| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8575 | βαλέρ | βα-λέρ ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. το απαιτούμενο χρονικό διάστημα που ορίζει η τράπεζα, προκειμένου να αρχίσει η τοκοφορία μιας κατάθεσης και να σταματήσει η τοκοφορία μιας ανάληψης χρημάτων: ~ δύο ημερών. [< γαλλ. valeur] | |
| 8576 | βαλεριάνα | βα-λε-ρι-ά-να ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. πολυετής πόα με άσπρα ή ρόδινα άνθη (επιστ. ονομασ. Valeriana officinalis), η αποξηραμένη ρίζα της οποίας έχει καταπραϋντικές ιδιότητες· συνεκδ. το αντίστοιχο φυτικό σκεύασμα (αιθέριο έλαιο, αφέψημα ή χάπι) που λαμβάνεται ως υπνωτικό, ηρεμιστικό και κατευναστικό: Πήρε μια ~, για να κοιμηθεί. [< ιταλ. valeriana, γαλλ. valériane] | |
| 8577 | βαλές | βα-λές ουσ. (αρσ.) 1. τραπουλόχαρτο με τη φιγούρα νεαρού άνδρα: ~ κούπα/σπαθί. Φουλ του άσου με ~έδες. Βλ. ντάμα, ρήγας. ΣΥΝ. φάντης 2. οροφοκόμος. Βλ. -ές. ● ΦΡ.: δεν κόβει ούτε με βαλέ (στην ποδοσφαιρική αργκό): (για παίκτη) που δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να ανακόψει τους αντιπάλους του. [< γαλλ. valet] | |
| 8578 | βαλίνη | βα-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. απαραίτητο αμινοξύ (σύμβ. C5H11NO2) που δεν συντίθεται από τον οργανισμό και προσλαμβάνεται με την τροφή: πηγές ~ης (: αλεύρι σόγιας, κρέας, λαχανικά, ψάρι). Βλ. -ίνη. [< γερμ. Valin, 1906, γαλλ. -αγγλ. valine, 1907] | |
| 8579 | βαλίτσα | βα-λί-τσα ουσ. (θηλ.): ταξιδιωτική αποσκευή, συνήθ. ορθογώνια, από ανθεκτικό υλικό και με λαβή για μεταφορά ρούχων και προσωπικών ή άλλων αντικειμένων: βαριά/δερμάτινη/μεταλλική/πλαστική/σκληρή ~. ~ τρόλεϊ/με ροδάκια (= τροχήλατη). Άδειασες/ετοίμασες/έφτιαξες/μάζεψες τις ~ες (= τα μπαγκάζια) σου; Βλ. σακ βουαγιάζ.|| Τάβλι ~. ● Υποκ.: βαλιτσάκι (το): ~ πρώτων βοηθειών/με εργαλεία (= κιτ). ~ ομορφιάς/για καλλυντικά (= νεσεσέρ)., βαλιτσούλα (η) ● ΦΡ.: με μια βαλίτσα στο χέρι (μτφ.) 1. για κάποιον που ταξιδεύει συνεχώς και γενικότ. αλλάζει τόπο διαμονής συχνά: Βρίσκεται/είναι (διαρκώς) ~ ~. 2. με πολύ λίγα πράγματα: Έφυγε από το χωριό του ~ ~., πάει μακριά η βαλίτσα (προφ.): ως έκφραση αγανάκτησης για κατάσταση που καθυστερεί: Τι θα γίνει τελικά; Θα ~ ~; [< ιταλ. valigia] | |
| 8580 | βαλκανιάδα | βαλ-κα-νι-ά-δα ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Β): διοργάνωση στην οποία συμμετέχουν βαλκανικές χώρες: ~ μαθηματικών/πληροφορικής. Βλ. Ολυμπιάδα. | |
