| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8595 | βαλσαμόχορτο | βαλ-σα-μό-χορ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. το φυτό βάλσαμο. | |
| 8596 | βαλσάμωμα | βαλ-σά-μω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ταρίχευση. | |
| 8597 | βαλσαμώνω | βαλ-σα-μώ-νω ρ. (μτβ.) {βαλσάμω-σα, βαλσαμώ-σω, -θηκε, -μένος}: ταριχεύω. [< μεσν. βαλσαμώνω] | |
| 8598 | βάλσιμο | βάλ-σι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): τοποθέτηση: ~ του αυτοκινήτου στο γκαράζ/των βιβλίων στα ράφια. ΑΝΤ. βγάλσιμο | |
| 8599 | βαλτικός | , ή, ό βαλ-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΓΡ. που σχετίζεται με τη Βαλτική Θάλασσα: ~ά: κράτη (: Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία). [< γαλλ. baltique] | |
| 8600 | βαλτόνερα | βαλ-τό-νε-ρα ουσ. (ουδ.) & βαλτονέρια (τα) 1. νερά βάλτου. Βλ. βρομόνερα. 2. (μτφ.) κατάσταση στασιμότητας ή διαφθοράς: τα ~ της γραφειοκρατίας (= τέλμα).|| Τα ~ της κακοδιοίκησης (= βούρκος). ΣΥΝ. βάλτος (2) | |
| 8601 | βαλτόπαπια | βαλ-τό-πα-πια ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. μικρή πάπια (επιστ. ονομασ. Aythya nyroca) με σκούρο κόκκινο-καφετί φτέρωμα και λευκή κοιλιά, που ζει σε υγρότοπους με πλούσια βλάστηση, κυρ. καλαμιώνες: Η ~ αποτελεί απειλούμενο/προστατευόμενο είδος. | |
| 8602 | βαλτός | βαλ-τός επίθ./ουσ. {στο αρσ. κ. θηλ.} (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που δρα κρυφά, υπακούοντας στις εντολές ή τις οδηγίες τρίτων για την επίτευξη συγκεκριμένου, συνήθ. δόλιου, σκοπού: Ήταν ~ από την πολιτική ηγεσία. Οι ~οί της παράταξης. Πβ. εγκάθετος, εντεταλμένος, κατευθυνόμενος, κεκράκτες. ● ΦΡ.: βαλτός είσαι;: ως έκφραση αγανάκτησης απέναντι σε κάποιον, τα λόγια ή οι πράξεις του οποίου προκαλούν ενόχληση ή εκνευρισμό· επίτηδες το κάνεις; | |
| 8603 | βάλτος | βάλ-τος ουσ. (αρσ.) 1. έλος. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) στάσιμη ή ανήθικη κατάσταση: Έχει βουλιάξει στον ~ο (= έχει βαλτώσει). Πβ. τέλμα.|| Βυθίζονται στον ~ο της διαφθοράς. ΣΥΝ. βαλτόνερα (2), βούρκος (2) [< μεσν. βάλτος] | |
| 8604 | βαλτότοπος | βαλ-τό-το-πος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) βαλτοτόπι (το): βαλτώδης έκταση. Βλ. -τοπος. | |
| 8605 | βαλτώδης | , ης, ες βαλ-τώ-δης επίθ. {βαλτώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): ελώδης. ΣΥΝ. τεναγώδης [< μεσν. βαλτώδης] | |
| 8606 | βαλτώνω | βαλ-τώ-νω ρ. (αμτβ.) {βάλτω-σα, -μένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (προφ.): δεν προοδεύω, δεν εξελίσσομαι, μένω στάσιμος: ~σε το θέμα/η υπόθεση.|| (για πρόσ.-εμφατ.) Έχει ~σει στην καθημερινότητα/συνήθεια. ~μένος επαγγελματικά. Πβ. λιμνάζει, τελματώνω. | |
| 8607 | βάλω | βλ. βάζω, βάλλω | |
