Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9520-9540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8635βαναυσότηταβα-ναυ-σό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): βάναυση συμπεριφορά ή ενέργεια: επιθετικότητα/κακοποίηση και ~ (= αγρι-, βιαι-ότητα).|| (στον πληθ., για πράξεις:) ~ες σε βάρος ζώων/μεταναστών (= βαρβαρ-, ωμ-ότητες, θηρι-, κτην-ωδίες). [< μεσν. βαναυσότης]
8636βανδαλίζωβαν-δα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {βανδάλι-σε, βανδαλί-στηκε, -σμένος, βανδαλίζ-οντας}: προβαίνω σε βανδαλισμούς: Άγνωστοι ~σαν την εκκλησία/τον τάφο του ... Χώρος που ~στηκε. ~σμένο: μνημείο. Βλ. βεβηλώνω, λεηλατώ. [< γαλλ. vandaliser]
8637βανδαλισμόςβαν-δα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): σκόπιμη φθορά ή καταστροφή δημόσιας ή ιδιωτικής περιουσίας: ~ αγαλμάτων/έργων τέχνης. Πράξεις ~ού. ~οί σε καταστήματα (βλ. λεηλασία)/ναό (βλ. ιεροσυλία). Σχολείο που υπέστη ~ούς. Χούλιγκαν επιδόθηκαν/προέβησαν σε πρωτοφανείς ~ούς. Βλ. βιαιοπραγία, πλιάτσικο, -ισμός. [< γαλλ. vandalisme]
8638βάνδαλος, η, ο βάν-δα-λος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -άλου, οι λόγ. τ. ως ουσ., συνήθ. στον πληθ.}: που προκαλεί βανδαλισμούς: (ως ουσ., για πρόσ.) επέλαση/επιδρομή ~άλων. Στόχος ~άλων έγιναν αυτοκίνητα και μαγαζιά. ~οι κατέστρεψαν κοιμητήριο (βλ. ιερόσυλος)/μνημείο. Πβ. χούλιγκαν.|| (ως επίθ.) ~η: πράξη/συμπεριφορά. Πβ. απολίτιστος, ασεβής, βάρβαρος, βέβηλος. [< γαλλ. vandale]
8639βανίλιαβα-νί-λια ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κοινή ονομασία της βανιλίνης· ΒΟΤ. το αναρριχητικό φυτό (γένος Vanilla) από τους καρπούς του οποίου εξάγεται: εκχύλισμα ~ας. (από συνταγή:) Ρίχνουμε στο μίγμα δυο ~ες (: μικρά κουτάκια με σκόνη ~ας).|| Κέικ/κρέμα/παγωτό ~ (-σοκολάτα). Καφές/ρόφημα ~.|| Αιθέριο έλαιο ~ας. Αφρόλουτρο/κερί ~ (: με άρωμα ~ας). 2. παχύρρευστο γλυκό, συνήθ. λευκού χρώματος, που παρασκευάζεται από τη συγκεκριμένη αρωματική ουσία και μαστίχα Χίου και σερβίρεται με κουτάλι μέσα σε ποτήρι με κρύο νερό: ~ με γεύση τριαντάφυλλο/φιστίκι. ΣΥΝ. βανίλια υποβρύχιο 3. ΒΟΤ. ποικιλία δαμάσκηνων με σκούρο κόκκινο χρώμα. [< ιταλ. vaniglia, γαλλ. vanille]
8640βανιλίνηβα-νι-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. λευκή κρυσταλλική αρωματική ουσία (σύμβ. C8H8O3)που εξάγεται από τους καρπούς του φυτού Vanilla ή παρασκευάζεται χημικά και χρησιμοποιείται κυρ. στη ζαχαροπλαστική και την αρωματοποιία. Βλ. -ίνη. ΣΥΝ. βανίλια (1) [< γαλλ. vanilline]
8641βαντιλατέρβλ. βεντιλατέρ
8642βάνωβλ. βάζω
8643βαποράκιβα-πο-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. μικροδιακινητής ναρκωτικών, μεσάζων μεταξύ εμπόρου και χρήστη. 2. πλοιάριο.
8644βαπόριβα-πό-ρι ουσ. (ουδ.) {βαπορ-ιού} (λαϊκό-παρωχ.) & (λαϊκότ.) παπόρι: ατμόπλοιο. ΣΥΝ. καράβι, πλοίο ● ΦΡ.: κάνω (κάποιον)/γίνομαι βαπόρι/μπαρούτι (μτφ.-προφ.): εξοργίζω ή εξοργίζομαι. Πβ. μπουρλότο, πύραυλος. [< ιταλ. vapore]
8645βαποριζατέρβα-πο-ρι-ζα-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρός ψεκαστήρας, συνήθ. αρώματος ή καλλυντικού: αποσμητικό/κολόνια με ~. Βλ. αεροζόλ, σπρέι. [< γαλλ. vaporisateur]
8646βαπορίσιος, ια, ιο βα-πο-ρί-σιος επίθ. (λαϊκό-παρωχ.) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) χαμηλής ποιότητας και σχετικά ακριβός: Τον πλήρωσε τον καφέ ~ιο. ΣΥΝ. καραβίσιος (1) 2. (σπανιότ.) που σχετίζεται με το βαπόρι: η ~ια ζωή (: θαλασσινή). Βλ. -ίσιος.