| 8581 | βαλκανικός | , ή, ό βαλ-κα-νι-κός επίθ.: που ανήκει ή αναφέρεται στα Βαλκάνια: (ΙΣΤ.) Οι ~οί πόλεμοι (1912-1913). Βλ. δια~, παμ~. ● Ουσ.: Βαλκανική (Χερσόνησος) (η): ΓΕΩΓΡ. περιοχή της ΝΑ Ευρώπης., Βαλκανικοί (οι) (προφ.) 1. ΑΘΛ. ενν. αγώνες με τη συμμετοχή βαλκανικών χωρών. 2. ενν. πόλεμοι. [< γαλλ. balkanique] | |
| 8582 | βαλκανιονίκης | βαλ-κα-νι-ο-νί-κης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. αθλητής που έχει κατακτήσει μετάλλιο σε βαλκανικούς αγώνες. Βλ. ολυμπιονίκης, -νίκης. | |
| 8583 | βαλκανολογία | βαλ-κα-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) & βαλκανιολογία (κ. με κεφαλ. Β): επιστήμη που ασχολείται με τη γλώσσα, τη λογοτεχνία, την ιστορία και τον πολιτισμό των βαλκανικών λαών. Βλ. -λογία. [< γερμ. Balkanologie] | |
| 8584 | βαλκανολόγος | βαλ-κα-νι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & βαλκανιολόγος: επιστήμονας με αντικείμενο τη βαλκανολογία. Βλ. -λόγος. [< γερμ. Balkanologe] | |
| 8585 | βαλκανοποίηση | βαλ-κα-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & βαλκανιοποίηση: ΠΟΛΙΤ. διαμελισμός μιας γεωγραφικής και πολιτικής ενότητας σε νέα μικρά κράτη. Βλ. λιβανο-, σαλαμο-ποίηση. || ~ των μισθών/συντάξεων (: σε πολύ χαμηλά επίπεδα). [< γαλλ. balkanisation, 1941] | |
| 8586 | βαλλιστική | βαλ-λι-στι-κή ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) βαλιστική (κ. με κεφαλ. Β): ΜΗΧΑΝ. κλάδος που μελετά τους παράγοντες που επηρεάζουν την κίνηση και την τροχιά των βλημάτων. ΣΥΝ. βλητική [< γαλλ. balistique, 1900, αγγλ. ballistics] | |
| 8587 | βαλλιστικός | , ή, ό βαλ-λι-στι-κός επίθ. & (σπάν.) βαλιστικός: ΜΗΧΑΝ. που σχετίζεται με τη βαλλιστική: ~ό: όπλο (π.χ. βόμβα). Βλ. αντι~, -ιστικός1. ΣΥΝ. βλητικός ● ΣΥΜΠΛ.: βαλλιστική εξέταση & έρευνα & βαλλιστικός έλεγχος & (προφ.) βαλλιστική (η): που διενεργείται σε βλήμα από τα εγκληματολογικά εργαστήρια της Αστυνομίας, με σκοπό την εξακρίβωση του τύπου του όπλου από το οποίο προήλθε και της μορφής του εγκλήματος: ιατροδικαστική και ~ ~. Η ~ ~ στη σφαίρα έδειξε εξοστρακισμό/εν ψυχρώ δολοφονία.|| Τα πορίσματα της ~ής., βαλλιστική τροχιά: που διαγράφει ένα βλήμα, όπως αυτή διαμορφώνεται από τη δύναμη προώθησης και την επίδραση του βαρυτικού πεδίου., βαλλιστικός πύραυλος: που ακολουθεί βαλλιστική τροχιά, καθώς κατευθύνεται προς τον στόχο του: διηπειρωτικός ~ ~. [< αγγλ. ballistic missile, 1954] [< γαλλ. balistique, αγγλ. ballistic] | |
