| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8436 | αψίκορος | , η, ο [ἁψίκορος ] α-ψί-κο-ρος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): (για πρόσ.) που έχει οξύθυμη συμπεριφορά ή γενικότ. ευμετάβλητη διάθεση. Πβ. αψίθυμος.|| Πβ. κυκλοθυμικός. [< αρχ. ἁψίκορος ‘αυτός που χορταίνει αμέσως, που αηδιάζει εύκολα, άστατος’] | |
| 8437 | αψιμαχία | [ἁψιμαχία] α-ψι-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) {αψιμαχιών, συνήθ. στον πληθ.} 1. ΣΤΡΑΤ. μικροσυμπλοκή μεταξύ αντίπαλων στρατιωτικών δυνάμεων: αιματηρές/εναέριες/συνοριακές ~ες. ~ες και θερμά επεισόδια. 2. (μτφ.) λεκτική αντιπαράθεση, διαπληκτισμός, φιλονικία: διπλωματική ~. Πολιτικές ~ες μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης (πβ. διαξιφισμοί). Αλληλοκατηγορίες/αντεγκλήσεις και ~ες. Βλ. -μαχία. ΣΥΝ. λογομαχία [< 1: μτγν. ἁψιμαχία 2: αρχ. ~] | |
| 8438 | αψινθιά | βλ. αψιθιά | |
| 8439 | άψογος | , η, ο [ἄψογος] ά-ψο-γος επίθ.: που δεν παρουσιάζει κανένα μειονέκτημα ή ελάττωμα, τέλειος, άριστος: ~ος: επαγγελματίας. ~ος: συνδυασμός (της παράδοσης με την καινοτομία)/συντονισμός (π.χ. δυνάμεων). ~η: εμφάνιση/εξυπηρέτηση/οργάνωση/ποιότητα/συνεργασία. ~ο: αποτέλεσμα/γραπτό (: χωρίς λάθη). Με άψογο τρόπο (= άψογα).|| ~η: συμπεριφορά (πβ. άμεμπτη, ανεπίληπτη). ΣΥΝ. αψεγάδιαστος ● επίρρ.: άψογα [< μτγν. ἄψογος] | |
| 8440 | αψού | [ἀψού] α-ψού {άκλ.}: ο χαρακτηριστικός ήχος του φτερνίσματος. Βλ. γείτσες. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 8441 | αψύς | , ιά, ύ [ἁψύς] α-ψύς επίθ. (λαϊκό) 1. που έχει έντονη (και συνήθ. πικάντικη) γεύση ή οσμή: ~ύ: κρασί. Βλ. δριμύς, οξύς. 2. (μτφ.) αψίθυμος. Πβ. ευέξαπτος, οξύθυμος. [< μεσν. αψύς] | |
| 8442 | αψυχολόγητος | , η, ο [ἀψυχολόγητος] α-ψυ-χο-λό-γη-τος επίθ. 1. (για συμπεριφορά, ενέργεια) που συντελείται χωρίς να υπολογιστούν οι συνθήκες ή η ανθρώπινη ψυχολογία: ~η: αντίδραση/απόφαση/κίνηση. Πβ. παράλογος. ΑΝΤ. λογικός (1) 2. (για πρόσ.) που δεν μπορεί να ψυχολογηθεί ή δεν ακολουθεί τους νόμους της ανθρώπινης ψυχολογίας: αλλοπρόσαλλος/απρόβλεπτος και ~ (χαρακτήρας). ● επίρρ.: αψυχολόγητα | |
| 8443 | άψυχος | , η, ο [ἄψυχος] ά-ψυ-χος επίθ. 1. που δεν έχει ψυχή, είναι από ύλη: ~η: μηχανή. ~ο: άγαλμα. ~α: αντικείμενα (= υλικά). Πβ. άβιος.|| ~ο: σώμα (= νεκρό, ΑΝΤ. ζωντανό).|| (ως ουσ.) Τα ~α (ενν. όντα, πλάσματα). ΑΝΤ. έμψυχος 2. (μτφ.) που δεν έχει δύναμη, ζωντάνια, ζωτικότητα: ~η: φωνή (= άτονη). Πβ. άνευρος, ξέπνοος, ξεψυχισμένος. Βλ. -ψυχος. ● επίρρ.: άψυχα [< αρχ. ἄψυχος] | |
