Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9400-9420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8516βαθυκόκκινος, η, ο βα-θυ-κόκ-κι-νος επίθ.: που έχει σκούρο κόκκινο χρώμα. Πβ. βυσσινής, μπορντό, ρουμπινής. ΣΥΝ. άλικος, γκρενά, πορφυρός
8517βαθυκύανος, η, ο βα-θυ-κύ-α-νος επίθ. (λόγ.): βαθυγάλαζος.
8518βαθυμετρίαβα-θυ-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΩΚΕΑΝ. βυθομέτρηση. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. bathymétrie, αγγλ. bathymetry]
8519βαθυμετρικός, ή, ό βα-θυ-με-τρι-κός επίθ.: ΩΚΕΑΝ. βυθομετρικός. [< γαλλ. bathymétrique, αγγλ. bathymetric]
8520βαθύμετροβα-θύ-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. βυθόμετρο. [< γαλλ. bathymètre]
8521βαθύνοιαβα-θύ-νοι-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): βαθύτητα της σκέψης, του πνεύματος, στοχαστικότητα. Βλ. αγχίνοια, οξύνοια. [< γαλλ. profondeur d'esprit]
8522βάθυνσηβά-θυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αύξηση του βάθους: εργασίες ~ης της κοίτης (του ποταμού). Πβ. εκ~.|| (μτφ.) ~ της φωνής (: με αποτέλεσμα να γίνεται πιο μπάσα).|| ~ των ανισοτήτων (= διεύρυνση, όξυνση). Πβ. βάθεμα. Βλ. εμ~. [< μτγν. βάθυνσις, γαλλ. approfondissement]
8523βαθύνωβλ. βαθαίνω
8524βαθύπεδοβα-θύ-πε-δο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έδου}: ΓΕΩΜΟΡΦ. πεδιάδα με υψόμετρο χαμηλότερο από αυτό που αντιστοιχεί στη μέση στάθμη της θάλασσας. ΑΝΤ. υψίπεδο [< αρχ. βαθύπεδος, γερμ. Tiefebene]
8525βαθύπλουτος, η, ο βα-θύ-πλου-τος επίθ.: πάρα πολύ πλούσιος: ~ος: επιχειρηματίας/εφοπλιστής. ΣΥΝ. ζάπλουτος, πάμπλουτος [< αρχ. βαθύπλουτος]
8526βαθυπράσινος, η, ο βα-θυ-πρά-σι-νος επίθ.: που έχει σκούρο πράσινο χρώμα. Πβ. σμαραγδής.
8527βαθύρριζος, η, ο βα-θύρ-ρι-ζος επίθ. (λόγ.): που έχει βαθιές ρίζες: ~α: δέντρα.|| (μτφ.) ~ες: παραδόσεις (= μακραίωνες). [< αρχ. βαθύρριζος]
8528βαθύς, ιά, ύ βα-θύς επίθ. {κ. (λόγ.) θηλ. βαθεία | βαθ-ιού (λόγ.) -έος | -ιοί (λόγ.) -είς , (θηλ.) -ιές (λόγ.) -είες, (ουδ.) -ιά (λόγ.) -έα, -ιών (αρσ. κ. ουδ. λόγ.) -έων (θηλ. λόγ.) -ειών | βαθύτ-ερος, -ατος} 1. που έχει (μεγάλο) βάθος: ~ύς: γκρεμός. ~ιά: θάλασσα/κοιλάδα/χαράδρα. ~ύ: πηγάδι/ποτάμι/ρήγμα/σκεύος/χαντάκι. ΑΝΤ. αβαθής, ρηχός.|| ~ιά: σπηλιά.