Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9540-9560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8655βαραίνωβα-ραί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {βάρυνα, βαραίν-οντας} 1. αποκτώ, παίρνω βάρος: Έφαγα πολύ και έχει βαρύνει το στομάχι μου (= νιώθω δυσφορία).|| Γέρασε και βάρυνε (= έγινε δυσκίνητος). Πβ. παχαίνω.|| (μτφ.) Το κεφάλι μου άρχισε να ~ει (από το κρασί/το ποτό). ~υνε η ανάσα/~υναν τα πόδια του (από την κούραση). Ένιωσα τα βλέφαρά/τα μάτια μου να ~ουν και αποκοιμήθηκα. 2. (οικ.-μτφ.) γίνομαι βάρος (σε κάποιον): Φεύγω, να μη σας ~ άλλο!βαραίνει 1. προσδίδει βάρος: Χάστε εύκολα τα κιλά που σας ~ουν.|| Λακ που δεν ~ τα μαλλιά. 2. (μτφ.) επιβαρύνει: Τα έξοδα μεταφοράς ~ουν αποκλειστικά τον πελάτη. Κατάφερε να πληρώσει τα χρέη που τον ~αν. ΣΥΝ. βαρύνει 3. (μτφ.) δημιουργεί ψυχολογική πίεση ή ηθική δέσμευση: Η ευθύνη/το λάθος/η υποχρέωση ~ (εξ ολοκλήρου) τους αρμοδίους. Με ~ το καθήκον/χρέος (= με πιέζει). Βλ. επιφορτίζομαι.|| Ο άδικος χαμός του ~ τη (= είναι βάρος στη) συνείδησή του. Τον ~ουν οι τύψεις/υποψίες (= τον βασανίζουν, τον παιδεύουν). ΣΥΝ. βαρύνει 4. (μτφ.) επιδεινώνει, καθιστά (κάτι) ή καθίσταται δυσάρεστο: Η απουσία του ~ την ατμόσφαιρα/τη διάθεση. (προφ.) Το βάρυνες (= σοβάρεψες) πολύ το θέμα.|| ~ το κλίμα στις σχέσεις των δύο χωρών. 5. (μτφ.) έχει σπουδαιότητα, βαρύτητα, σημασία: Η γνώμη/ο λόγος του ~ πολύ. Στοιχείο που βάρυνε περισσότερο στην κρίση των δικαστών/στη λήψη της απόφασης. ● ΦΡ.: μου βαραίνει την καρδιά/το έχω βάρος στην καρδιά (μου) βλ. καρδιά [< μεσν. βαραίνω]
8656βαράκι1βα-ρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΓΥΜΝ. {συνήθ. στον πληθ.} όργανο με το οποίο γυμνάζονται οι μύες των χεριών και των ποδιών, μικρό και όχι πολύ βαρύ, που αποτελείται από οριζόντια ράβδο με μία σφαίρα ή/και έναν δίσκο στην κάθε άκρη της: ασκήσεις/πρόγραμμα με ~ια. Κάνω ~ια. Πβ. αλτήρες, βάρη. 2. βαρίδι: νήμα με ~. Βλ. αλφάδι, εκκρεμές.
