| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8495 | βαθμολογημένος | , η, ο βαθ-μο-λο-γη-μέ-νος επίθ. ΑΝΤ. αβαθμολόγητος 1. που έχει βαθμολογηθεί: ~α: γραπτά. 2. (σπανιότ.) βαθμονομημένος: ~η: κλίμακα. ● βλ. βαθμολογώ [< 1: γαλλ. noté 2: γαλλ. gradué] | |
| 8496 | βαθμολόγηση | βαθ-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βαθμολογώ: αντικειμενική/αρνητική/συγκριτική ~. ~ ασκήσεων/εργασιών. Εξέταση και ~. Πβ. αξιολόγηση, διόρθωση. Βλ. ανα~. ΣΥΝ. βαθμολογία (2) | |
| 8497 | βαθμολογητής | βαθ-μο-λο-γη-τής ουσ. (αρσ.) {θηλ. βαθμολογήτρια}: εκπαιδευτικός που του έχει ανατεθεί η βαθμολόγηση γραπτών σε εξετάσεις: Έλεγχος από δύο εξωτερικούς ~ές για διασφάλιση της αντικειμενικότητας. Διαφορά στη βαθμολογία μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου ~ή/των δύο ~ών. Πβ. αξιολογητής, διορθωτής. Βλ. ανα~. | |
| 8498 | βαθμολογία | βαθ-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. βαθμός: (για μαθητή, φοιτητή, σπουδαστή ή ειδικότ. διαγωνιζόμενο, εξεταζόμενο:) κακή/καλή/μέση/προφορική ~. ~ με άριστα το είκοσι/με βάση το πέντε. Ανακοίνωση/υπολογισμός ~ας. Ανάρτηση των ~ών. Βεβαίωση αναλυτικής ~ας. Πήρε/συγκέντρωσε την υψηλότερη/τη χαμηλότερη ~ (στα μαθήματα). Βλ. -λογία. 2. βαθμολόγηση: (για καθηγητή:) αυστηρός/ελαστικός στη ~. 3. ΑΘΛ. βαθμολογική κατάταξη: γενική/συγκεντρωτική/τελική ~. ~ πρωταθλήματος. Στην κορυφή/στην πρώτη θέση της ~ας η ομάδα. ● ΣΥΜΠΛ.: βελτίωση βαθμολογίας βλ. βελτίωση | |
| 8499 | βαθμολογικός | , ή, ό βαθ-μο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον βαθμό ή τη βαθμολογία: ~ός: πίνακας. ~ή: βάση (εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση)/κατάταξη/κλίμακα. ~ό: σύστημα. ~ές: επιδόσεις. ~ά: κριτήρια. Εξεταστικά και ~ά Κέντρα.|| Αναμέτρηση με ~ό ενδιαφέρον.|| ~ή και μισθολογική εξέλιξη των εργαζομένων (= ιεραρχική). ● επίρρ.: βαθμολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 8500 | βαθμολόγιο | βαθ-μο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. κλίμακα κατάταξης και προαγωγής σε μια ιεραρχία· συνεκδ. ο αντίστοιχος πίνακας: επιστημονικό ~. ~ στον Δημόσιο Τομέα. Το ~ των αξιωματικών. Βλ. μισθολόγιο. 2. ειδικό βιβλίο καταχώρισης βαθμολογίας. Βλ. μαθητολόγιο, -λόγιο. | |
| 8501 | βαθμολογώ | [βαθμολογῶ] βαθ-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {βαθμολογ-είς ..., -ώντας | βαθμολόγ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: βάζω βαθμό: (για εκπαιδευτικό:) ~εί τα γραπτά (: διορθώνει)/τους μαθητές. ~ησε αντικειμενικά/αυστηρά/δίκαια/επιεικώς. ~ήθηκε με άριστα/λίαν καλώς. Βλ. ανα~.|| (ΑΘΛ.) Η προσπάθειά του ~ήθηκε με πέντε (: από τους κριτές).|| ~ήστε το κείμενο (από 0 έως 10). Πβ. αξιολογώ. Βλ. -λογώ. ● βλ. βαθμολογημένος [< γαλλ. noter] | |