|| (που εκτείνεται σε βάθος:) ~ιά: εσοχή/πληγή. ~ύ: κόψιμο/σκίσιμο. ~ιές: αυλακώσεις/ουλές/ρίζες/ρυτίδες/ρωγμές/χαρακιές. ~ιά: θεμέλια.|| ~ύς: καθαρισμός (προσώπου). ~ύ: ξύρισμα. ΑΝΤ. επιφανειακός.|| (κατ΄επέκτ., μαλακός και αναπαυτικός:) ~ιά: πολυθρόνα.|| (μτφ.-εμφατ.) ~ιά: υπόκλιση. ~ύ: βλέμμα/ντεκολτέ (= αβυσσαλέο). ~ιές: παραδόσεις (: που εκτείνονται στα βάθη των αιώνων).|| ~ύς: αναστεναγμός. ~ιές: αναπνοές. 2. (μτφ.-επιτατ.) έντονος, πολύ μεγάλος: ~ύς: διχασμός/θαυμασμός/πόνος/προβληματισμός. ~ιά: άγνοια/ανάγκη/ανησυχία/αντιπάθεια/απογοήτευση/δυσαρέσκεια/δυσπιστία/εμπιστοσύνη/επίγνωση/επίδραση/επιθυμία/θλίψη/ικανοποίηση/οδύνη/πεποίθηση/συγκίνηση. ~ύ: παράπονο/χάσμα. ~ιές: αλλαγές (= ριζοσπαστικές). Σε ~ιά περισυλλογή. ~ατη: λύπη/κρίση (= οξύτατη). Πβ. βαρύς, δυνατός.|| (μεγάλος και ειλικρινής:) ~ύς: σεβασμός. ~ιά: αγάπη/πίστη/φιλία. ~ύ: (συν)αίσθημα. Τρέφω ~ατη εκτίμηση στο πρόσωπό σας. Νιώθω ~ατη ευγνωμοσύνη.|| ~ιά: σιωπή (= διάχυτη). ~ύ: μυστήριο/σκοτάδι (= απόλυτο, πυκνό).|| Έπεσε σε ~ύ λήθαργο/ύπνο.|| Έφτασε σε ~ιά γεράματα (: σε πολύ προχωρημένη ηλικία). 3. (μτφ.) πραγματικός, αλλά (σκόπιμα) κρυφός ή όχι εύκολα αναγνωρίσιμος και κατανοητός: ~ιές: αλήθειες. Ο ~ερος λόγος/σκοπός/στόχος. Το ~ερο νόημα του κειμένου. Τα ~ερα αίτια της καταστροφής. Πβ. ενδόμυχος, μύχιος. 4. (μτφ.) που εμβαθύνει, που φτάνει στην ουσία των πραγμάτων: ~ύς: γνώστης (του θέματος).|| ~ύς: στοχασμός. ~ιά: ανάλυση/μελέτη (= σε βάθος, διεξοδική, διεισδυτική)/σοφία. ~ιές: γνώσεις/σκέψεις. Πβ. ουσιαστικός. ΑΝΤ. επιφανειακός. 5. (μτφ., για χρώμα) σκούρος: ~ύ: κόκκινο (= βαθυκόκκινο)/μπλε. 6. (μτφ.) μπάσος, χαμηλός: ~ύς: ήχος (πβ. υπόκωφος). ~ιά: φωνή. ● επίρρ.: βαθιά & (λόγ.) βαθέως 1. σε μεγάλο βάθος: Έσκαψε ~. 2. (μτφ.-επιτατ.) πολύ, έντονα: Κοιμάται ~ (= βαριά).|| ~ θρησκευόμενος/πεπεισμένος/συγκινημένος. Σε εκτιμώ/σέβομαι ~ύτατα. Θλίβομαι/λυπούμαι ~ύτατα.|| Ψάξε ~ μέσα σου! Βλ. ενδοσκόπηση.|| Συμβάν που θα μείνει ~ ριζωμένο/χαραγμένο στις μνήμες μας.|| Βιβλίο ~ύτατα φιλοσοφικό. ● ΣΥΜΠΛ.: άγρια/βαθιά/μαύρα χαράματα βλ. χάραμα, βαθιά δομή βλ. δομή, βαθιά μπαλιά βλ. μπαλιά, βαθιά οικολογία/οικολογία του βάθους βλ. οικολογία, βαθιές τσέπες βλ. τσέπη, βαθύ κάθισμα βλ. κάθισμα, βαθύ κράτος βλ. κράτος, βαθύ λαρύγγι βλ. λαρύγγι, μαύρα/βαθιά/άγρια μεσάνυχτα βλ. μεσάνυχτα ● ΦΡ.: εκ βαθέων (λόγ.): από τα βάθη της καρδιάς, της ψυχής: ~ ~ εξομολόγηση/συνέντευξη. Είχαμε μία ~ ~ συζήτηση. [< λατ. de profundis] , στα βαθιά/στα (/σε) βαθιά νερά 1. (μτφ.) στα δύσκολα: Βούτηξε/έπεσε ~ ~ της επιστήμης. Μπήκε από νωρίς/απότομα/κατευθείαν/με τη μία ~ ~ της πολιτικής. 