8657βαράκι2βα-ρά-κι ουσ. (ουδ.): πολύ λεπτό φύλλο χρυσού που χρησιμοποιείται για επικάλυψη ή διακόσμηση αντικειμένων: κορνίζα επιχρυσωμένη με ~. [< μεσν. βαράκι < αραβ. varak]
8658βαράωβλ. βαρώ
8659βαρβαρικός, ή, ό βαρ-βα-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους βαρβάρους: ~ός: λαός. ~ή: επιδρομή. ~ά: φύλα. ● επίρρ.: βαρβαρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. βαρβαρικός]
8660βαρβαρισμόςβαρ-βα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. εσφαλμένη ή μη αποδεκτή γλωσσική χρήση. Βλ. ακυρολεξία, ασυνταξία, σολοικισμός. 2. σκληρή, απάνθρωπη πράξη ή συμπεριφορά. Βλ. εκ~, -ισμός. [< μτγν. βαρβαρισμός, γαλλ. barbarisme , αγγλ. barbarism]
8661βαρβαριστίβαρ-βα-ρι-στί επίρρ. (λόγ.-ειρων.): κατά παράβαση των γραμματικοσυντακτικών κανόνων· κατ' επέκτ. σε γλώσσα ξένη, διαφορετική από την Ελληνική: πενθήμερη εκδρομή, ~ πενταήμερη.|| Ηλεκτρονικό μήνυμα, ~ ιμέιλ. Βλ. -ιστί. [< αρχ. βαρβαριστί]
8662βάρβαρος, η, ο βάρ-βα-ρος επίθ. 1. βίαιος, σκληρός, απάνθρωπος: ~ος: κατακτητής. ~η: εισβολή/επίθεση/πράξη. ~ες: ποινές. ~α: εγκλήματα. Πβ. βάναυσος.|| (μτφ.) ~ες συνθήκες εργασίας (= άθλιες). 2. απολίτιστος, απαίδευτος, άξεστος: ~ος: λαός. Πβ. πρωτόγονος.|| ~η: συμπεριφορά. Βλ. τρισ~. ΑΝΤ. πολιτισμένος. ● Ουσ.: βάρβαρος (ο) {συνήθ. στον πληθ.}: συμμορία ~άρων. Πβ. βάνδαλος.|| (ΙΣΤ., στην αρχαιότητα· αυτός που δεν είχε ελληνική καταγωγή) Επιδρομές/ορδές ~άρων. ● επίρρ.: βάρβαρα ● ΣΥΜΠΛ.: βάρβαρη ώρα (προφ.): ακατάλληλη ή δύσκολη· συνήθ. πολύ πρωί, ξημερώματα ή πολύ αργά, μεσάνυχτα: Ξυπνάω κάθε μέρα στις πέντε το πρωί, ~ ~! Βλ. άγρια/βαθιά/μαύρα χαράματα. [< αρχ. βάρβαρος, γαλλ. barbare, αγγλ. barbarous]
8663βαρβαρότηταβαρ-βα-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.): βίαιη ενέργεια ή συμπεριφορά: (στον πληθ. προκειμένου για πράξεις) λεηλασίες και ~ες (= βαναυσ-, βιαι-, ωμ-ότητες, θηρι-, κτην-ωδίες).|| Η ~ των κατακτητών (= αγριότητα). Βλ. -ότητα. [< μεσν. βαρβαρότης ‘χαρακτήρας ή συμπεριφορά βαρβάρου’]
8664βαρβατίλαβαρ-βα-τί-λα ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) ανδρισμός, αρρενωπότητα: Βγάζει μια ~ (= αντρίλα). 2. (λαϊκό) η έντονη και δυσάρεστη μυρωδιά των αρσενικών ζώων, κυρ. τράγων, κατά την περίοδο της αναπαραγωγής· (κατ' επέκτ.-προφ.) η δυσοσμία του ανδρικού ιδρώτα. Βλ. -ίλα. ΣΥΝ. τραγίλα (1)
8665βαρβάτος, η, ο [βαρβᾶτος] βαρ-βά-τος επίθ. (προφ.) 1. (για άνδρα ή αρσενικό ζώο το οποίο δεν έχει ευνουχιστεί) που έχει αυξημένη γενετήσια ορμή· κατ' επέκτ. δυνατός, στιβαρός: ~ος: ταύρος. ~ο: άλογο.|| ~ο: αρσενικό. Πβ. αρρενωπός, νταβραντισμένος. Βλ. άντρακλας. 2. (μτφ.) που διακρίνεται για το μεγάλο μέγεθος ή τη δυσκολία του: ~ος: μισθός (= υψηλός). ~η: περιουσία (= τεράστια). ~ο: πρόστιμο (= μεγάλο)/συμβόλαιο (= κερδοφόρο).|| ~ος: επιστήμονας (= σημαντικός, σπουδαίος).|| ~η: εργασία (= απαιτητική, κοπιαστική). Βλ. -άτος. [< μτγν. βαρβᾶτος ‘γενειοφόρος’]
