| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8418 | αχώρητος | , η, ο [ἀχώρητος] α-χώ-ρη-τος επίθ.: ΘΕΟΛ. (συνήθ. ως χαρακτηρισμός του Θεού) που δεν χωρά ή δεν είναι δυνατό να χωρέσει κάπου. Βλ. ακατάληπτος, άχρονος. [< μτγν. ἀχώρητος] | |
| 8419 | αχώριστος | , η/ος, ο [ἀχώριστος] α-χώ-ρι-στος επίθ. 1. που βρίσκεται σε πολύ στενή σχέση με κάποιον ή κάτι, που δεν είναι εύκολο να τον αποχωριστεί κάποιος: ~η: παρέα. ~ο: δίδυμο/ζευγάρι. ~οι: φίλοι. 2. που δεν μπορεί να χωριστεί, να διασπαστεί: Στοιχεία αξεδιάλυτα και ~α.|| (ΘΕΟΛ.) Τριάδα ομοούσιος και ~ (= αδιαίρετος). ΣΥΝ. αδιάσπαστος, αξεχώριστος ● επίρρ.: αχώριστα & (λόγ.) -ίστως ● ΣΥΜΠΛ.: αχώριστα μόρια: ΓΡΑΜΜ. που δεν εμφανίζονται ανεξάρτητα στον λόγο, αλλά χρησιμοποιούνται ως α' συνθετικά σύνθετων λέξεων: Το στερητικό α- ή αν-, το ξε-, το δυσ-, το αμφι- είναι ~ ~. [< αρχ. ἀχώριστος, γαλλ. inséparable] | |
| 8420 | αψάδα | [ἁψάδα] α-ψά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. έντονη, καυτερή γεύση: η ~ του ξιδιού/πιπεριού/ποτού/σκόρδου. 2. (μτφ.) έξαψη, οξυθυμία. Βλ. -άδα. | |
| 8421 | άψαλτος | , η, ο [ἄψαλτος] ά-ψαλ-τος επίθ. (λαϊκό): (για νεκρό) για τον οποίο δεν ψάλθηκε νεκρώσιμη ακολουθία, επιμνημόσυνη δέηση. ΣΥΝ. αλειτούργητος (1) ● ΦΡ.: στέλνω κάποιον αδιάβαστο βλ. αδιάβαστος [< μεσν. άψαλτος] | |
| 8422 | άψε σβήσε | [ἅψε σβῆσε] ά-ψε σβή-σε επίρρ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: στο άψε σβήσε (προφ.): αμέσως, ταχύτατα, στη στιγμή: Έφτιαξε φαγητό ~ ~. Ο καβγάς φούντωσε ~ ~. ΣΥΝ. μάνι-μάνι, μέχρι/ώσπου/όσο να πεις κύμινο/κρεμμύδι, στο πι και φι, στο πιτς-φιτίλι, στο τάκα-τάκα, στο τσάκα-τσάκα, ώσπου να πεις αμήν [< μεσν. προστ. του άφτω & σβήνω] | |
| 8423 | αψεγάδιαστος | , η, ο [ἀψεγάδιαστος] α-ψε-γά-δια-στος επίθ.: χωρίς ψεγάδι, ελάττωμα, μειονέκτημα, τέλειος: ~η: ομορφιά/συμπεριφορά (= άμεμπτη, ανεπίληπτη). ~ο: πρόσωπο/σώμα. ΣΥΝ. άψογος ● επίρρ.: αψεγάδιαστα | |
| 8424 | αψέκαστος | , η, ο [ἀψέκαστος] α-ψέ-κα-στος επίθ.: που δεν τον έχουν ψεκάσει, ραντίσει συνήθ. με φυτοφάρμακα: ~α: δέντρα/φυτά. | |
| 8425 | αψέντι | [ἀψέντι] α-ψέ-ντι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πικρό, αρωματικό λικέρ πράσινου χρώματος με υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ, που έχει ως βασικό συστατικό το εκχύλισμα αψιθιάς. Βλ. βερμούτ. [< μεσν. αψέντι, γαλλ.-αγγλ. absinthe] | |
| 818 | αψευδησ | , η, ο [ἀδιάψευστος] α-δι-ά-ψευ-στος επίθ.: που δεν μπορεί να διαψευστεί: ~η: απόδειξη/μαρτυρία/πληροφορία. ~ο: γεγονός/ντοκουμέντο/τεκμήριο. ~α: επιχειρήματα/στοιχεία/συμπεράσματα. ● ΣΥΜΠΛ.: αδιάψευστος/αψευδής μάρτυρας βλ. μάρτυρας [< μτγν. ἀδιάψευστος] | |
| 8426 | αψευδής | , ής, ές [ἀψευδής] α-ψευ-δής επίθ. {αψευδ-ούς | -είς (ουδ. -ή)∙ αψευδέστ-ερος, -ατος} (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν μπορεί να διαψευστεί, αληθής: ~ής: απόδειξη/μαρτυρία. ~ές: στοιχείο. ~ή: τεκμήρια. ΣΥΝ. αδιάψευστος, αναμφισβήτητος ● επίρρ.: αψευδώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: αδιάψευστος/αψευδής μάρτυρας βλ. μάρτυρας [< αρχ. ἀψευδής] | |