| 8502 | βαθμονόμηση | βαθ-μο-νό-μη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. δημιουργία βαθμολογικής κλίμακας σε όργανο μετρήσεων· καταχρ. διακρίβωση: καμπύλη/σύστημα ~ης. Πβ. καλιμπράρισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακή βαθμονόμηση κτιρίου: κατάταξη με βάση την ενεργειακή του απόδοση. [< γαλλ. graduation] | |
| 8503 | βαθμονομώ | [βαθμονομῶ] βαθ-μο-νο-μώ ρ. (μτβ.) {βαθμονομ-είς ... | βαθμονόμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: ΤΕΧΝΟΛ. κάνω βαθμονόμηση: Δοχείο που έχει ~ηθεί. ~ημένος: κανόνας (: χάρακας)/σωλήνας (ΣΥΝ. βαθμολογημένος). ~ημένη: κλίμακα.|| (καταχρ.) ~ημένη συσκευή (= διακριβωμένη, καλιμπραρισμένη). [< γαλλ. graduer] | |
| 8505 | βαθμός | βαθ-μός ουσ. (αρσ.) 1. καθένας από τους αριθμούς-υποδιαιρέσεις μιας κλίμακας μέτρησης ενός μεγέθους· ειδικότ. μονάδα συστήματος μέτρησης: (ΜΕΤΕΩΡ.) Η θερμοκρασία άγγιξε τους/έφτασε τους/σκαρφάλωσε στους σαράντα ~ούς Κελσίου.|| (ΓΕΩΦ.) Σεισμός μεγέθους 4,6 ~ών της κλίμακας Ρίχτερ.|| (ΙΑΤΡ.) Έχει τρεις ~ούς μυωπία.|| (ΧΗΜ.) Αλκοολικός ~ του οίνου. ~ καθαρότητας (του νερού)/οξύτητας (= πεχά). 2. αριθμός ή γράμμα που δηλώνει την αξιολόγηση της επίδοσης μαθητή, φοιτητή ή άλλου εξεταζόμενου ή διαγωνιζόμενου: (στο σχολείο:) ~ προαγωγής από την Α' στη Β' Λυκείου. Απολυτήριο με (συνολικό/τελικό) ~ό (= μέσο όρο) 18 ("λίαν καλώς"). Βγήκαν οι ~οί των εξετάσεων. Μοιράστηκαν οι ~οί (= οι έλεγχοι). Είχε καλούς ~ούς στα μαθήματα.|| (στις πανελλήνιες:) Υπολογισμός του γενικού ~ού πρόσβασης (βλ. μόρια). Ανακοίνωση των ~ών εισαγωγής (= βάσεων).|| (στην τριτοβάθμια εκπαίδευση:) Γραπτός/προφορικός ~. Ο ~ του πτυχίου.|| -Τι ~ό πήρες στο τεστ; -Είκοσι/εκατό στα εκατό (= άριστα). ΣΥΝ. βαθμολογία (1) 3. ΑΘΛ. μονάδα ή μονάδες που δίνονται σε παίκτη ή ομάδα: Απέσπασε/πήρε τον ~ό της ισοπαλίας. Τσίμπησε ~ό. Έχασε/κέρδισε/συγκέντρωσε (πολύτιμους/χρυσούς) ~ούς. ΣΥΝ. βαθμολογία (1), πόντος1 (3) 4. ένταση, επίπεδο, μέτρο, ποσότητα: ~ ενεργειακής απόδοσης/κλίσης (μιας επιφάνειας)/παραμόρφωσης/υγρασίας.|| ~ ακρίβειας (μιας πρόβλεψης)/δυσκολίας (των θεμάτων)/σταθερότητας (των τιμών). ~ ανάπτυξης (βλ. ρυθμός). Επίτευξη του επιθυμητού ~ού ασφάλειας. Εκτίμηση ~ού επικινδυνότητας. Διατήρηση υψηλού ~ού/μείωση του ~ού ετοιμότητας. Σε ποιο/τι ~ό αντιμετωπίστηκαν τα προβλήματα; Πβ. ποσοστό.