Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9560-9580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8675βαρελάκιβα-ρε-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρό βαρέλι· κατ' επέκτ. καθετί με παρόμοια μορφή: ~ μπίρας.|| Κασετίνα/ξύστρα ~.|| (μειωτ., για παχύ και κοντό άνθρωπο) Έχει γίνει (σαν) ~. 2. ΝΑΥΤ. σωσίβια φουσκωτή σχεδία. ● βαρελάκια (τα): ομαδικό παιδικό κυρ. παιχνίδι, στο οποίο όσοι συμμετέχουν 1. σκύβουν σε απόσταση ο ένας από τον άλλο, με τα χέρια στα γόνατά τους, και στη συνέχεια ένα παιδί παίρνει φόρα, ακουμπά στη μέση του ενός παίκτη και πηδάει από πάνω του με τα πόδια ανοιχτά, συνεχίζοντας να κάνει το ίδιο μέχρι τον τελευταίο· έπειτα σκύβει, για να επαναληφθεί το παιχνίδι από το πρώτο παιδί που ήταν σκυμμένο. Βλ. μακριά γαϊδούρα, σκαμνάκια. 2. κυλιούνται σε κατηφορικό συνήθ. έδαφος, με διπλωμένα τα χέρια και τα πόδια· παρεμφερής στρατιωτική άσκηση.
8676βαρελάςβα-ρε-λάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): βαρελοποιός. Βλ. -άς.
8677βαρέλιβα-ρέ-λι ουσ. (ουδ.) {βαρελ-ιού} 1. μεγάλο κυλινδρικό δοχείο, συνήθ. διογκωμένο στη μέση και με επίπεδο πάτο και κορυφή, που χρησιμοποιείται για αποθήκευση και μεταφορά υγρών και στερεών: μεταλλικό/ξύλινο/πλαστικό/σιδερένιο ~. ~ με κρασί (= κρασοβάρελο)/με φέτα. Ένα ~ βενζίνη/λάδι. Η κάνουλα του ~ιού. ~ια μπίρας. Πβ. βαγένι, βουτσί. Βλ. βυτίο, μπιτόνι, ντεπόζιτο. 2. (κατ' επέκτ.) μονάδα όγκου σε διάφορες αγορές προϊόντων, όπως στην πετρελαιοβιομηχανία και τη ζυθοποιία: Στα ... δολάρια το ~ η τιμή του αργού πετρελαίου. Βλ. γαλόνι. 3. (μτφ.-μειωτ.) για παχύ άνθρωπο: Έχει γίνει (σαν) ~. Πβ. μπόγος. ● ΦΡ.: βλέπει το καλάθι σαν βαρέλι βλ. καλάθι [< μεσν. βαρέλι 2: αγγλ. barrel]
8678βαρελίσιος, ια, ιο βα-ρε-λί-σιος επίθ. (λαϊκό): που φυλάσσεται σε βαρέλι· κατ' επέκτ. χύμα: ~ια: μπίρα/φέτα. ~ιο: κρασί (ΑΝΤ. εμφιαλωμένο). Βλ. γιοματάρι, -ίσιος.
8679βαρελοποιίαβα-ρε-λο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατασκευή βαρελιών· κυρ. συνεκδ. η αντίστοιχη βιομηχανία ή βιοτεχνία. Βλ. -ποιία.