| 8588 | βαλλίστρα | βαλ-λί-στρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) βαλίστρα 1. είδος βαλλιστικού όπλου χειρός για πολεμική, κυνηγετική ή σκοπευτική χρήση: περιστρεφόμενη ~. Αξεσουάρ για ~ες. 2. ΙΣΤ. πολεμικό όπλο, που χρησιμοποιήθηκε παλαιότ. για την εκσφενδόνιση πετρών, βελών ή ακοντίων: καταπέλτες και ~ες. [< μεσν. βαλλίστρα] | |
| 8589 | βάλλω | βάλ-λω ρ. (αμτβ.) {παρατ. έβαλλα, αόρ. έβαλα, λόγ. μτχ. ενεστ. βάλλων | βλήθηκε (λόγ. εβλήθη, μτχ. βληθ-είς, (σπάν.) -είσα, -έν), μτχ. ενεστ. βαλλ-όμενος, -οντας} 1. ΣΤΡΑΤ. εξαπολύω πυρά: Έβαλαν εναντίον κινουμένων στόχων (πβ. ανοίγω πυρ, πυροβολώ). Η περιοχή ~εται από αέρος και ξηράς. Το κτίριο εβλήθη (= χτυπήθηκε) από οβίδα. 2. (μτφ.-λόγ.) εκτοξεύω κατηγορίες· θίγω, πλήττω: Έβαλε κατά πάντων. Πβ. μέμφομαι.|| Η προσπάθειά τους ~εται αδίκως (= επικρίνεται). ~όμενοι από όλες τις πλευρές/υπό πάντων. (ΝΟΜ.) Τα ~όμενα (= θιγόμενα) μέρη. Βλ. δια~, εκ~, μετα~, πανικο~, παρα~, περι~, προ~, προσ~, συμ~, υπερ~, υπο~. [< αρχ. βάλλω] | |
| 8590 | βαλς | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. αυστριακός περιστροφικός χορός για ζευγάρια, σε ρυθμό τριών τετάρτων, εξαιρετικά δημοφιλής στην Ευρώπη από τον 19ο αιώνα· συνεκδ. η αντίστοιχη μουσική σύνθεση: αργό/γρήγορο ~. Βλ. πόλκα. ● Υποκ.: βαλσάκι (το) [< γαλλ. valse] | |
| 8591 | βαλσαμέλαιο | βαλ-σα-μέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) & βαλσαμόλαδο: λάδι που παρασκευάζεται από ελαιόλαδο και άνθη βαλσαμόχορτου με αντιαλλεργικές, μυοχαλαρωτικές, απαλυντικές και επουλωτικές ιδιότητες. Βλ. -έλαιο.[< μτγν. βαλσαμέλαιον ‘φαρμακευτικό φυτό’] | |
| 8592 | βαλσάμικο | βλ. μπαλσάμικο | |
| 8593 | βάλσαμο | βάλ-σα-μο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) μπάλσαμο 1. (μτφ.) οτιδήποτε ανακουφίζει, παρηγορεί, τέρπει: Κρασί (σκέτο) ~! Τα λόγια της ήταν ~ (παρηγοριάς) στην πονεμένη του ψυχή. Η βροχή ήρθε σαν ~ μετά την ξηρασία. Πβ. γιατρικό, φάρμακο. 2. ΒΟΤ. αειθαλής αρωματικός θάμνος (επιστ. ονομασ. Hypericum perforatum) με κίτρινα άνθη· συνεκδ. αιθέριο έλαιο με καταπραϋντικές ιδιότητες που εξάγεται από τα άνθη και τα φύλλα του αντίστοιχου φυτού. ΣΥΝ. βαλσαμό-, σπαθό-χορτο, υπερικό. 3. ΒΟΤ. ονομασία ρητινών με χρήση στην αρωματοποιία και τη φαρμακευτική: γαλάκτωμα με ~. [< 2: αρχ. βάλσαμον, γαλλ. balsamier, αγγλ. balsam] | |
| 8594 | βαλσαμόλαδο | : σπαθόλαδο; βλ. βαλσαμέλαιο |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