| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8536 | βαθύχρωμος | , η, ο βα-θύ-χρω-μος επίθ.: που έχει σκούρο χρώμα. Πβ. σκουρόχρωμος. Βλ. -χρωμος. | |
| 8537 | βάι | βά-ι επιφών. (λαϊκό-παρωχ., συνήθ. σε επανάληψη): για δήλωση στενοχώριας, απόγνωσης ή έκπληξης. ΣΥΝ. αλίμονο, πω πω [< μεσν. βάι] | |
| 58735 | βάιμπερ | βά-ι-μπερ (ουδ.) {άκλ.}: ΔΙΑΔΙΚΤ. δωρεάν εφαρμογή για κινητές συσκευές και υπολογιστές, η οποία επιτρέπει την πραγματοποίηση κλήσεων και αποστολή μηνυμάτων μέσω ίντερνετ. Βλ. ίνσταγκραμ. [< αγγλ. viber, 2010] | |
| 8539 | βαίνω | βαί-νω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): οδεύω, προχωρώ: (+ προς) Το έργο ~ει προς ολοκλήρωση (: κοντεύει να τελειώσει, έχει σχεδόν ολοκληρωθεί). Η κρίση ~ει προς εκτόνωση (: τείνει να εκτονωθεί)/το τέλος της. Το πρόβλημα ~ει προς τη λύση του. ~ουμε προς εκλογές.|| Μέτρο που ~ει (= αποβαίνει) σε βάρος των εργαζόμενων (βλ. αντιβαίνει). Τα πράγματα ~ουν (= πηγαίνουν) από το κακό στο χειρότερο.|| (+ μτχ. ενεστ., λόγ.) Η ένταση ~ει κλιμακούμενη/μειούμενη (: κλιμακώνεται/μειώνεται σταδιακά).|| (ΓΕΩΜ.) Η γωνία ~ει (= αντιστοιχεί) σε τόξο μήκους ... Βλ. δια~, μετα~, παρα~, προ~, υπερ~. ● ΦΡ.: βαίνει καλώς: εξελίσσεται ικανοποιητικά, πάει καλά: Η μετεγχειρητική του πορεία ~ ~. Όλα ~ουν ~ (= αισίως). [< αρχ. βαίνω] | |
| 8538 | βάιραλ | βά-ι-ραλ επίθ. {άκλ.}: ό,τι διαδίδεται ευρέως και ταχύτατα κυρ. από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και γίνεται δημοφιλές: βίντεο που έγινε ~. [< αγγλ. viral, 1999] | |
| 8540 | βακαλάος | βλ. μπακαλιάρος | |
| 8541 | βακελίτης | βα-κε-λί-της ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. σκληρό πλαστικό από συνθετική ρητίνη, που χρησιμοποιείται ως μονωτικό υλικό ή για την κατασκευή αντικειμένων οικιακής χρήσης. Βλ. μελαμίνη, -ίτης2. [< γερμ. εμπορ. ονομασ. Bakelit, γαλλ. bakélite, 1907, βελγικό ανθρ. L. Baekeland] | |
| 8542 | βακέτα | βα-κέ-τα ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): κατεργασμένο δέρμα μοσχαριού για κατασκευή ανθεκτικών υποδημάτων. Βλ. -έτα. [< ιταλ. vachetta, γαλλ. vachette] | |
| 8543 | βάκιλος | βά-κι-λος ουσ. (αρσ.) {βακίλ-ου}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γένος ραβδόμορφων, σπορογόνων βακτηρίων (επιστ. ονομασ. Bacillaceae): ο ~ του άνθρακα/της φυματίωσης (= του Κοχ). Βλ. γαλακτοβάκιλοι. [< γαλλ. bacille] | |
| 8544 | βακκίνιο | βακ-κί-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μύρτιλλο. | |
| 8545 | βακούφι | βα-κού-φι ουσ. (ουδ.) {βακουφί-ου | συνήθ. στον πληθ.} & (σπάν.) βακούφιο: ΙΣΤ. (κατά την Τουρκοκρατία) περιουσία, κυρ. ακίνητη ή ευρύτερη αγροτική έκταση, που δωριζόταν από τον κάτοχό της σε ευαγή ιδρύματα, μονές και μουσουλμανικές ή χριστιανικές εκκλησίες, συνήθ. για θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς και οικονομικούς λόγους· συνεκδ. ο φορέας διαχείρισής της. [< τουρκ. vakιf] | |