8680βαρελοποιόςβα-ρε-λο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κατασκευαστής βαρελιών. Βλ. -ποιός. ΣΥΝ. βαγενάς, βαρελάς
8681βαρελότοβα-ρε-λό-το ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: μικρή ποσότητα εκρηκτικού, τυλιγμένη σε χαρτί που εκτοξεύεται και εκρήγνυται, παράγοντας δυνατό κρότο και ζωηρή λάμψη· χρησιμοποιείται κυρ. σε γιορτές ή εκδηλώσεις που γίνονται σε ανοιχτό χώρο: αυτοσχέδιο ~. Τραυματισμοί από ~α. Έσκασαν ~α. Έριξαν/πέταξαν ~α. Πβ. κροτίδα, στρακαστρούκα. Βλ. βεγγαλικό, πυροτέχνημα, φωτοβολίδα. [< ιταλ. barilotto]
8682βάρεμαβά-ρε-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): χτύπημα. [< μεσν. βάρεμα]
8683βαρεμάραβα-ρε-μά-ρα ουσ. (θηλ.) & βαριεμάρα (προφ.): ανία, πλήξη· κατ' επέκτ. νωθρότητα, τεμπελιά: Μ' έχει πιάσει μια ~! ΣΥΝ. βαριεστημάρα, μουργέλα, σπαρίλα (1)
8684βαρεμένος, η, ο βα-ρε-μέ-νος επίθ. (προφ.): σαλεμένος. Πβ. βλαμ-, πειραγ-, πυροβολη-, τρελα-μένος. || (Κρήτη) βαρεμένη: έγκυος. ● βλ. βαρώ
8685βαρετός, ή, ό βα-ρε-τός επίθ.: που κάνει κάποιον να βαριέται: ~ή: δουλειά/συζήτηση/ταινία. ~ό: θέμα/μάθημα. Το βιβλίο έχει τόσες λεπτομέρειες, που στο τέλος καταντάει ~ό.|| Δεν θέλω να γίνω ~ (= κουραστικός) με τις φλυαρίες μου. Πβ. μονότονος. ΣΥΝ. ανιαρός, πληκτικός || (Στην Κύπρο) που έχει βάρος, σοβαρός. ● επίρρ.: βαρετά [< μεσν. βαρετός]
8686βαρέωςβα-ρέ-ως επίρρ. (λόγ.): βαριά: ~ πάσχοντες. ● ΦΡ.: φέρω (κάτι) βαρέως: με έχει πειράξει, με έχει πληγώσει πολύ και δεν μπορώ να το ξεπεράσω: ~ει ~ τον χωρισμό τους. Το ~ει ~ που έχασε η ομάδα του. ΣΥΝ. το πήρε βαριά [< αρχ. βαρέως]
8687βαρηκοΐαβα-ρη-κο-ΐ-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μειωμένη ακοή: ελαφρά/μεγάλη/μέτρια/σοβαρή ~. Γεροντική/παιδική ~. Κεντρική, νευροαισθητήριος ή ~ αγωγιμότητας (: από βλάβη στο ακουστικό νεύρο, στο έσω αυτί ή στο μέσο-έξω αυτί, αντίστοιχα). Ψυχογενής ~ (: προσποίηση ή υστερία). Βλ. κώφωση. ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστικά (βαρηκοΐας) βλ. ακουστικό [< μεσν. βαρηκοΐα < αρχ. βαρυηκοΐα]
8688βαρήκοος, η, ο βα-ρή-κο-ος επίθ./ουσ.: ΙΑΤΡ. που πάσχει από βαρηκοΐα. Βλ. κωφός. [< μεσν. βαρήκοος < αρχ. βαρυήκοος]
8689βαρι-βλ. βαρυ-/βαρύ- & βαρ-/βάρ- & βαριο-/βαριό-
8690βαριάβα-ριά ουσ. (θηλ.): μεγάλο και βαρύ σιδερένιο σφυρί: η ~ του σιδηρουργού. Βλ. βαριοπούλα. [< μεσν. βαρέα]
8691βαριακούωβα-ρια-κού-ω ρ. (αμτβ.) {σε ενεστ. κ. παρατ.} (προφ.): ακούω με δυσκολία, είμαι βαρήκοος.
8692βαριανασαίνωβα-ρια-να-σαί-νω ρ. (αμτβ.) (προφ.): ανασαίνω με δυσκολία: ~ από την κούραση. Πβ. αγκομαχώ, ασθμαίνω, κοντανασαίνω, λαχανιάζω.
8693βαριαναστενάζωβα-ρια-να-στε-νά-ζω ρ. (αμτβ.) (προφ.): αναστενάζω βαριά. [< μεσν. βαριαναστενάζω]
8694βαριατρικήβα-ρι-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τα αίτια, την πρόληψη και την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και άλλων συγγενών παθήσεων. Βλ. γαστροπλαστική, -ιατρική. [< αγγλ. bariatrics, 1963]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.