| 8427 | αψηλός | βλ. ψηλός | |
| 8428 | αψήλου | [ἀψήλου] α-ψή-λου επίρρ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: τ' αψήλου (ιδιωμ.): ψηλά: Στάθηκε ~ ~ κι αγνάντευε. | |
| 8429 | άψητος | , η, ο [ἄψητος] ά-ψη-τος επίθ. 1. που δεν ψήθηκε καθόλου ή δεν έχει ψηθεί καλά: ~η: ζύμη. ~ο: κρέας (= ωμό, ΑΝΤ. ψημένο). ~οι: ξηροί καρποί (ΣΥΝ. ακαβούρντιστοι).|| ~ος: πηλός. 2. (σπάν.-μτφ., για πρόσ.) άπειρος, άμαθος: Είναι ~ ακόμη στη δουλειά. | |
| 40000 | αψήφηση | πε-ρι-φρό-νη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λαϊκό) περιφρόνια: έλλειψη σεβασμού, αδιαφορία, υποτίμηση: ~ της δικαιοσύνης/των δικαιωμάτων του ανθρώπου (πβ. παραγνώριση)/της εξουσίας/των κανόνων/των νόμων (πβ. αψήφηση). ~ προς τους άλλους. ΣΥΝ. καταφρόνηση [< μτγν. περιφρόνησις] | |
| 8430 | αψήφιστα | [ἀψήφιστα] α-ψή-φι-στα επίρρ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: παίρνω κάποιον/κάτι αψήφιστα: δεν το(ν) παίρνω στα σοβαρά, δεν του δίνω τη δέουσα προσοχή: ~ ~ την κατάσταση. Πήραν τους αντιπάλους τους ~ κι έχασαν τον αγώνα. Πβ. υποτιμώ. [< μεσν. αψήφιστα] | |
| 8431 | αψηφώ | [ἀψηφῶ] α-ψη-φώ ρ. (μτβ.) {αψηφάς ... | αψήφ-ησα, -ώντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: δεν υπολογίζω, δεν λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου κάποιον ή κάτι: ~ τις απειλές/τις εντολές (κάποιου). ~ησε τον νόμο/πόνο. ~ κάθε εμπόδιο. ~ώντας τον κίνδυνο. ~ησε τον θάνατο και έπεσε στη μάχη. Πβ. αδιαφορώ, παραβλέπω, περιφρονώ. ΑΝΤ. ψηφώ [< μεσν. αψηφώ] | |
| 8432 | αψίδα | [ἁψίδα] α-ψί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. τοξοειδής πύλη και γενικότ. κάθε θολωτή κατασκευή: μαρμάρινη/πέτρινη ~. ~ του θριάμβου. Εσωτερικές ~ες τρούλου. Πβ. καμάρα, τόξο. Βλ. λοβός. 2. ΑΡΧΙΤ. (ειδικότ.) η κόγχη του ιερού σε χριστιανικό ναό: ημικυκλική ~. [< αρχ. ἁψίς] | |
| 8433 | αψιδωτός | , ή, ό [ἁψιδωτός] α-ψι-δω-τός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που φέρει αψίδες ή έχει σχήμα αψίδας: ~ός: ναός. ~ή: γέφυρα/πύλη/στοά. Πβ. καμαρ-, τοξ-ωτός. [< μτγν. ἁψιδωτός] | |
| 8434 | αψιθιά | [ἀψιθιά] α-ψι-θιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) & (λόγ.) άψινθος & αψίνθιο (το) & αψινθιά (η): ΒΟΤ. ποώδες, αρωματικό φυτό (επιστ. ονομασ. Artemisia Absinthium) με πικρή γεύση, που χρησιμοποιείται κυρ. στη φαρμακευτική και την ποτοποιία, ιδ. για την παρασκευή του ποτού αψέντι. Πβ. αρτεμισία. [< μεσν. αψιθία, αρχ. ἀψίνθιον, μτγν. ἄψινθος] | |
| 8435 | αψίθυμος | , η, ο [ἁψίθυμος] α-ψί-θυ-μος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που θυμώνει, οργίζεται εύκολα. ΣΥΝ. αψύς (2), ευέξαπτος, ευερέθιστος (1), οξύθυμος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