Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [9300-9320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8415αχυροσκεπή[ἀχυροσκεπή] α-χυ-ρο-σκε-πή ουσ. (θηλ.): στέγη κατασκευασμένη κυρ. με άχυρα: καλύβα με ~.
8416αχυρώνας[ἀχυρώνας] α-χυ-ρώ-νας ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) αχερώνας: χώρος αποθήκευσης άχυρων και γενικότ. ζωοτροφών: στάβλοι και ~ες. Βλ. -ώνας. ● ΦΡ.: δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι κάποιοι φιλονικούν για ξένη υπόθεση, για κάτι που δεν τους αφορά. [< μτγν. ἀχυρών]
8417αχώνευτος, η, ο [ἀχώνευτος] α-χώ-νευ-τος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν μπορεί να γίνει εύκολα αποδεκτός: εντελώς ~ χαρακτήρας. Ψυχρή κι ~η. Πβ. αντιπαθητικός, ανυπόφορος. ΑΝΤ. συμπαθητικός.|| ~η: ήττα. Βλ. δυσκολοχώνευτος. 2. για τροφή που δεν έχει ακόμη ή δεν μπορεί να χωνευτεί· γενικότ. για κάθε ουσία ή υλικό που δεν έχει λιώσει, διαλυθεί, αποσυντεθεί ή αποτεφρωθεί: βαρύ και ~ο φαγητό. ΣΥΝ. δυσκολοχώνευτος, δύσπεπτος. ΑΝΤ. ευκολοχώνευτος, εύπεπτος.|| Χωνεμένη και ~η κοπριά. 3. (σπάν.-μτφ.) που δεν μπορεί να γίνει κατανοητός, να αφομοιωθεί: ~η: γνώση. ΣΥΝ. αναφομοίωτος [< μτγν. ἀχώνευτος 'για μέταλλο που δεν έχει λιώσει', γαλλ. indigeste]
8418αχώρητος, η, ο [ἀχώρητος] α-χώ-ρη-τος επίθ.: ΘΕΟΛ. (συνήθ. ως χαρακτηρισμός του Θεού) που δεν χωρά ή δεν είναι δυνατό να χωρέσει κάπου. Βλ. ακατάληπτος, άχρονος. [< μτγν. ἀχώρητος]
8419αχώριστος, η/ος, ο [ἀχώριστος] α-χώ-ρι-στος επίθ. 1. που βρίσκεται σε πολύ στενή σχέση με κάποιον ή κάτι, που δεν είναι εύκολο να τον αποχωριστεί κάποιος: ~η: παρέα. ~ο: δίδυμο/ζευγάρι. ~οι: φίλοι. 2. που δεν μπορεί να χωριστεί, να διασπαστεί: Στοιχεία αξεδιάλυτα και ~α.|| (ΘΕΟΛ.) Τριάδα ομοούσιος και ~ (= αδιαίρετος). ΣΥΝ. αδιάσπαστος, αξεχώριστος ● επίρρ.: αχώριστα & (λόγ.) -ίστως ● ΣΥΜΠΛ.: αχώριστα μόρια: ΓΡΑΜΜ. που δεν εμφανίζονται ανεξάρτητα στον λόγο, αλλά χρησιμοποιούνται ως α' συνθετικά σύνθετων λέξεων: Το στερητικό α- ή αν-, το ξε-, το δυσ-, το αμφι- είναι ~ ~. [< αρχ. ἀχώριστος, γαλλ. inséparable]
8420αψάδα[ἁψάδα] α-ψά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. έντονη, καυτερή γεύση: η ~ του ξιδιού/πιπεριού/ποτού/σκόρδου. 2. (μτφ.) έξαψη, οξυθυμία. Βλ. -άδα.
8421άψαλτος, η, ο [ἄψαλτος] ά-ψαλ-τος επίθ. (λαϊκό): (για νεκρό) για τον οποίο δεν ψάλθηκε νεκρώσιμη ακολουθία, επιμνημόσυνη δέηση. ΣΥΝ. αλειτούργητος (1) ● ΦΡ.: στέλνω κάποιον αδιάβαστο βλ. αδιάβαστος [< μεσν. άψαλτος]
8422άψε σβήσε[ἅψε σβῆσε] ά-ψε σβή-σε επίρρ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: στο άψε σβήσε (προφ.): αμέσως, ταχύτατα, στη στιγμή: Έφτιαξε φαγητό ~ ~. Ο καβγάς φούντωσε ~ ~. ΣΥΝ. μάνι-μάνι, μέχρι/ώσπου/όσο να πεις κύμινο/κρεμμύδι, στο πι και φι, στο πιτς-φιτίλι, στο τάκα-τάκα, στο τσάκα-τσάκα, ώσπου να πεις αμήν [< μεσν. προστ. του άφτω & σβήνω]
8424αψέκαστος, η, ο [ἀψέκαστος] α-ψέ-κα-στος επίθ.: που δεν τον έχουν ψεκάσει, ραντίσει συνήθ. με φυτοφάρμακα: ~α: δέντρα/φυτά.
8425αψέντι[ἀψέντι] α-ψέ-ντι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πικρό, αρωματικό λικέρ πράσινου χρώματος με υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ, που έχει ως βασικό συστατικό το εκχύλισμα αψιθιάς. Βλ. βερμούτ. [< μεσν. αψέντι, γαλλ.-αγγλ. absinthe]
818αψευδησ

