| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8695 | βαριατρικός | , ή, ό βα-ρι-α-τρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την βαριατρική: ~ός: ασθενής. ~ή: χειρουργική. ~ές: επεμβάσεις/τεχνικές (: γαστρεκτομή, γαστρική παράκαμψη, δακτύλιος, μπαλόνι). Βλ. -ιατρικός. [< αγγλ. bariatric, 1958, γαλλ. bariatrique, 2000] | |
| 8696 | βαρίδι | βα-ρί-δι ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) βαρίδιο {βαρίδι-α} 1. μικρό συνήθ. μεταλλικό αντικείμενο που χρησιμοποιείται ως πρόσθετο βάρος ή ως αντίβαρο: το (κωνικό) ~ του εκκρεμούς/της πετονιάς. Κλωστή με ~ (= νήμα στάθμης). ~ια για ζύγιση (= ζύγια, σταθμά). Κουρτίνα με ~ια. Δίχτυα με φελλούς στο πάνω μέρος και ~ια στο κάτω (βλ. γρι-γρι).|| (μτφ.) Λες και είχαμε ~ια στα πόδια (: ήμασταν δυσκίνητοι· πβ. μολύβι). Βλ. -ίδι. 2. (μτφ.) οτιδήποτε ανακόπτει μια εξελικτική πορεία· εμπόδιο: Χρόνια προβλήματα που αποτελούν ~ια (= τροχοπέδη) για την ανάπτυξη της χώρας. Δεν έχει απαλλαγεί από/κουβαλάει ακόμα τα ~ια του παρελθόντος. [< μεσν. βαρίδι(ον)] | |
| 8697 | βαριέμαι | βα-ριέ-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βαρέθηκα} 1. αισθάνομαι ανία, πλήξη: ~ αφάνταστα/αφόρητα/θανάσιμα. Πώς ~ σήμερα (: δεν έχω όρεξη για τίποτα)! ~ να κάνω συνέχεια τα ίδια και τα ίδια. Βλ. σκυλο~. 2. χάνω την αντοχή μου, κουράζομαι ψυχικά: Βαρέθηκα (= μπούχτισα) ν' ακούω συνέχεια τις ίδιες δικαιολογίες. Σ' έχω βαρεθεί πια (= δεν σε αντέχω άλλο)! Πβ. απαυδώ. ● ΦΡ.: βαριέμαι που ζω (εμφατ.): πλήττω υπερβολικά., δε βαριέσαι: ως ενθάρρυνση, σε περιπτώσεις που δεν αξίζει κάποιος να στενοχωριέται, να ανησυχεί ή να ταλαιπωρείται για κάτι: ~ ~, ας γίνει ό,τι θέλει/θα τα καταφέρουμε και χωρίς αυτόν. Βλ. τι τα θες., το πολύ το "Κύριε ελέησον" το βαριέται κι ο Θεός/κι ο παπάς (παροιμ.): η διαρκής επανάληψη ενοχλεί, κουράζει., τον/την έχει βαρεθεί η ψυχή μου (εμφατ.): δεν τον/την αντέχω άλλο., όποιος δεν θέλει/βαριέται να ζυμώσει, πέντε/δέκα μέρες κοσκινίζει βλ. ζυμώνω [< μεσν. βαριούμαι] | |
| 8698 | βαριεστημάρα | βα-ριε-στη-μά-ρα ουσ. (θηλ.) & βαριεστιμάρα (προφ.): βαρεμάρα. | |
| 8699 | βαριεστημένος | , η, ο βα-ριε-στη-μέ-νος επίθ. (προφ.): (για πρόσ.) που βαριέται ή έχει βαρεθεί· κατ' επέκτ. που εκφράζει πλήξη: Κοιτούσε ~. ~ από την καθημερινότητα (= μπουχτισμένος).|| Με ~ο βλέμμα/ύφος. ● επίρρ.: βαριεστημένα | |
| 8700 | βαριετέ | βα-ριε-τέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : ΘΕΑΤΡ. είδος που συνδυάζει στοιχεία από την επιθεώρηση, το καμπαρέ και το τσίρκο· συνεκδ. το συγκεκριμένο θέαμα ή ο αντίστοιχος θίασος: ηθοποιός/τραγουδιστής του ~. Βλ. βοντβίλ, μιούζικ χολ. [< γαλλ. variétés] | |