8647βαπτίζωβλ. βαφτίζω
8648βάπτισηβά-πτι-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) βάφτιση 1. ΕΚΚΛΗΣ. τέλεση ή τελετή του μυστηρίου του βαπτίσματος: οι μπομπονιέρες/τα προσκλητήρια/ρούχα (= βαφτιστικά) της ~ης. Η ~ του μωρού (= τα βαφτίσια). Ομαδικές ~ίσεις.|| Η δεξίωση/το τραπέζι της ~ης. Βλ. γαμο~, νονός. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Β) το βάπτισμα του Χριστού· συνεκδ. το αντίστοιχο ζωγραφικό θέμα, η σχετική αγιογραφία ή εικόνα. 3. (σπάν.-μτφ.) ονοματοδοσία (ή απόδοση χαρακτηρισμού): ~ πλοίου. [< 1, 2: μτγν. βάπτισις]
8649βάπτισμαβά-πτι-σμα ουσ. (ουδ.) & (προφ.) βάφτισμα 1. ΕΚΚΛΗΣ. μυστήριο κατά το οποίο ο βαπτιζόμενος βυθίζεται τρεις φορές στο νερό της κολυμβήθρας, για να εξαγνιστεί από το προπατορικό αμάρτημα και ταυτόχρονα λαμβάνει το χριστιανικό του όνομα: ~-χρίσμα. Πβ. βάπτιση. Βλ. αερο~, νηπιοβαπτισμός. 2. (μτφ.) πρώτη συμμετοχή ή εμπειρία: το θεατρικό ~ της νέας ηθοποιού (πβ. ντεμπούτο). ● ΦΡ.: (λαμβάνω/παίρνω) το βάπτισμα του πυρός: βιώνω κάτι ή συμμετέχω σε αυτό για πρώτη φορά, αποκτώ την πρώτη μου εμπειρία: Έλαβε/πήρε το ~ ~ στην πολιτική. [< γαλλ. (prendre) le baptême du feu] [< μτγν. βάπτισμα]
8650βαπτιστήριοβα-πτι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΕΚΚΛΗΣ. μέρος ναού για την τέλεση του μυστηρίου του βαπτίσματος: παλαιοχριστιανικό ~. Βλ. κολυμβήθρα, -τήριο. [< μτγν. βαπτιστήριον, γαλλ. baptistère, αγγλ. baptist(e)ry]
8651βαπτιστήςβα-πτι-στής ουσ. (αρσ.) {-ή (λόγ.) -ού} 1. ΕΚΚΛΗΣ. & (λαϊκό) βαφτιστής (κ. με κεφαλ. Β): προσωνυμία του Αγ. Ιωάννη του Προδρόμου. 2. (με κεφαλ. Β) οπαδός προτεσταντικού δόγματος που υποστηρίζει ότι το βάπτισμα πρέπει να τελείται μετά την ενηλικίωση και ύστερα από ώριμη και συνειδητή απόφαση του πιστού: Εκκλησία των ~ών. Βλ. Ευαγγελιστής. [< 1: μτγν. βαπτιστής 2: γαλλ. baptiste, αγγλ. baptist]
8652βαπτιστικός, ή, ό βλ. βαφτιστικός
8653βάραθροβά-ρα-θρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άθρου} (λόγ.) 1. απότομο, βαθύ ρήγμα του εδάφους· γκρεμός, χαράδρα: εξερεύνηση ~ου. ~α και σπήλαια.|| (μτφ.) Το ~ των ανισοτήτων (= μεγάλο χάσμα). Βλ. -θρο. 2. (μτφ.) ολοκληρωτική καταστροφή ή το έσχατο σημείο μιας κατάστασης που χαρακτηρίζεται από ηθική κατάπτωση, διαφθορά: Οδηγείται στο ~ (= στην κατάρρευση, στον όλεθρο). Τους έριξαν/πέταξαν στο ~ (πβ. στον Καιάδα). Βλ. βάθρο.|| Γκρεμίστηκε/έπεσε/καταποντίστηκε/(κατρα)κύλησε/χάθηκε στο ~ (= στον βούρκο). [< αρχ. βάραθρον]
8654βαραθρώδης, ης, ες βα-ρα-θρώ-δης επίθ. {βαραθρώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που μοιάζει με βάραθρο. Βλ. -ώδης. [< μτγν. βαραθρώδης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.