, η, ο [ἀδιάψευστος] α-δι-ά-ψευ-στος επίθ.: που δεν μπορεί να διαψευστεί: ~η: απόδειξη/μαρτυρία/πληροφορία. ~ο: γεγονός/ντοκουμέντο/τεκμήριο. ~α: επιχειρήματα/στοιχεία/συμπεράσματα. ● ΣΥΜΠΛ.: αδιάψευστος/αψευδής μάρτυρας βλ. μάρτυρας [< μτγν. ἀδιάψευστος]

8426αψευδής, ής, ές [ἀψευδής] α-ψευ-δής επίθ. {αψευδ-ούς | -είς (ουδ. -ή)∙ αψευδέστ-ερος, -ατος} (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν μπορεί να διαψευστεί, αληθής: ~ής: απόδειξη/μαρτυρία. ~ές: στοιχείο. ~ή: τεκμήρια. ΣΥΝ. αδιάψευστος, αναμφισβήτητος ● επίρρ.: αψευδώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: αδιάψευστος/αψευδής μάρτυρας βλ. μάρτυρας [< αρχ. ἀψευδής]
8427αψηλόςβλ. ψηλός
8428αψήλου[ἀψήλου] α-ψή-λου επίρρ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: τ' αψήλου (ιδιωμ.): ψηλά: Στάθηκε ~ ~ κι αγνάντευε.
8429άψητος, η, ο [ἄψητος] ά-ψη-τος επίθ. 1. που δεν ψήθηκε καθόλου ή δεν έχει ψηθεί καλά: ~η: ζύμη. ~ο: κρέας (= ωμό, ΑΝΤ. ψημένο). ~οι: ξηροί καρποί (ΣΥΝ. ακαβούρντιστοι).|| ~ος: πηλός. 2. (σπάν.-μτφ., για πρόσ.) άπειρος, άμαθος: Είναι ~ ακόμη στη δουλειά.
40000αψήφηση

πε-ρι-φρό-νη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λαϊκό) περιφρόνια: έλλειψη σεβασμού, αδιαφορία, υποτίμηση: ~ της δικαιοσύνης/των δικαιωμάτων του ανθρώπου (πβ. παραγνώριση)/της εξουσίας/των κανόνων/των νόμων (πβ. αψήφηση). ~ προς τους άλλους. ΣΥΝ. καταφρόνηση [< μτγν. περιφρόνησις]

8430αψήφιστα[ἀψήφιστα] α-ψή-φι-στα επίρρ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: παίρνω κάποιον/κάτι αψήφιστα: δεν το(ν) παίρνω στα σοβαρά, δεν του δίνω τη δέουσα προσοχή: ~ ~ την κατάσταση. Πήραν τους αντιπάλους τους ~ κι έχασαν τον αγώνα. Πβ. υποτιμώ. [< μεσν. αψήφιστα]
8431αψηφώ[ἀψηφῶ] α-ψη-φώ ρ. (μτβ.) {αψηφάς ... | αψήφ-ησα, -ώντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: δεν υπολογίζω, δεν λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου κάποιον ή κάτι: ~ τις απειλές/τις εντολές (κάποιου). ~ησε τον νόμο/πόνο. ~ κάθε εμπόδιο. ~ώντας τον κίνδυνο. ~ησε τον θάνατο και έπεσε στη μάχη. Πβ. αδιαφορώ, παραβλέπω, περιφρονώ. ΑΝΤ. ψηφώ [< μεσν. αψηφώ]
8432αψίδα[ἁψίδα] α-ψί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. τοξοειδής πύλη και γενικότ. κάθε θολωτή κατασκευή: μαρμάρινη/πέτρινη ~. ~ του θριάμβου. Εσωτερικές ~ες τρούλου. Πβ. καμάρα, τόξο. Βλ. λοβός. 2. ΑΡΧΙΤ. (ειδικότ.) η κόγχη του ιερού σε χριστιανικό ναό: ημικυκλική ~. [< αρχ. ἁψίς]
8433αψιδωτός, ή, ό [ἁψιδωτός] α-ψι-δω-τός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που φέρει αψίδες ή έχει σχήμα αψίδας: ~ός: ναός. ~ή: γέφυρα/πύλη/στοά. Πβ. καμαρ-, τοξ-ωτός. [< μτγν. ἁψιδωτός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.