|| ~ αξιοπιστίας/βεβαιότητας/εμπιστοσύνης/επίδρασης/ευθύνης. Σε ενοχλητικό/μεγάλο/σημαντικό ~ό. Στον υπέρτατο ~ό. Αναισθησία στον μέγιστο ~ό. Κοροϊδία πρώτου ~ού. …για να διαπιστωθεί ο ~ στον οποίο έχει επιτευχθεί εξάλειψη φαινομένων ρατσισμού και ξενοφοβίας. 5. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. θέση σε ιεραρχική κλίμακα: στέρηση ~ού. Συνταξιοδοτήθηκε με τον ~ό του Διοικητή/Προϊσταμένου. Βλ. βαθμολόγιο.|| Οι ~οί των νοσοκομειακών γιατρών (: Επιμελητής Α'/Β', Διευθυντής).|| (ΣΤΡΑΤ.) Οι ~οί στον Στρατό Ξηράς/στην ΠΑ/στο ΠΝ. (Σώματα Ασφαλείας:) Οι ~οί στην ΕΛ.ΑΣ./στο Λιμενικό/στην Πυροσβεστική. Βλ. Στρατηγός, (Αντι/Υπο)στράτηγος, Ταξίαρχος, (Αντι)Συνταγματάρχης, Ταγματάρχης, (Ανθ)Υπο)Λογαγός, Ανθυπασπιστής, (Αρχι/Επι)Λοχίας, Δεκανέας. Βλ. (Αντι/Υπο)Ναύαρχος, (Αντι/Αρχι/(Ανθ)Υπο)Πλοίαρχος, Πλωτάρχης, Σημαιοφόρος, (Αρχι/Επι)Κελευστής, Δίοπος. Βλ. (Αντι/Υπο)Πτέραρχος, Ταξίαρχος, (Αντι)Σμήναρχος, (Επι/(Ανθ)Υπο)Σμηναγός, (Αρχι/Επι/Υπο)Σμηνίας. Βλ. (Αρχι/Αστυ)φύλακας, (Ανθ)Υπ)Αστυνόμος. Βλ. (Αντι/Αρχι)Πύραρχος, (Επι/(Ανθ)Υπο)Πυραγός, Πυρονόμος, (Αρχι)Πυροσβέστης. Βλ. αγρο-νόμος, -φύλακας. 6. κατάταξη, σειρά σε κλίμακα βαρύτητας: (ΙΑΤΡ.) ~ αναπηρίας/κακοήθειας. Ασθενείς με μεγάλου/σοβαρού ~ού νεφρική ανεπάρκεια. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθμός πολυωνύμου: ΜΑΘ. ο μεγαλύτερος από τους εκθέτες της μεταβλητής που εμφανίζεται σε ένα πολυώνυμο. [< γαλλ. degré d'un polynôme] , πρώτου/δευτέρου/τρίτου βαθμού: κατηγοριοποίηση που δηλώνει κλίμακα ιεραρχίας, πολυπλοκότητας, σπουδαιότητας: (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης ~ ~.|| (ΜΑΘ.) Εξισώσεις/πολυώνυμα ~ ~.|| (ΙΑΤΡ.) Διαστρέμματα/θλάσεις ~ ~. Βλ. έγκαυμα.|| (ΝΟΜ.) Φόνος πρώτου/δευτέρου βαθμού. [< αγγλ. first/second/third degree] , (συγγενείς/συγγένεια) πρώτου/δευτέρου/τρίτου ... βαθμού βλ. συγγένεια, βαθμοί σύγκρισης βλ. σύγκριση, βαθμός συγγένειας βλ. συγγένεια, βαθμός/βαθμοί ελευθερίας βλ. ελευθερία, θετικός βαθμός βλ. θετικός, συγκριτικός βαθμός βλ. συγκριτικός, υπερθετικός βαθμός βλ. υπερθετικός ● ΦΡ.: σε τέτοιο βαθμό, που (να)/ώστε να ...: τόσο πολύ ή τόσο καλά, ώστε ...: Παρουσιάζει τις καταστάσεις εξιδανικευμένες ~, που (να) φαντάζουν ανυπόστατες. Δεν τον γνωρίζω ~, ώστε να του λέω τα πάντα. Σε/στο ~ (= σημείο) μάλιστα που ..., στον βαθμό/στο μέτρο που μου αναλογεί: όσο με αφορά: ~ ~, είμαι υπεύθυνος (: αλλά μέχρι ενός σημείου)., ως έναν βαθμό & (λόγ.) μέχρι(ς) ενός βαθμού: μέχρι ενός σημείου: Η άποψή του είναι, ~ ~, δικαιολογημένη/κατανοητή/σωστή. ~ ~, έχει δίκιο. Πβ. κάπου, κάπως. [< γαλλ. jusqu'à un certain degré] , ανάκριση τρίτου βαθμού βλ. ανάκριση, στο μέτρο/στον βαθμό που βλ. μέτρο, στο μέτρο/στον βαθμό του εφικτού βλ. εφικτός [< 1,5: μτγν. βαθμός 2,3,4,6: γαλλ. degré, αγγλ. degree] | |
