκιμος.|| (αργκό) Τον έκαναν ~ο (= σάπισαν, τσάκισαν) στο ξύλο. 2. (μειωτ. για πρόσ.) ανίκανος, ανεπρόκοπος: Είναι τελείως ~. (υβριστ.) ~ο πλάσμα! Πβ. χαμένο κορμί.|| (ως ουσ.) Ο ~, τίποτα δεν ξέρει. Πβ. ανάξιος. Βλ. αχρείος. [< αρχ. ἄχρηστος]
8394άχρι[ἄχρι] ά-χρι πρόθ. & άχρις (αρχαιοπρ.): μέχρι: ~ σήμερον/τούδε (= ως τώρα)/τέλους. [< αρχ. ἄχρι(ς)]
8395αχρονικός, ή, ό [ἀχρονικός] α-χρο-νι-κός επίθ.: που δεν ακολουθεί ή δεν δηλώνει τον χρόνο και την εξέλιξή του: φαινόμενο ~ό και αναλλοίωτο. Πβ. άχρονος, αιώνιος. [< γαλλ. intemporel]
8396αχρονολόγητος, η, ο [ἀχρονολόγητος] α-χρο-νο-λό-γη-τος επίθ.: που δεν φέρει χρονολογία ή δεν είναι δυνατόν να χρονολογηθεί: ~η: έκδοση/επιγραφή. ~α: χειρόγραφα. [< γερμ. undatiert, γαλλ. non daté]
8397άχρονος, η, ο [ἄχρονος] ά-χρο-νος επίθ. 1. που δεν προσδιορίζεται από τα όρια του χρόνου ή της ιστορίας: ~ο: Σύμπαν. Ο Θεός είναι ~.|| (ως ουσ.) Το υπερβατικό και το ~ο. Πβ. αιώνιος. 2. ΜΟΥΣ. που δεν έχει κανονικό μουσικό χρόνο, συγκεκριμένο μέτρο: ~η: μελωδία. Βλ. -χρονος. [< 1: μτγν. ἄχρονος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.