| 8546 | βακουφικός | , ή, ό βα-κου-φι-κός επίθ.: που ανήκει σε βακούφια: ~ή: περιουσία. | |
| 8547 | βακτηρία | βα-κτη-ρί-α ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): μπαστούνι. [< αρχ. βακτηρία] | |
| 8548 | βακτηριαιμία | βα-κτη-ρι-αι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρουσία βακτηρίων στο αίμα, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν λοίμωξη: πρωτοπαθής ~. Βλ. -αιμία. ΣΥΝ. μικροβιαιμία [< γαλλ. bactériémie, αγγλ. bacter(a)emia] | |
| 8549 | βακτηριακός | , ή, ό βα-κτη-ρι-α-κός επίθ. & βακτηριδιακός: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα βακτήρια: ~ή: καλλιέργεια/λοίμωξη/μηνιγγίτιδα/μόλυνση. ~ό: κύτταρο. Πβ. βακτηριολογικός. Βλ. αντι~. [< γαλλ. bactérien, αγγλ. bacterial] | |
| 8550 | βακτηρίδιο | βα-κτη-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. βακτήριο. Βλ. -ίδιο, ελικο~, μυκο~. [< μτγν. βακτηρίδιον, υποκ. αρχ. βακτήριον] | |
| 8551 | βακτήριο | βα-κτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {βακτηρί-ου, συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κάθε μονοκύτταρος προκαρυωτικός μικροοργανισμός, συνήθ. παθογόνος, που αναπτύσσεται στο φυσικό περιβάλλον ή παρασιτικά στο σώμα ζωικών και φυτικών οργανισμών: ραβδοειδή/σπειροειδή/σπορογόνα/σφαιρικά ~α. Επιβλαβή/ωφέλιμα (βλ. προβιοτικά, χλωρίδα) ~α. (Αν)αερόβια/ανθεκτικά (πβ. υπερβακτήρια)/(οξυ)γαλακτικά (= γαλακτοβάκιλοι)/γενετικά τροποποιημένα ~α. Gram αρνητικά/θετικά ~α. Αποικίες/στελέχη ~ων. Βλ. αγρο~, αρχαιοβακτήρια, ιός, μικρόβιο, μύκητας, μυκόπλασμα, πρωτόζωο.|| (ειδικότ.) ~ του άνθρακα/γένους ... Μόλυνση από το ~ της σαλμονέλας/του τετάνου/της φυματίωσης. ~ που προσβάλλουν ... Βλ. βάκιλος, εντερο~, ελικο-, καμπυλο-, κολο-, μυκο-βακτηρίδιο, γονό-, εχινό-, μηνιγγιτοδό-, πνευμονιό-, σταφυλό-, στρεπτό-κοκκος, λιστέρια, τρεπόνημα, ψευδομονάδα. ΣΥΝ. βακτηρίδιο [< αρχ. βακτήριον 'μικρό ραβδί, μπαστουνάκι', γαλλ. bactérie, αγγλ. bacterium, γερμ. Bakterium] | |
| 8552 | βακτηριοκτόνος | , ος, ο βα-κτη-ρι-ο-κτό-νος επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που καταστρέφει τα βακτήρια: ~α: αντιβιοτικά. Πβ. αντιβακτηριακός, βακτηριοστατικός. Βλ. -κτόνος, λυσοζύμη, πενικιλίνη.|| (ως ουσ.) ~ο (ενν. απολυμαντικό) για τον καθαρισμό επιφανειών. Πβ. μικροβιοκτόνος. [< γερμ. bakterientötend, γαλλ. bactéricide] | |
| 8553 | βακτηριολογία | βα-κτη-ρι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τα βακτήρια: ιατρική/κλινική ~. Βλ. παρασιτολογία, -λογία. [< γαλλ. bactériologie, αγγλ. bacteriology] | |
| 8554 | βακτηριολογικός | , ή, ό βα-κτη-ρι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη βακτηριολογία· καταχρ. βακτηριακός: ~ή: ασφάλεια (τροφίμων)/εξέταση. ~ές: αναλύσεις. ~ά: όπλα (= βιολογικά). [< γαλλ. bactériologique, αγγλ. bacteriological] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