8666βάρβιτοςβάρ-βι-τος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & βάρβιτον (το): ΑΡΧ. έγχορδο μουσικό όργανο, παρόμοιο με την αρχαία λύρα, αλλά με στενότερο ηχείο και μακρύτερους βραχίονες. Βλ. φόρμιγγα. [< αρχ. βάρβιτος]
8667βαρβιτουρικάβαρ-βι-του-ρι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. βαρβιτουρικό}: ΦΑΡΜΑΚ. ηρεμιστικές και υπνωτικές ουσίες που προκαλούν εθισμό: Πέθανε από υπερβολική δόση ~ών. Βλ. αμφεταμίνη.|| (ΙΑΤΡ.) ~ που χρησιμοποιούνται ως αναισθητικά ή αντιεπιληπτικά φάρμακα. [< γαλλ. barbituriques]
8668βαρβιτουρικός, ή, ό βαρ-βι-του-ρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα βαρβιτουρικά: ~ό: κώμα. ~ά: χάπια. ● ΣΥΜΠΛ.: βαρβιτουρικό οξύ: ΒΙΟΧ. συνθετικό κρυσταλλικό οξύ που χρησιμοποιείται για την παρασκευή βαρβιτουρικών. [< γαλλ. barbiturique]
8669βαρδάρηςβαρ-δά-ρης ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Β): κοινή ονομασία ισχυρού ψυχρού ανέμου που πνέει κατά μήκος της κοιλάδας του Αξιού ποταμού (Βαρδάρη), ΒΔ της Θεσσαλονίκης. Βλ. λίβας. [< μεσν. Βαρδάρης]
8670βάρδιαβάρ-δια ουσ. (θηλ.): το χρονικό διάστημα μέσα στο εικοσιτετράωρο, κατά το οποίο ένας εργαζόμενος εκτελεί την υπηρεσία του, μέχρι να αντικατασταθεί από άλλον, σε περιπτώσεις φύλαξης ενός χώρου, επίβλεψης ενός έργου ή συνεχούς παροχής συγκεκριμένης υπηρεσίας· συνεκδ. η αντίστοιχη μορφή εργασίας και το συγκεκριμένο προσωπικό: αλλαγή/εκτέλεση/έναρξη (της) ~ιας. Ένας επιστάτης/φύλακας ανά ~. Είμαι/έχω/κάνω απογευματινή/νυχτερινή/πρωινή ~ (βλ. εφημερία). Στάση εργασίας από τις δέκα το πρωί μέχρι τη λήξη/το τέλος της ~ιας. Σχολεία που λειτουργούν με/σε διπλή ~ (: πρωί-απόγευμα. Πβ. διπλο~). Δουλεύει βραδινή ~/με ~ιες. ~ στην πύλη (= σκοπιά). Αξιωματικός ~ιας (πβ. φυλακή). ● ΦΡ.: σκάντζα βάρδια βλ. σκάντζα [< μεσν. βάρδια]
8671βάρδοςβάρ-δος ουσ. (αρσ.): ποιητής ή λαϊκός τραγουδιστής με μεγάλη απήχηση. [< μτγν. πληθ. Βάρδοι ‘Κέλτες ραψωδοί’]
8672βαρεία[βαρεῖα] βα-ρεί-α ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. (στο πολυτονικό σύστημα) τονικό σημάδι της λήγουσας ( `), όταν δεν ακολουθεί εγκλιτικός τύπος ή στίξη. Βλ. δασεία, οξεία, περισπωμένη. [< μτγν. βαρεῖα]
8673βαρέλαβα-ρέ-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. μεγάλο βαρέλι: ~ με κρασί. 2. (μτφ.-υβριστ.) χαρακτηρισμός κοντής και πολύ παχιάς γυναίκας. Πβ. χοντρέλα. [< μεσν. βαρέλα]
8674βαρελάδικοβα-ρε-λά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): εργαστήριο κατασκευής βαρελιών. Βλ. -άδικο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.