Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9500-9520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8615βαμβακοκαλλιέργειαβαμ-βα-κο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΡΓ. καλλιέργεια βαμβακιού· (συνεκδ., συνήθ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις ή οι βαμβακιές που καλλιεργούνται σε αυτές. Βλ. -καλλιέργεια. ΣΥΝ. βαμβακοφυτεία
8616βαμβακοπαραγωγήβαμ-βα-κο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παραγωγή βαμβακιού. Βλ. -παραγωγή.
8617βαμβακοπαραγωγός, ός, ό βαμ-βα-κο-πα-ρα-γω-γός επίθ. (λόγ.): που παράγει βαμβάκι: ~ός: χώρα. Βλ. -παραγωγός2. ● Ουσ.: βαμβακοπαραγωγός (ο): παραγωγός βαμβακιού. Βλ. -παραγωγός1.
8618βαμβακόπιταβαμ-βα-κό-πι-τα ουσ. (θηλ.): τα υπολείμματα της επεξεργασίας του βαμβακόσπορου, που χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφή. Βλ. ζαχαρόπιτα, -πιτα.
8619βαμβακόσποροςβαμ-βα-κό-σπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (προφ.) μπαμπακόσπορος: ΒΟΤ. σπόρος βαμβακιού.
8620βαμβακοσυλλεκτικός, ή, ό βαμ-βα-κο-συλ-λε-κτι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: βαμβακοσυλλεκτική μηχανή: ΤΕΧΝΟΛ. που χρησιμεύει στη συλλογή βαμβακιού από βαμβακοφυτείες.
8621βαμβακουργίαβαμ-βα-κουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): επεξεργασία βαμβακιού· συνεκδ. η αντίστοιχη βιομηχανία ή ο σχετικός βιομηχανικός κλάδος. Βλ. -ουργία.
8622βαμβακοφυτείαβαμ-βα-κο-φυ-τεί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΡΓ. έκταση όπου καλλιεργείται βαμβάκι. Βλ. -φυτεία. ΣΥΝ. βαμβακοκαλλιέργεια
8623βάμβαξβλ. βάμβακας
8624βάμμαβάμ-μα ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. συμπυκνωμένο διάλυμα φυτικής ή χημικής ουσίας σε αλκοόλη, με χρήση στη φαρμακευτική, κυρ. ως αντισηπτικό, και στην αρωματοποιία: ~ ηλιοτροπίου/πρόπολης. ~ από βάλσαμο/βότανα.|| Μητρικό ~ (: εκχύλισμα που χρησιμοποιείται ως βάση για την παρασκευή ομοιοπαθητικών φαρμάκων). ● ΣΥΜΠΛ.: βάμμα ιωδίου βλ. ιώδιο [< αρχ. βάμμα, γαλλ. teinture]
8625βαμμένος, η, ο βαμ-μέ-νος επίθ. 1. που έχει βαφτεί: ~α: αβγά/μαλλιά/μάτια/χείλη. Τοίχοι ~οι γαλάζιοι/σε λευκό χρώμα. Βλ. φρεσκο~.|| (ΜΕΤΑΛΛ., για προστασία από την οξείδωση) ~ο: ατσάλι. Βλ. γαλβανισμένος.|| (μτφ., για εγκληματία) Χέρια ~α με αίμα (= αιματοβαμμένα). 2. (μτφ.-προφ.) φανατικός: ~ος: αριστερός/δεξιός.|| ~ος: οπαδός (= πωρωμένος). ● βλ. βάφω
8626βαμπουσ. (θηλ.) {άκλ.}: μοιραία γυναίκα. [< αγγλ. vamp, 1918, γαλλ. ~, 1921]
8627βαμπάκιβλ. βαμβάκι
8628βαμπίρβα-μπίρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. βρικόλακας. Πβ. δράκουλας. 2. ΖΩΟΛ. & (σπάν.) βάμπιρος (ο): είδος νυχτερίδας (οικογ. Desmodontidae), κυρ. της Ν. Αμερικής, που τρέφεται με το αίμα θηλαστικών και πουλιών. [< γαλλ. vampire]
8629βαμπιρικός, ή, ό βα-μπι-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα βαμπίρ. [< γαλλ. vampirique]
8630βαμπιρισμόςβα-μπι-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): πίστη στην ύπαρξη βαμπίρ· κατ' επέκτ. πόση αίματος, κυρ. σε πρωτόγονες θρησκευτικές ή σατανιστικές τελετές ή από πλάσματα της φαντασίας (βρικόλακες, δράκουλες): μαγεία και ~. Βλ. νεκροφιλία, -ισμός. [< γαλλ. vampirisme]
8631βανουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φορτηγό, συνήθ. κλειστό και μικρής σχετικά χωρητικότητας, για μεταφορά εξοπλισμού, φορτίου ή επιβατών: μίνι ~. Το ~ του τηλεοπτικού σταθμού/της χρηματαποστολής. Βλ. ημιφορτηγό. ● Υποκ.: βανάκι (το) [< αμερικ. (cara)van, γαλλ. van]
8632βάναβά-να ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανική διάταξη που ρυθμίζει ή διακόπτει τη ροή υγρών ή αερίων σε σωλήνωση: τρίοδη ~. Ηλεκτρομαγνητικές (= ηλεκτροβάνες)/σφαιρικές/χειροκίνητες ~ες. ~ες αυτονομίας/ελέγχου (υδραυλικών εγκαταστάσεων). Πβ. βαλβίδα, δικλείδα. Βλ. υδατοφράκτης. ● Υποκ.: βανάκι (το) [< γαλλ. vanne]
8633βανάδιοβα-νά-δι-ο ουσ. (ουδ.) {βαναδί-ου}: ΧΗΜ. τοξικό μέταλλο (σύμβ. V, Ζ 23) αργυρόλευκου χρώματος. [< γαλλ. vanadium]
8634βάναυσος, η, ο βά-ναυ-σος επίθ. (λόγ.): βίαιος και απολίτιστος: ~η: επίθεση (= άγρια)/μεταχείριση/συμπεριφορά (= άξεστη, βάρβαρη). ~ες: συνθήκες κράτησης (= άθλιες, απάνθρωπες, απαράδεκτες). ● επίρρ.: βάναυσα & (λόγ.) βαναύσως [< αρχ. βάναυσος ‘χειρώνακτας, χυδαίος’, γερμ. Banause]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.