2. σε μεγάλο θαλάσσιο βάθος: Κολυμπάει ~ ~., έχω (μαύρα/βαθιά) μεσάνυχτα βλ. μεσάνυχτα [< αρχ. βαθύς, γαλλ. profond]
8529βαθυσκάφοςβα-θυ-σκά-φος ουσ. (ουδ.): ειδικό υποβρύχιο σκάφος για έρευνες σε μεγάλα βάθη: (μη) επανδρωμένο/ρομποτικό ~. Το ~ εντόπισε την άτρακτο του αεροπλάνου/το ναυάγιο του πλοίου. [< γαλλ. bathyscaphe, 1946, αγγλ. ~, 1947]
8530βαθύσκιος, α, ο βα-θύ-σκι-ος επίθ. (λόγ.) & βαθύσκιωτος, η, ο: που σχηματίζει πυκνή σκιά: ~ες: χαράδρες. ~α: δάση/πλατάνια (= σκιερά). [< αρχ. βαθύσκιος]
8531βαθυστόχαστος, η, ο βα-θυ-στό-χα-στος επίθ. (λόγ.): που στοχάζεται σε βάθος· κατ' επέκτ. που προκύπτει από διεισδυτική και διεξοδική σκέψη: ~ος: μελετητής/συγγραφέας (= στοχαστικός).|| ~ο: βιβλίο. ~α: ερωτήματα/λόγια/νοήματα.|| (ειρων.) ~ο: ύφος (= περισπούδαστο). ~ες: αναλύσεις (= σπουδαιοφανείς· βλ. αμπελοφιλοσοφία). ΣΥΝ. εμβριθής ● επίρρ.: βαθυστόχαστα
8532βαθύτηταβα-θύ-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): βάθος: (κυρ. μτφ.) η ~ των αισθημάτων (: ειλικρίνεια)/γνώσεων (= εύρος)/του προβληματισμού (= έκταση)/της σκέψης (= εμβρίθεια).|| (σπάν. κυριολ.) Η ~ της θάλασσας. Βλ. -ύτητα. ΑΝΤ. ρηχότητα [< αρχ. βαθύτης]
8533βαθυτυπίαβα-θυ-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. μέθοδος εκτύπωσης, κατά την οποία τα γράμματα ή τα σχέδια χαράσσονται σε βάθος πάνω στην τυπογραφική πλάκα, κατόπιν γεμίζονται με μελάνι, και στο τέλος μεταφέρονται στο χαρτί με την εφαρμογή πίεσης και αναρρόφησης· συνεκδ. το αντίστοιχο εκτυπωμένο σχέδιο. Βλ. -τυπία. ΑΝΤ. υψιτυπία [< γερμ. Tiefdruck]
8534βαθύφωνος, η, ο βα-θύ-φω-νος επίθ. (για όργανο): ΜΟΥΣ. που παράγει χαμηλούς ήχους. Βλ. βιόλα, βιολοντσέλο, κοντραμπάσο, τούμπα, φαγκότο, -φωνος. ● Ουσ.: βαθύφωνος (ο): τραγουδιστής της λυρικής σκηνής που μπορεί να αποδώσει τις χαμηλότερες νότες. Βλ. κοντράλτο, μεσό-, υψί-φωνος. ΣΥΝ. μπάσος [< μτγν. βαθύφωνος, ιταλ. basso]
8535βαθύχορδοβα-θύ-χορ-δο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. κοντραμπάσο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.