| 8506 | βαθμοφόρος | βαθ-μο-φό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): πρόσωπο που φέρει βαθμό σε ιεραρχική κλίμακα· αξιωματικός: ~ της Αστυνομίας/του Στρατού. Βλ. -φόρος. [< γαλλ. gradé] | |
| 8507 | βαθμωτός | , ή, ό βαθ-μω-τός επίθ.: ΦΥΣ.-ΜΑΘ. (για κάθε μέγεθος) που ορίζεται επαρκώς από έναν πραγματικό αριθμό και δεν έχει διάνυσμα: ~ή: μεταβλητή/συνάρτηση/τιμή. ~ό: γινόμενο (ή εσωτερικό)/πεδίο. ~ά: μεγέθη (: ενέργεια, θερμοκρασία, ισχύς). Βλ. διανυσματικός. [< αγγλ. scalar] | |
| 8508 | βάθος | βά-θος ουσ. (ουδ.) {βάθ-ους | -η, -ών} 1. η απόσταση ανάμεσα σε ένα ανώτερο και ένα κατώτερο επίπεδο: το ~ του γκρεμού/λάκκου/πηγαδιού. ~ γεώτρησης/εκσκαφής ... μέτρα. Σεισμός μικρού ~ους (= επιφανειακός). Έσκαψαν/καταδύθηκαν/κατέβηκαν σε μεγάλο ~. 2. η απόσταση ανάμεσα σε ένα πρόσθιο και ένα οπίσθιο επίπεδο: το ~ της σπηλιάς/στοάς (πβ. εσωτερικό). (στη ζωγραφική) Η αίσθηση/εντύπωση του ~ους (= του χώρου· βλ. προοπτική). Στο ~ (= φόντο) του πίνακα διακρίνονται δύο φιγούρες. 3. (μτφ.) έκταση, εύρος, μέγεθος: το ~ της γνώσης/σκέψης/σοφίας του. Το ~ ενός προβλήματος.|| Το απύθμενο ~ της ψευτιάς. ΣΥΝ. πλάτος (2) 4. (μτφ.) ουσία, περιεχόμενο: το ~ (= βαθύτερο νόημα) των λέξεων. Πολιτική με ~. Άνθρωπος χωρίς ~ (= κενός). 5. ΦΙΛΟΣ. (στη Λογική) το σύνολο των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων μιας έννοιας, με τα οποία διαφοροποιείται από κάθε άλλη. Βλ. γένος, πλάτος. ● ΣΥΜΠΛ.: βάθος πεδίου: ΦΩΤΟΓΡ. η απόσταση ανάμεσα στο πιο κοντινό στον φακό αντικείμενο και στο πιο απομακρυσμένο από αυτόν, όταν αυτά απεικονίζονται με ευκρίνεια στη φωτογραφία: Αλλάζω/βελτιώνω/ελαχιστοποιώ/μεγιστοποιώ το ~ ~. [< γαλλ. p rofondeur du champ ] , βάθος χρώματος: ΠΛΗΡΟΦ. ο αριθµός των δυαδικών στοιχείων που διατίθενται για την αποθήκευση της πληροφορίας του χρωµατισµού κάθε εικονοστοιχείου: Το ~ ~ ανέρχεται σε/φτάνει τα ... μπιτ. [< αγγλ. color depth] , θόρυβος βάθους: ΤΗΛΕΠ. που προέρχεται από πηγή (ήχου) διαφορετική από αυτή που ηχογραφείται. [< αγγλ. background noise] , βαθιά οικολογία/οικολογία του βάθους βλ. οικολογία, εστιακό βάθος βλ. εστιακός, ψυχολογία του βάθους βλ. ψυχολογία ● ΦΡ.: