Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9280-9300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8398αχρωματικός, ή, ό [ἀχρωματικός] α-χρω-μα-τι-κός επίθ. 1. ΟΠΤ. που διαθλά το φως χωρίς να το αναλύει στα χρώματα που το συνθέτουν: ~ός: φακός. ~ό: τηλεσκόπιο. 2. που δεν έχει απόχρωση: ~ό: χρώμα (: γκρι, λευκό, μαύρο). [< 1: γαλλ. achromatique 2: αγγλ. achromatic]
8399αχρωμάτιστος, η, ο [ἀχρωμάτιστος] α-χρω-μά-τι-στος επίθ. ΑΝΤ. χρωματισμένος 1. που δεν έχει χρωματιστεί, βαφτεί. ΣΥΝ. άβαφος & άβαφτος (1) 2. (μτφ.) που δεν είναι πολιτικά ή γενικότ. ιδεολογικά χαρακτηρισμένος: αντικειμενικός και ~ λόγος. ~η και μη παραταξιακή εκδήλωση. Πβ. ακομμάτιστος, ουδέτερος. 3. (μτφ.) που δεν έχει ή δεν αποδίδεται με έντονα, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: ~ος: ήχος. Πβ. άχρωμος. [< αρχ. ἀχρωμάτιστος]
8400αχρωματοψία[ἀχρωματοψία] α-χρω-μα-το-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αδυναμία διάκρισης των χρωμάτων ή τουλάχιστον ενός από τα τρία βασικά (κόκκινο, πράσινο, μπλε): μερική/πλήρης ~. Τεστ ~ας. Πβ. δαλτονισμός. Βλ. δυσχρωματοψία.|| (μτφ.) Ιδεολογική/πολιτική ~. [< γαλλ. achromatopsie, αγγλ. achromatopsia]
8401αχρωμία[ἀχρωμία] α-χρω-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. απουσία χρώματος ή έντονων χρωματικών διαφορών και γενικότ. διαφοροποιήσεων: η ~ των διαμαντιών.|| (μτφ.) Υφολογική ~. Βλ. ουδετερότητα. 2. ΙΑΤΡ. απουσία φυσιολογικού χρώματος, κυρ. στο δέρμα, εξαιτίας ασθένειας, μωλώπων ή/και συναισθηματικής έντασης. Βλ. αλφισμός, δυσχρωμία, λευκοδερμία, μελάγχρωση, ωχρότητα, -χρωμία. [< μεσν. αχρωμία 'αναίδεια' 2: γαλλ. achromie, αγγλ. achromia]
8402άχρωμος, η, ο [ἄχρωμος] ά-χρω-μος επίθ. 1. που δεν έχει χρώμα, συνήθ. έντονο ή διακριτό: ~ο: αέριο/βερνίκι/υγρό.|| ~ο: πρόσωπο (= χλομό, ωχρό). Βλ. -χρωμος. 2. (μτφ.) που δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό (ζωντάνια, ενδιαφέρον), ουδέτερος: ~η: ζωή (: μονότονη)/παρουσία/φωνή (= άτονη). ~ο: κείμενο. ~α: μάτια (= ανέκφραστα). Πβ. επίπεδος. ● ΦΡ.: άχρωμος, άοσμος και άγευστος (μτφ.-εμφατ.): για κάποιον ή κάτι εντελώς αδιάφορο, ανιαρό ή και ανούσιο: Η ερμηνεία του ήταν ~η, ~η και ~η. [< 1: μεσν. άχρωμος 2: γαλλ. incolore]
8403ΑΧΣ(το): Ανώτατο Χημικό Συμβούλιο.
8404αχταρμάς[ἀχταρμάς] α-χταρ-μάς ουσ. (αρσ.) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): ανακάτεμα, μπέρδεμα: ιδεολογικός/μουσικός ~. Ένας ~ από παλιά και σύγχρονα τραγούδια/κωμικών και τραγικών στοιχείων. Πβ. αμάλγαμα, κράμα, μπάχαλο, συνονθύλευμα. [< τουρκ. aktarma]
8405αχτένιστος, η, ο [ἀχτένιστος] α-χτέ-νι-στος επίθ. 1. που δεν χτενίστηκε, που έχει ανακατεμένα μαλλιά: ~ο: μαλλί. Αξύριστος, ακούρευτος και ~. ~η κι απεριποίητη. Πώς θα βγεις έξω έτσι ~η; ΣΥΝ. ξεχτένιστος ΑΝΤ. χτενισμένος 2. (μτφ.-προφ.) (για κείμενο) που δεν διορθώθηκε, δεν έτυχε γλωσσικής επιμέλειας. Πβ. αδούλευτος, ανεπεξέργαστος. ΑΝΤ. δουλεμένος, επεξεργασμένος. [< αρχ. 1: ἀκτένιστος]
8406άχτι[ἄχτι] ά-χτι ουσ. (ουδ.) (προφ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: βγάζω το άχτι μου: εκτονώνομαι, ξεσπώ: Αχ, του τα είπα ένα χεράκι κι έβγαλα ~. ΣΥΝ. βγάζω τα/τ' απωθημένα μου, έχω κάποιον άχτι: τον αντιπαθώ και συνήθ. θέλω να τον εκδικηθώ: Τον έχει ~ από τότε που του πήρε τη θέση., έχω κάτι άχτι: έχω σφοδρή επιθυμία ή καημό για κάτι: Το είχε ~ να βγάλει δικό του δίσκο και το κατάφερε τελικά. [< τουρκ. ahd, ahit]