| 8444 | άωρος | , η/ος, ο [ἄωρος] ά-ω-ρος επίθ. (λόγ.) 1. που δεν έχει ωριμάσει: ~ος: καρπός (= άγουρος).|| (ΒΙΟΛ.) ~α: κύτταρα.|| (μτφ.) ~η: ηλικία. ΣΥΝ. ανώριμος. ΑΝΤ. ώριμος. 2. που γίνεται πριν από την ώρα του: ~ος: θάνατος. ΣΥΝ. πρόωρος ● επίρρ.: άωρα [< αρχ. ἄωρος] | |
| 8445 | άωτον | [ἄωτον] ά-ω-τον ουσ. (ουδ.): μόνο στη ● ΦΡ.: το άκρον άωτον (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): το ανώτατο όριο: ~ ~ της αναισχυντίας/βλακείας/υποκρισίας. Πβ. αποθέωση, αποκορύφωμα. [< αρχ. (ἄκρον) ἄωτον] | |
| 58769 | άωτος | , ος/η, ο [ἄωτος] ά-ω-τος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που δεν έχει λαβές: ~α: αγγεία. [< μτγν. ἄωτος] | |
| 8446 | άωτος | , ος/η, ο [ἄωτος] ά-ω-τος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που δεν έχει λαβές: ~α: αγγεία. [< μτγν. ἄωτος] | |
| 8448 | β | 1. (πρόφ. βήτα) το δεύτερο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον συμφωνικό φθόγγο [v]: ~ κεφαλαίο (Β). ~ μικρό (β). Πβ. βήτα. Βλ. σύμφωνο. 2. (πρόφ. βήτα) δεύτερος σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική ή αξιολογική: (συνήθ. με τόνο β'/Β') Φίλιππος (ο) ~. Ο ~ Παγκόσμιος Πόλεμος. ~ κεφάλαιο/παράγραφος. (ΓΡΑΜΜ.) ~ ενικό πρόσωπο. Συγγενείς ~ βαθμού. ~ Λυκείου. Ξενοδοχείο ~ κατηγορίας (: τριών αστέρων). (ΑΘΛ.) ~ Εθνική (κατηγορία).|| (αρνητ. συνυποδ.) Ταινίες ~ διαλογής. Πολίτες ~ κατηγορίας.|| (χωρ. τόνο) Βιταμίνη Β (: μπε). Ομάδα αίματος Β. Καροτίνη Β/β. 3. (σε αρίθμηση, με τόνο κάτω αριστερά: ,Β ή ,β:) δύο χιλιάδες. 4. (Β΄, πρόφ. βήτα) ο βαθμός επίδοσης που αντιστοιχεί στο "Πολύ Καλά" στις Γ' και Δ' τάξεις του Δημοτικού Σχολείου. [< αρχ. Β, μεσν. β] | |
| 8447 | Β. | : βορράς, βόρειος. Β | |
| 8936 | Β.Ε.ΠΕ. | (οι): Βιομηχανικές και Επιχειρηματικές Περιοχές. | |
| 8449 | ΒΑ | : βορειοανατολικός. | |
| 8450 | βαβά | βα-βά ουσ. (θηλ.) & βάβα (διαλεκτ.-λογοτ.): γιαγιά, γριά. ΣΥΝ. μπάμπω (1) [< μεσν. βαβά, βάβα] | |
| 8451 | βαβά | βα-βά ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (οικ.): χτύπημα, τραύμα. [< λ. νηπιακή] | |
| 8452 | βαβαρικός | , ή, ό: βλ. βαυαρικός | |
| 8453 | βαβαροκρατία | βλ. βαυαροκρατία |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