από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου) & (λόγ.) εκ βάθους/από μέσης καρδίας: για έκφραση γνήσιων και έντονων συναισθημάτων: Σας ευχαριστώ/συγχαίρω ~ ~ (= ειλικρινά)! Εύχομαι ~ ~ υγεία και μακροημέρευση! ΣΥΝ. από καρδιάς, με όλη μου την ψυχή/την καρδιά [< γαλλ. du fond de mon coeur] , εν τω βάθει (επιστ.): στο βάθος: (ΙΑΤΡ.) ~ ~ λοίμωξη/φλεβική θρόμβωση. ~ ~ καμπτήρας (δακτύλων). ΑΝΤ. επιπολής, κατά (/στο) βάθος: στην πραγματικότητα: ~ ~, είναι καλός άνθρωπος.|| Ξέρω, ~ ~ (: βαθιά μέσα μου), ότι λέει ψέματα. [< γαλλ. au/dans le fond] , με βάθος χρόνου 1. με προοπτική: επένδυση/συνεργασία ~ ~. 2. (για στόχο) με προβλεπόμενο χρονικό όριο για την επίτευξή του: έργα ~ ~ τα πέντε έτη/το 2020 (= με χρονικό ορίζοντα)., σε βάθος & (λόγ.) εις βάθος: που φτάνει στην ουσία των πραγμάτων: ανάλυση/έρευνα ~ ~ (= λεπτομερής, σχολαστική). Γνωρίζω ~ ~ το θέμα. Εξέτασε ~ ~ την υπόθεση (= διεξοδικά).|| Καθαριότητα ~ ~. Βλ. επιφανειακός. [< αγγλ. in depth, γαλλ. au fond de, à fond] , σε βάθος και (σε) πλάτος/σε πλάτος και (σε) βάθος 1. λεπτομερώς, από όλες τις πλευρές: έλεγχος ~ ~. Τα δεδομένα μελετήθηκαν ~ ~. ΣΥΝ. ενδελεχώς. 2. σε όλα τα επίπεδα: διεύρυνση/μεταρρύθμιση ~ ~., σε βάθος χρόνου 1. μακροπρόθεσμα, μελλοντικά: εφαρμογή του μέτρου σε (ικανό) ~ ~, όχι αμέσως. Αλλαγές που πραγματοποιούνται σταδιακά και ~ ~. 2. (προκειμένου για συγκεκριμένη χρονική προθεσμία) σε διάστημα: υλοποίηση του προγράμματος ~ ~ οκτώ μηνών. [< αγγλ. in time depth] , τα βάθη του χρόνου/των αιώνων: το πολύ μακρινό παρελθόν: Ιστορία/πολιτισμός που ξεκινά από τα/που χάνεται στα ~ ~., το βάθος/τα βάθη (συνήθ. προηγείται η πρόθ. σε ή από) 1. το εσώτερο σημείο, το πίσω μέρος: Στο ~ διακρίνεται το χωριό. Στο ~ του ορίζοντα. Τον είδε στο ~ της αίθουσας/του διαδρόμου.|| (μτφ.) Εικόνες από ~ της μνήμης/του μυαλού (πβ. μύχια). 2. το πιο απομακρυσμένο ή πάρα πολύ μακρινό σημείο: ταξίδι στα ~ της ερήμου (πβ. πέρατα). 3. {συνήθ. στον πληθ.} πολύ χαμηλό ή το χαμηλότερο σημείο: από τα/στα ~ της Γης (πβ. έγκατα)/της θάλασσας (πβ. πυθμένας). Αποστολές στα (άγνωστα) ~ των ωκεανών (πβ. άβυσσος). Στο ~ (= στον πάτο) της λίμνης., χαίρε βάθος αμέτρητον (από τον Ακάθιστο Ύμνο) (λόγ.-ειρων.): για δήλωση χαοτικής, άναρχης κατάστασης ή για κάτι εντελώς ασαφές και απροσδιόριστο., ή του ύψους ή του βάθους βλ. ύψος, φως στο τούνελ βλ. τούνελ [< αρχ. βάθος, γαλλ. fond, αγγλ. depth, γερμ. Tiefe] | |
