| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8715 | βαρότραυμα | βα-ρό-τραυ-μα ουσ. (ουδ.) & βαροτραύμα: ΙΑΤΡ. βλάβη που προκαλείται σε όργανο του σώματος (κυρ. στα αυτιά, τους παραρρίνιους κόλπους, τους πνεύμονες), λόγω απότομης αλλαγής της ατμοσφαιρικής πίεσης: ~ ανόδου/καθόδου (αεροπλάνου ή δύτη). Βλ. νόσος (της) αποσυμπίεσης, πνευμοθώρακας. [< αγγλ. barotrauma, 1937] | |
| 8716 | βαρούλκο | [βαροῦλκο] βα-ρούλ-κο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός ανύψωσης και μεταφοράς βαριών αντικειμένων, που λειτουργεί με τροχαλίες και συρματόσχοινα: ηλεκτροκίνητο/χειροκίνητο ~. ~ άγκυρας. Πβ. εργάτης. Βλ. γερανός. ΣΥΝ. βίντσι [< μτγν. βαρουλκόν < βαρουλκός (μηχανή) ‘ανυψωτήρας’] | |
| 8717 | βαρυ-/βαρύ- & βαρ-/βάρ- & βαριο-/βαριό- | & (λαϊκό) βαρι- α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται 1. (μτφ.) στη σοβαρότητα μιας κατάστασης: βαρυ-ποινίτης/~σήμαντος. Βαρύ-γδουπος. 2. (μτφ.-επιτατ.) στην ένταση, τη δυσκολία, τη δυσάρεστη διάθεση: βαρυ-χειμωνιά.|| Bαρι-ακούω/~ανασαίνω (βλ. κοντο1-)/~αναστενάζω.|| Bαρυ-καρδίζω (πβ. κακο-).|| Bαρύθυμος (πβ. δυσ-). | |
| 8718 | βαρύγδουπος | , η, ο βα-ρύ-γδου-πος επίθ. (λόγ.): που προκαλεί αίσθηση, χωρίς να έχει ουσιαστικό περιεχόμενο· μεγαλοπρεπής, υπερβολικός, για λόγους επίδειξης, εντυπωσιασμού ή/και παραπλάνησης: ~ος: τίτλος. ~η: ανακοίνωση (ΑΝΤ. λιτή, περιεκτική). ~ο: ύφος. ~ες: εκφράσεις/εξαγγελίες/λέξεις/υποσχέσεις. ~α: λόγια (: μπαρούφες, φανφάρες, φληναφήματα). Πβ. ηχηρός, μεγαλόστομος. ● ΣΥΜΠΛ.: βαρύγδουπες δηλώσεις: πομπώδεις, βαρυσήμαντες δηλώσεις, συνήθ. χωρίς να μετουσιώνονται σε πράξεις. [< αρχ. βαρύγδουπος ‘βροντώδης’] | |
| 8719 | βαρυγκομώ | [βαρυγκομῶ] βα-ρυ-γκο-μώ ρ. (αμτβ.) {βαρυγκομάς ... | βαρυγκόμ-ησα, -ώντας} & βαρυγκομάω (λαϊκό): βογκώ, στενάζω και κατ' επέκτ. δυσανασχετώ, δυσφορώ. Πβ. ξεφυσώ. [< μεσν. βαρυγνωμώ – παλαιότ. ορθογρ. βαρυγγωμώ] | |
| 8720 | βαρύγλυκος | βα-ρύ-γλυ-κος επίθ./ουσ. & βαρύ γλυκός (λαϊκό, για τον ελλην. καφέ): που περιέχει μεγάλη ποσότητα καφέ και ζάχαρης και καϊμάκι. Βλ. καϊμακλής. | |
| 8721 | βαρυθυμία | βα-ρυ-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (λαϊκό) βαρυθυμιά: δυσθυμία. Βλ. κυκλοθυμία. [< αρχ. βαρυθυμία] | |