| 8608 | βαμβακάδα | βαμ-βα-κά-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. έντομο (επιστ. ονομασ. Marchalina Hellenica) που βοηθά στην ανάπτυξη της μελισσοκομίας, αλλά η πληθυσμιακή του έξαρση προκαλεί βαμβακίαση. Βλ. μελιτογόνος, πιτυοκάμπη. 2. {χωρ. πληθ.} βαμβακίαση. | |
| 8609 | βάμβακας | βάμ-βα-κας ουσ. (αρσ.) (επίσ.) & (λόγ.) βάμβαξ {βάμβακ-ος}: βαμβάκι. Βλ. πετρο~, υαλο~. [< μεσν. βάμβαξ] | |
| 8610 | βαμβακέλαιο | βαμ-βα-κέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λάδι από σπόρο βαμβακιού, που χρησιμοποιείται στη μαγειρική και για την παρασκευή μαργαρίνης. [< γαλλ. huile de coton] | |
| 8611 | βαμβακερός | , ή, ό βαμ-βα-κε-ρός επίθ. & (προφ.) μπαμπακερός: που αποτελείται από ίνες βαμβακιού ή από συνθετικές με τα χαρακτηριστικά των αντίστοιχων φυσικών ή από βαμβάκι και πολυέστερ: ~ή: επένδυση/μπλούζα/πετσέτα. ~ό: νήμα/πουκάμισο/ύφασμα. ~ές: κάλτσες. ~ά: σεντόνια. Βλ. -ερός. ● Ουσ.: βαμβακερά (τα): ενν. ρούχα. Βλ. μάλλινα. [< μεσν. βαμβακερός, μπαμπακερός] | |
| 8612 | βαμβάκι | βαμ-βά-κι ουσ. (ουδ.) {βαμβακ-ιού} & (προφ.) μπαμπάκι & βαμπάκι 1. λευκή, απαλή, ινώδης, απορροφητική ύλη για ποικίλες χρήσεις: αποστειρωμένο/καθαρό ~. ~ (εμ)ποτισμένο με ιώδιο/οινόπνευμα (: για απολύμανση πληγής). ~ και γάζες. Βλ. επίθεμα, ταμπόν.|| ~ με ασετόν/λοσιόν ντεμακιγιάζ. Βλ. μπατονέτα, πον-πον.|| ~ με χλιαρό χαμομήλι (: ως κομπρέσα). 2. το λευκό χνούδι που περιβάλλει τους σπόρους της βαμβακιάς, το οποίο, κατόπιν εκκόκισης και ειδικής επεξεργασίας, μετατρέπεται σε υφαντική ίνα: ρούχα από εκατό τοις εκατό (αγνό) ~ (= βαμβακερά). 3. ΒΟΤ. βαμβακιά: βιολογικό/γενετικά τροποποιημένο/οργανικό/σύσπορο ~. Λάδι ~ιού (= βαμβακέλαιο). Βλ. βακτηρίωση. ΣΥΝ. βάμβακας ● Υποκ.: βαμβακάκι & (προφ.) μπαμπακάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: υδρόφιλο βαμβάκι βλ. υδρόφιλος ● ΦΡ.: σφάζω με το βαμβάκι/μπαμπάκι βλ. σφάζω [< μεσν. βαμβάκι(ο)ν] | |
| 8613 | βαμβακιά | βαμ-βα-κιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-προφ.) μπαμπακιά: ΒΟΤ. θαμνώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Gossypium), που καλλιεργείται για τις λευκές, απαλές, υδρόφιλες ίνες (βαμβάκι) που περιβάλλουν τους σπόρους του, καθώς και για το λάδι που εξάγεται από αυτούς. | |
| 8614 | βαμβακίαση | βαμ-βα-κί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. ασθένεια των πεύκων, προκαλούμενη από το έντομο βαμβακάδα, που τρέφεται απομυζώντας τους χυμούς του συγκεκριμένου δέντρου, με αποτέλεσμα αυτό να παθαίνει καχεξία και τελικά να ξεραίνεται· γίνεται εμφανής από τις εκκρίσεις του εντόμου αυτού, οι οποίες μοιάζουν με συσσωρευμένα κομμάτια βαμβακιού πάνω στο δέντρο. Βλ. περονόσπορος, φυλλοξήρα, -ίαση. ΣΥΝ. βαμβακάδα (2) |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