| 8509 | βαθουλός | , ή, ό βα-θου-λός επίθ. (προφ.): κάπως, λίγο βαθύς· κοίλος: ~ή: πιατέλα. ~ό: τηγάνι.|| ~ά: μάτια. Βλ. -ουλός. ΣΥΝ. βαθουλωτός [< μεσν. βαθουλός] | |
| 8510 | βαθούλωμα | βα-θού-λω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): κοιλότητα, συνήθ. μικρή: ~ του βράχου/εδάφους (= εσοχή, κοίλωμα). ~ του δρόμου (= λακκούβα).|| (Ελαφρύ/μεγάλο) ~ στο φτερό του αυτοκινήτου (: από τρακάρισμα).|| Τα μαξιλάρια του καναπέ έχουν κάνει ~. ΣΥΝ. βούλιαγμα (3), γούβα (1) | |
| 8511 | βαθουλώνω | βα-θου-λώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {βαθούλω-σε, -μένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (προφ.): κάνω κάτι βαθουλό. Πβ. κοιλαίνω. ● βαθουλώνει: γίνεται κοίλος: Έχει ~σει το κάθισμα. ~μένο: πρόσωπο (: σκαμμένο από τις ρυτίδες). ~μένα: μάγουλα (από την πείνα). Πβ. κουφώνει. | |
| 8512 | βαθουλωτός | , ή, ό βα-θου-λω-τός επίθ. (προφ.): βαθουλός. | |
| 8513 | βάθρο | βά-θρο ουσ. (ουδ.) 1. υπερυψωμένη βάση στήριξης μιας κατασκευής: μαρμάρινο/ξύλινο/πέτρινο ~. ~ αγάλματος/αψίδας/γέφυρας (βλ. ακρό-, μεσό-βαθρο)/κίονα (= πεσσός). Βαθμιδωτό ~ αρχαίου ναού (πβ. κρηπίδα). Πβ. (υπο)στήριγμα.|| (μτφ.) Η δικαιοσύνη είναι το ~ (= θεμέλιο) της δημοκρατίας. Πβ. υπόβαθρο. 2. ΑΘΛ. εξέδρα σε τρία επίπεδα διαφορετικού ύψους (με το ψηλότερο στο κέντρο), όπου ανεβαίνουν για την απονομή των μεταλλίων oι τρεις πρώτοι νικητές ενός αθλήματος· συνεκδ. καθεμία από τις τρεις πρώτες θέσεις: το ~ των Ολυμπιακών Αγώνων. Πβ. έδρα, πόντιουμ.|| Στόχος του είναι το ~. Μια ανάσα από το ~ βρέθηκε η ομάδα. Η απόδοσή του τον έφερε στο υψηλότερο σκαλί του ~ου. Βλ. -θρο. ● ΦΡ.: εκ βάθρων (λόγ.): (ως επίθ.) πλήρης, ριζικός· (ως επίρρ.) εντελώς, ολοκληρωτικά, συθέμελα: ~ ~ ανοικοδόμηση του κτιρίου.|| (μτφ.) ~ ~ αλλαγές/αναδιοργάνωση. Ανανέωση ~ ~ (πβ. σε βάθος).|| Η τεχνολογία άλλαξε ~ ~ (= εκ θεμελίων) τον τρόπο εργασίας. ΣΥΝ. άρδην, έπεσε από το βάθρο του: έχασε την πρώτη θέση και κατ' επέκτ. το κύρος, την καλή του φήμη ή τη μεγάλη εκτίμηση που του έτρεφαν. Βλ. βάραθρο, εκθρονίζω, εκπαραθυρώνω. [< αρχ. βάθρον] | |
| 8514 | βαθυ- & βαθύ- | α' συνθετικό λέξεων που δηλώνει 1. μεγάλο βάθος: βαθύ-ρριζος.|| Βαθυ-σκάφος. 2. (μτφ.) σκούρα ή/και έντονη απόχρωση: βαθυ-γάλαζος/~κόκκινος/~πράσινος.|| Βαθύ-χρωμος. 3. (μτφ.-επιτατ.) περίσσεια, αφθονία: βαθύ-πλουτος (= πάμπλουτος). 4. (μτφ.) διεισδυτικότητα: βαθυ-στόχαστος. | |
| 8515 | βαθυγάλαζος | , η, ο βα-θυ-γά-λα-ζος επίθ. & βαθυγάλανος: που έχει σκούρο γαλάζιο χρώμα. Πβ. ζαφειρένιος, λουλακής. ΣΥΝ. βαθυκύανος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