| 8701 | βάριο | βά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {βαρί-ου}: ΧΗΜ. αργυρόλευκο, μαλακό μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Ba, Ζ 56): ανθρακικό/θειικό/νιτρικό ~. Άλατα ~ου. Βλ. αλκαλικές γαίες. [< γαλλ. baryum, αγγλ. barium] | |
| 8702 | βαριόμοιρος | , η, ο βα-ριό-μοι-ρος επίθ. (λαϊκό-εμφατ.): δυστυχής, κακορίζικος. Πβ. κακόμοιρος. [< μεσν. βαριόμοιρος] | |
| 8703 | βαριοπούλα | βα-ριο-πού-λα ουσ. (θηλ.): σφυρί, μικρότερο και ελαφρύτερο από τη βαριά. Βλ. ματρακάς. | |
| 8704 | βαριούχος | , ος/α, ο [βαριοῦχος] βα-ρι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει βάριο. Βλ. -ούχος2. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: βαριούχο γεύμα: ΙΑΤΡ. ακτινολογική εξέταση του στομάχου με χορήγηση διαλύματος βαρίου., βαριούχος υποκλυσμός: ΙΑΤΡ. ακτινολογική εξέταση του παχέος εντέρου. Βλ. κολονοσκόπηση. [< αγγλ. barium enema, 1930] [< αγγλ. barium, 1913, γαλλ. baryté] | |
| 8705 | βάρκα | βάρ-κα ουσ. (θηλ.): μικρό, συνήθ. ξύλινο και ανοιχτό πλεούμενο: μηχανοκίνητη (βλ. βενζινάκατος)/φουσκωτή (ΣΥΝ. φουσκωτό) ~. ~ ψαρέματος (= ψαρόβαρκα· βλ. γρι-γρι, καΐκι, τράτα, τρεχαντήρι, ψαροπούλα). (παλαιότ.) ~ με πανιά/κουπιά. Βόλτα με τη ~ (= βαρκάδα). Πβ. λέμβος. Βλ. γόνδολα.|| Οι ~ες των ιθαγενών. Βλ. καγιάκ, κανό, μονόξυλο, πιρόγα.|| (προφ.) Τα παπούτσια σου έχουν γίνει σαν ~ες (: έχουν ξεχειλώσει). ● Υποκ.: βαρκάκι (το): Βλ. καραβάκι., βαρκούλα (η) ● ΦΡ.: σε βάρκα γεννήθηκες; (προφ.-ειρων.): σε περιπτώσεις που κάποιος ξεχνά την πόρτα ανοιχτή., στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα (ειρων.): με πλήρη άγνοια του τι πρόκειται να συμβεί και συνήθ. χωρίς σχέδιο και προγραμματισμό: πορεία/ταξίδι ~ ~. Βαδίζουμε/πάμε ~ ~. Πβ. στα κουτουρού, στα τυφλά, στην τύχη., βάρκα γιαλό βλ. γιαλός, εδώ καράβια χάνονται/πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν βλ. καράβι, ίσα βάρκα, ίσα νερά βλ. ίσος, την κάτσαμε (τη βάρκα) βλ. κάθομαι, χεστήκαμε κι η βάρκα γέρνει βλ. χέζω [< μεσν. βάρκα] | |
| 8706 | βαρκάδα | βαρ-κά-δα ουσ. (θηλ.): βόλτα με βάρκα: Κάνω/πηγαίνω ~. Βλ. -άδα. | |
| 8707 | βαρκάρης | βαρ-κά-ρης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. βαρκάρισσα}: ιδιοκτήτης ή/και οδηγός βάρκας. Πβ. λεμβούχος. Βλ. γονδολιέρης, καραβοκύρης. [< μεσν. βαρκάρης] | |
| 8708 | βαρκαρόλα | βαρ-κα-ρό-λα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. τραγούδι των βαρκάρηδων (κυρ. παλαιότ. στα Επτάνησα) ή των γονδολιέρηδων· συνεκδ. η αντίστοιχη μουσική σύνθεση ή πολιτιστική εκδήλωση. Βλ. καντάδα. [< βεν. barcarola] | |
| 8709 | βαροβαθμίδα | βα-ρο-βαθ-μί-δα ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. η μεταβολή της ατμοσφαιρικής πίεσης στη μονάδα της γεωγραφικής απόστασης: δύναμη ~ας (: που ασκείται σε μια αέρια μάζα εξαιτίας των διαφορετικών πιέσεων που υπάρχουν σε αυτή). | |