8407αχτίδα[ἀχτίδα] α-χτί-δα ουσ. (θηλ.) (μτφ.-λογοτ.): ακτίνα: ~ αισιοδοξίας/ελπίδας. Μια ~ φωτός στο σκοτάδι του πολέμου. Βλ. ηλι~. [< μεσν. αχτίδα]
8408αχτίναβλ. ακτίνα
8409άχτιστος, η, ο βλ. άκτιστος
8410αχτύπητος, η, ο [ἀχτύπητος] α-χτύ-πη-τος επίθ. & (σπάν.) ακτύπητος 1. (μτφ.-προφ.) ασυναγώνιστος, καταπληκτικός: ~ος: συνδυασμός. ~η: ομάδα/τιμή (: πολύ χαμηλή). ~ο: (κινηματογραφικό) δίδυμο. Είναι ~ στον τομέα του. ΣΥΝ. άπαιχτος (1), άπιαστος (3), φοβερός (2) 2. που δεν χτυπήθηκε, δεν ανακατεύτηκε: ~α: αβγά. ΑΝΤ. χτυπημένος. ● επίρρ.: αχτύπητα [< μεσν. ακτύπητος, αγγλ. unbeaten, γαλλ. imbattable]
8411αχυράνθρωπος[ἀχυράνθρωπος] α-χυ-ράν-θρω-πος ουσ. (αρσ.): πρόσωπο άβουλο που κατευθύνεται από άλλους και ενεργεί για λογαριασμό τους: ~οι και μαριονέτες. ΣΥΝ. ανδρείκελο (1), άχυρο (2), έρμαιο, πιόνι (2), φερέφωνο [< γαλλ. homme de paille]
8412αχυρένιος, ια, ιο [ἀχυρένιος] α-χυ-ρέ-νιος επίθ. 1. που είναι φτιαγμένος από άχυρο ή έχει το χρώμα του: ~ια: καλύβα/κούκλα. ~ιο: στρώμα.|| ~ια: μαλλιά (= κατάξανθα). Βλ. -ένιος. 2. (μτφ.-μειωτ.) ανόητος και ασήμαντος, τιποτένιος, ευτελής. [< μεσν. αχυρένιος]
8413άχυρο

[ἄχυρο] ά-χυ-ρο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) άχερο 1. το καλάμι των σιτηρών που απομένει μετά το αλώνισμα και την αφαίρεση του καρπού: χοντρό/ψιλό ~. Ένα δεμάτι ~α. 2. (μτφ.) αχυράνθρωπος. 3. (μτφ.) για κάτι που έχει τις ιδιότητες του άχυρου (είναι άγευστο, ξηρό ή ξανθό): Είναι σκέτο ~!Δεν τρώγεται με τίποτα. Μαλλιά σαν ~. ● ΦΡ.: (γυρεύει/ψάχνει/ζητά) ψύλλους (/ψύλλο)/βελόνα (/βελόνες) στ' άχυρα (μτφ.): για να δηλωθεί η δυσκολία, η ματαιότητα ή η σχολαστικότητα μιας αναζήτησης. Πβ. ματαιοπονώ., δεν τρώω άχυρα/σανό (μτφ.-προφ.): δεν είμαι αφελής, δεν μπορεί να με εξαπατήσει κάποιος εύκολα. Πβ. τρώω/μασάω κουτόχορτο., έχει άχυρα στο κεφάλι/στο μυαλό του (μτφ.-προφ.): είναι ηλίθιος., δεν ξέρει να μοιράσει/να χωρίσει δυο γαϊδάρων/γαϊδουριών άχυρα βλ. γάιδαρος [< αρχ. ἄχυρον]

8414αχυρο- & αχυρό- & αχυρ-& (λαϊκό) αχερο- & αχερό- & αχερ-: α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στο άχυρο: αχυρο-σκεπή.|| (μειωτ.) Αχυρ-άνθρωπος.
8415αχυροσκεπή[ἀχυροσκεπή] α-χυ-ρο-σκε-πή ουσ. (θηλ.): στέγη κατασκευασμένη κυρ. με άχυρα: καλύβα με ~.
8416αχυρώνας[ἀχυρώνας] α-χυ-ρώ-νας ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) αχερώνας: χώρος αποθήκευσης άχυρων και γενικότ. ζωοτροφών: στάβλοι και ~ες. Βλ. -ώνας. ● ΦΡ.: δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι κάποιοι φιλονικούν για ξένη υπόθεση, για κάτι που δεν τους αφορά. [< μτγν. ἀχυρών]
8417αχώνευτος, η, ο [ἀχώνευτος] α-χώ-νευ-τος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν μπορεί να γίνει εύκολα αποδεκτός: εντελώς ~ χαρακτήρας. Ψυχρή κι ~η. Πβ. αντιπαθητικός, ανυπόφορος. ΑΝΤ. συμπαθητικός.|| ~η: ήττα. Βλ. δυσκολοχώνευτος. 2. για τροφή που δεν έχει ακόμη ή δεν μπορεί να χωνευτεί· γενικότ. για κάθε ουσία ή υλικό που δεν έχει λιώσει, διαλυθεί, αποσυντεθεί ή αποτεφρωθεί: βαρύ και ~ο φαγητό. ΣΥΝ. δυσκολοχώνευτος, δύσπεπτος. ΑΝΤ. ευκολοχώνευτος, εύπεπτος.|| Χωνεμένη και ~η κοπριά. 3. (σπάν.-μτφ.) που δεν μπορεί να γίνει κατανοητός, να αφομοιωθεί: ~η: γνώση. ΣΥΝ. αναφομοίωτος [< μτγν. ἀχώνευτος 'για μέταλλο που δεν έχει λιώσει', γαλλ. indigeste]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.