| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8555 | βακτηριολόγος | βα-κτη-ρι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας, συνήθ. βιολόγος ή γιατρός, ειδικευμένος στη βακτηριολογία. Πβ. μικροβιολόγος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. bactériologue, bactériologiste, αγγλ. bacteriologist] | |
| 8556 | βακτηριοστατικός | , ή, ό βα-κτη-ρι-ο-στα-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. αντιβακτηριακός: ~ή: δράση. ~ές: ιδιότητες. ~ά: αντιβιοτικά. Πβ. βακτηριοκτόνος. [< αγγλ. bacteriostatic, 1912, γαλλ. bactériostatique, 1945] | |
| 8557 | βακτηριοφάγος | βα-κτη-ρι-ο-φά-γος ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ. ιός που πολλαπλασιάζεται σε βακτηριακά κύτταρα και τα καταστρέφει. Βλ. πλασμίδιο, -φάγος. ΣΥΝ. φάγος [< αγγλ. bacteriophage, 1917, γαλλ. bactériophage, 1918, γερμ. Bakteriophage] | |
| 8558 | βακτηρίωση | βα-κτη-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.) & βακτηρίαση: ΒΟΤ. παρασιτική ασθένεια των φυτών που προκαλείται από βακτήρια: ~ του βαμβακιού/της ελιάς (βλ. καρκίνωση)/του καπνού/της καρυδιάς. [< γαλλ. bactériose, αγγλ. bacteriosis] | |
| 8559 | βακτριανή | βα-κτρι-α-νή ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. καμήλα με δύο ύβους και μακρύ τρίχωμα γύρω από το λαιμό (επιστ. ονομασ. Camelus bactrianus). Βλ. δρομάδα. [< μτγν. Βακτριανή, αγγλ. Bactrian camel] | |
| 8560 | βακχεία | βακ-χεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έκσταση, μανία: ~ και οργιαστική διάθεση. ΣΥΝ. διονυσιασμός ● βακχείες (οι) & βακχεία (τα): ΑΡΧ. διονυσιακές γιορτές· κατ' επέκτ. ενθουσιώδεις εκδηλώσεις. [< αρχ. βακχεία] | |
| 8561 | βακχικός | , ή, ό βακ-χι-κός επίθ. 1. ΑΡΧ. διονυσιακός: ~ός: χορός. ~ές: γιορτές. ~ά: μυστήρια. 2. (κατ' επέκτ.) εκστατικός, οργιαστικός: ~ή: μανία. ~ά: όργια. [< αρχ. βακχικός] | |
| 8562 | βαλανείο | [βαλανεῖο] βα-λα-νεί-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧ. λουτρά, κυρ. ρωμαϊκά. [< αρχ. βαλανεῖον] | |
| 8563 | βαλανίδι | βλ. βελανίδι | |
| 8564 | βαλανιδιά | βλ. βελανιδιά | |
| 8565 | βάλανος | βά-λα-νος ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. το άκρο, η κεφαλή του πέους. Πβ. καυλί. Βλ. ακροποσθία, χαλινός. [< αρχ. βάλανος] | |
| 8566 | βαλάντιο | βα-λά-ντι-ο ουσ. (ουδ.) {βαλαντί-ου}: οικονομική κατάσταση, αγοραστική δυνατότητα: οικογένειες με πλούσιο/υψηλό/φτωχό ~. Αυτοκίνητο ακριβό για το ~ό μου. Προσφορές για κάθε γούστο και ~/για όλα τα ~α. Προτάσεις που απευθύνονται σε μεγάλα/μικρά/χαμηλά ~α. ΣΥΝ. πορτοφόλι (2) [< αρχ. βαλ(λ)άντιον ‘θήκη χρημάτων, σάκος’ – παλαιότ. ορθογρ. βαλλάντιο] | |