| 8710 | βαρομετρικός | , ή, ό βα-ρο-με-τρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. -ΜΕΤΕΩΡ. που σχετίζεται με το βαρόμετρο ή συνήθ. με τη βαρομετρική πίεση: ~ός: χάρτης. ~ό: αλτίμετρο/υψόμετρο. ● ΣΥΜΠΛ.: βαρομετρική πίεση: ατμοσφαιρική πίεση., υψηλό βαρομετρικό (ενν. πεδίο/σύστημα) & (προφ.) υψηλό (σύμβ. Υ): αντικυκλώνας., χαμηλό βαρομετρικό & (προφ.) χαμηλό 1. (ενν. σύστημα/πεδίο, σύμβ. Χ) κυκλώνας. 2. (μτφ.) κάμψη, πτώση, ύφεση: ~ ~ στις σχέσεις των δύο χωρών (: ψυχρότητα)/στην τσέπη μας (: ένδεια)/στο χρηματιστήριο. [< γαλλ. barométrique, αγγλ. barometric] | |
| 8711 | βαρόμετρο | βα-ρό-με-τρο ουσ. (ουδ.) 1. ΦΥΣ. όργανο μέτρησης της ατμοσφαιρικής πίεσης: μεταλλικό/υδραργυρικό ~. ~-θερμόμετρο-υγρόμετρο. (σε σκάφος:) Πυξίδα και ~. Βλ. -μετρο. 2. (μτφ.) καθετί που παρέχει ενδείξεις για τη μεταβολή μιας κατάστασης· δείκτης μιας πορείας: Δημοσκόπηση που αποτελεί ~ για τις πολιτικές εξελίξεις. Τι δείχνει το εκλογικό/οικονομικό ~; Βλ. ευρω~, τηλε~.|| Παίκτης-~ για την ομάδα του (: από τον οποίο εξαρτάται η απόδοσή της). [< γαλλ. baromètre, αγγλ. barometer] | |
| 8712 | βαρονία | βα-ρο-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) κυριαρχία παλαίμαχων και ισχυρών παραγόντων, στελεχών σε κάποιον χώρο. 2. ΙΣΤ. ο τίτλος ευγενείας του βαρόνου· συνεκδ. η περιοχή δικαιοδοσίας του. [< γαλλ. baronnie] | |
| 8713 | βαρόνος | βα-ρό-νος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) χαρακτηρισμός ισχυρού άνδρα, συνήθ. μεγάλης ηλικίας, που ασκεί επιρροή στον χώρο του ή ελέγχει κάποιον τομέα: ~οι της διαπλοκής/κόκας. Οι ~οι ενός κόμματος. 2. ΙΣΤ. {θηλ. βαρόνη, σπάν. βαρονέσα} τίτλος ευγενείας στη Δυτική Ευρώπη, κατώτερος του κόμη. [< γαλλ. baron – παλαιότ. ορθογρ. βαρώνος] | |
| 8714 | βάρος | βά-ρος ουσ. (ουδ.) {βάρ-ους | -η, -ών} 1. ΦΥΣ. βαρυτική δύναμη με την οποία ένα σώμα έλκεται από τη Γη· κυρ. κατ' επέκτ. το μέτρο αυτής της δύναμης, το πόσο ζυγίζει ένα σώμα σύμφωνα με αναγνωρισμένη μονάδα μέτρησης: το ~ της ατμόσφαιρας (= πίεση). Σώμα μικρού (= ελαφρύ)/μεγάλου (= βαρύ) ~ους. Συνολικό ~ ενός αντικειμένου σε γραμμάρια/κιλά. Το ~ μιας αποσκευής. Μονάδα ~ους. Υπολογισμός του ~ους κατά προσέγγιση. Φορτηγά με μέγιστο επιτρεπόμενο ~ μέχρι ... τόνους. Βλ. αντίβαρο, μάζα, όγκος.|| (για πρόσ.) Ιδανικό/περιττό σωματικό ~. Αύξηση/έλεγχος/μείωση/μέτρηση του ~ους. Δίαιτα για απώλεια/χάσιμο ~ους. Έχει κανονικό/σταθερό/φυσιολογικό ~. Χαμηλό/μικρό ~ γέννησης. Χάνω ~ (= αδυνατίζω). Διατηρώ/ελέγχω/προσέχω/ρυθμίζω το ~ μου. 2. (μτφ.) αίσθημα σωματικής ή ψυχολογικής πίεσης: Νιώθω ένα ~ στο κεφάλι/στην κοιλιά/στο στομάχι (πβ. δυσφορία, ενόχληση). Έχω ένα ~ στην καρδιά/στην ψυχή μου (πβ. πλάκωμα). Το έχω ~ στη συνείδησή μου (πβ. τύψεις). Ασήκωτο το ~ των υποχρεώσεων. Είναι μεγάλο ~ να ... Σε μένα έπεσε το ~ (= η ευθύνη). Έδιωξα το/μου έφυγε ένα ~ από πάνω μου (= απαλλάχτηκα, ανακουφίστηκα, λυτρώθηκα)! Το ~ της ηλικίας/των χρόνων. 