| 8567 | βαλαντώνω | βα-λα-ντώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {βαλάντω-σα, -μένος} (λαϊκό): υποφέρω, μαραζώνω· (σπάν.) βασανίζω, παιδεύω, στενοχωρώ: ~ει η ψυχή (μου). ~ει από έρωτα/καημό. ~μένος από τα βάσανα.|| Η αγάπη/ο πόνος με ~σε. ● ΦΡ.: σπαράζω/πλαντάζω/βαλαντώνω/σκάω στο κλάμα βλ. κλάμα [< μεσν. βαλαντώνω] | |
| 8568 | βαλβίδα | βαλ-βί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΗΧΑΝ. διάταξη που ελέγχει τη ροή υγρών ή αερίων εντός αγωγού: αυτόματη/ηλεκτρική/ηλεκτρομαγνητική (= ηλεκτρο~)/θερμοστατική/περιστρεφόμενη/υδραυλική ~. ~ ανακούφισης (= ~ εκτόνωσης)/αντεπιστροφής/αποσυμπίεσης/ασφαλείας (του λέβητα)/διαφυγής/εισαγωγής ή εξαγωγής (υγρού)/εκκένωσης/εξαερισμού/παροχής (πετρελαίου)/ψεκασμού. Η ~ της αντλίας. Ελατήρια/τάπες/χρονισμός ~ων. Ανοίγω/γυρίζω/κλείνω τη ~. Βλ. ροοστάτης. ΣΥΝ. βάνα, δικλείδα 2. ΑΝΑΤ. πτυχή στην εσωτερική επιφάνεια της καρδιάς, των αγγείων ή άλλων σωληνοειδών οργάνων, που ρυθμίζει τη ροή του αίματος ή άλλων σωματικών υγρών προς συγκεκριμένη κατεύθυνση· κατ' επέκτ. τεχνητό υποκατάστατο της αντίστοιχης καρδιακής πτυχής σε περιπτώσεις σοβαρής βλάβης της: (στην καρδιά) κολποκοιλιακές (: μιτροειδής, τριγλώχινα)/μηνοειδείς (: αορτική, πνευμονική) ~ες. Ανεπάρκεια/στένωση της ~ας (: από εκφύλιση, μόλυνση, ρευματικό πυρετό, στεφανιαία νόσο). Αλλαγή/αντικατάσταση ~ας (με βιολογική ή μηχανική). Βλ. βαλβιδοπλαστική.|| (σε άλλα όργανα) Ειλεοτυφλική ~. Βλ. πυλωρός. 3. ΑΘΛ. συγκεκριμένο σημείο όπου πατά ο αθλητής, για να επιχειρήσει ρίψη ή άλμα: ~ σφαιροβολίας/σφυροβολίας.|| ~ άλματος εις μήκος. [< 1,2: γαλλ. valve 3: αρχ. βαλβίς] | |
| 8569 | βαλβιδικός | , ή, ό βαλ-βι-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη βαλβίδα, κυρ. την καρδιακή: (ΙΑΤΡ.) ~ός: μηχανισμός. ~ή: ανεπάρκεια/στένωση. [< γαλλ. valvulaire] | |
| 8570 | βαλβιδοπλαστική | βαλ-βι-δο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση κυρ. της καρδιακής βαλβίδας με σκοπό την επανάκτηση της φυσιολογικής της λειτουργίας. Βλ. αγγειοπλαστική, μπαλονάκι, στεντ, -πλαστική. [< αγγλ. valvuloplasty, 1948, γαλλ. valvuloplastie, 1959] | |
| 8571 | βαλβολίνη | βαλ-βο-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ορυκτέλαιο που χρησιμοποιείται στα οχήματα ως λιπαντικό του κιβωτίου ταχυτήτων και των διαφορικών· κατ' επέκτ. κάθε λιπαντική ουσία με αντίστοιχη χρήση. Βλ. γράσο, -ίνη. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Valvoline] | |
| 8572 | βάλει1 | βλ. βάζω | |
| 8573 | βάλει2 | βλ. βάλλω | |
| 8574 | βαλέντσια | βα-λέ-ντσι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποικιλία πορτοκαλιών που δίνουν πλούσιο χυμό· (συνεκδ. στον πληθ. ως ουδ.) τα πορτοκάλια αυτής της ποικιλίας. Βλ. σαγκουίνι. [< αμερικ. valencia (orange), πό την ομώνυμη ισπ. πόλη] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