3. κάθε υλικό σώμα που ζυγίζει πολύ: Δεν μπορώ να κουβαλήσω/μεταφέρω/σηκώσω μόνος μου τόσο ~. Πβ. φορτίο.|| Το ράφι θα σπάσει από το ~. 4. βαρύτητα, σημασία: Το ~ της παρουσίας κάποιου. Το ~ της λέξης. Η γνώμη/ο λόγος του έχει ~ (= κύρος). Συντελεστής ~ους της εξέτασης/της εργασίας. ● βάρη (τα) 1. ΑΘΛ. όργανο γυμναστικής που αποτελείται από μεταλλικούς δίσκους ποικίλης μάζας, προσαρμοσμένους στις άκρες μεταλλικής ράβδου: ασκήσεις/γυμναστική/προπόνηση με ~. Κάνω/σηκώνω ~. Πβ. αλτήρες, βαράκια. 2. (μτφ.) (οικονομικές) ευθύνες, υποχρεώσεις και η ψυχολογική πίεση που συνεπάγονται: δημόσια/φορολογικά ~ για τους πολίτες. 3. βαρίδια: (στην κατάδυση:) ~ πόντισης. Γιλέκο ~ών. 4. σταθμά, ζύγια: πρότυπα ~. ~ για ζυγαριά. Πβ. αντίβαρο. ● ΣΥΜΠΛ.: ελαφρών/μεσαίων (/μέσων)/βαρέων βαρών: ΑΘΛ. για την κατηγοριοποίηση κυρ. αθλητών ανάλογα με τα κιλά τους: Χρυσό μετάλλιο στην πυγμαχία, στην κατηγορία ~ ~. Αρσιβαρίστες βαρέων βαρών. Διπλό σκιφ ελαφρών βαρών ανδρών/γυναικών.|| Τετράκωπος ελαφρών βαρών.|| (μτφ.-ειρων.) Διανοούμενοι "ελαφρών βαρών". Πρόστιμο "βαρέων βαρών" (= καμπάνα)., (όλο) το βάρος της ευθύνης βλ. ευθύνη, άρση βαρών βλ. άρση, ατομικό βάρος βλ. ατομικός, ειδικό βάρος βλ. ειδικός, ιδανικό βάρος βλ. ιδανικός, ισοδύναμο βάρος βλ. ισοδύναμος, καθαρό βάρος βλ. καθαρός, κέντρο βάρους βλ. κέντρο, μικτό/ακαθάριστο βάρος βλ. μικτός, μοριακό βάρος βλ. μοριακός, νεκρό βάρος βλ. νεκρός, οικογενειακά βάρη βλ. οικογενειακός, το βάρος (της) απόδειξης βλ. απόδειξη, τυπικό βάρος βλ. τυπικός, ωφέλιμο φορτίο/βάρος βλ. ωφέλιμος ● ΦΡ.: αλλήλων τα βάρη βαστάζετε: (αρχαιοπρ.) προτροπή για αλληλοβοήθεια, συμπαράσταση και αλληλεγγύη: Για την πρόοδο της επιχείρησης απαιτείται σύμπραξη· ~ ~!, γίνομαι/είμαι βάρος/φόρτωμα (σε κάποιον) (προφ.): προκαλώ ενόχληση, ταλαιπωρία ή οικονομική επιβάρυνση: Δεν θέλω να σου ~ ~., δίνω/ρίχνω (ιδιαίτερο/μεγάλο/όλο μου το/πολύ) βάρος (σε κάτι): επικεντρώνω το ενδιαφέρον ή την προσοχή μου (αποκλειστικά) σε κάτι: ~ ~ στη δουλειά/στην οικογένεια., σε βάρος (κάποιου) & (λόγ.) εις βάρος: εναντίον κάποιου ή προς βλάβη, ζημία του: Ασκήθηκε (ποινική) δίωξη/εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης εις ~ του.|| Ζει ~ ~ των άλλων (πβ. παράσιτο). Αισχροκέρδεια ~ ~ των καταναλωτών. Η καταστροφή του περιβάλλοντος αποβαίνει ~ ~ της ανθρωπότητας., υπό το βάρος (λόγ.) & κάτω από το βάρος: υπό την (ψυχολογική) πίεση: Γονάτισε/λύγισε ~ ~ των προβλημάτων/των χρεών.|| (κυριολ.) Οι ράμπες υποχώρησαν ~ ~ του οχήματος., βάζω/παίρνω κιλά/βάρος βλ. παίρνω, ο χρόνος δουλεύει/εργάζεται για/υπέρ/σε βάρος μας βλ. χρόνος [< αρχ. βάρος, γαλλ. poids, αγγλ. weight] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