| 8722 | βαρύθυμος | , η, ο βα-ρύ-θυ-μος επίθ. (λόγ.): δύσθυμος. ● επίρρ.: βαρύθυμα [< αρχ. βαρύθυμος ‘θλιμμένος’] | |
| 8723 | βαρύκεντρο | βα-ρύ-κε-ντρο ουσ. (ουδ.): κέντρο βάρους ή μάζας ενός σώματος: (ΓΕΩΜ.) το ~ του τριγώνου (: το σημείο τομής των διαμέσων του). Βλ. έκ-, μετά-, ορθό-, παρά-, περί-κεντρο. [< γαλλ. barycentre, αγγλ. barycenter] | |
| 8724 | βαρύμαγκας | βα-ρύ-μα-γκας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-ειρων.): σκληρός και ζόρικος άνδρας. Πβ. νταής. Βλ. ψευτόμαγκας. | |
| 8725 | βαρύνει | βα-ρύ-νει ρ. (μτβ.) {μτχ. ενεστ. βαρύν-ων, -ουσα, -ον | -εται, (λογιότ.) βεβαρυμένος} (λόγ.): βαραίνει (κυρ. σημ. 2 κ. 3): Η εταιρεία ~εται με (= αναλαμβάνει, υποχρεώνεται να πληρώσει) τα έξοδα αποστολής.|| Δήλωσε ένοχος για τις κατηγορίες που τον ~ουν. Πβ. επιβαρύνω. [< αρχ. βαρύνω] | |
| 8726 | βαρύνων | , ουσα, ον βα-ρύ-νων επίθ. {βαρύν-οντος (θηλ. -ουσας), -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): μεγάλης βαρύτητας· σημαντικός, σπουδαίος: Διαδραματίζει/παίζει ~οντα ρόλο (= σημαίνοντα) στις εξελίξεις. Η άποψή του είναι ~ουσα. Έχει ~ουσα γνώμη. (ΟΙΚΟΝ.) Η μη καταβολή των ~ουσών εισφορών. ● ΣΥΜΠΛ.: βαρύνουσα σημασία: πολύ μεγάλη, καθοριστική σημασία: Αποφάσεις με ~ ~ (για ...). Ζήτημα ~ας ~ας. Δίνω ~ ~ (σε κάτι). [< αρχ. βαρύνων, γαλλ. pesant] | |
| 8727 | βαρυονικός | , ή, ό βα-ρυ-ο-νι-κός επίθ.: ΦΥΣ. ΠΥΡ. που σχετίζεται με τα βαρυόνια: ~ός: αριθμός. [< αγγλ. baryonic, 1959] | |
| 8728 | βαρυόνιο | βα-ρυ-ό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΦΥΣ. ΠΥΡ. αδρόνιο που αποτελείται από τρία κουάρκ: Τα πρωτόνια και τα νετρόνια είναι ~α. Βλ. μεσόνιο, φερμιόνιο. [< αγγλ. baryon, 1953, γαλλ. ~, περ. 1959] | |
| 8729 | βαρυποινίτης | βα-ρυ-ποι-νί-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. βαρυποινίτισσα}: που εκτίει ποινή πολυετούς ή ισόβιας κάθειρξης. Πβ. ισοβίτης. Βλ. -ίτης1. ΑΝΤ. ελαφροποινίτης | |
| 8730 | βαρύς | , ιά, ύ βα-ρύς επίθ. {(λόγ. θηλ.) βαρεία | βαρ-έος (σπάν. -ιού) | -είς (σπάν. -ιοί), -ιά (λόγ.) -έα, -έων (σπανιότ. -ιών), θηλ. -ειών | βαρύτ-ερος, -ατος} ΑΝΤ. ελαφρύς 1. που έχει μεγάλο σχετικά βάρος, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο για κάποιον να τον σηκώσει, να τον μετακινήσει ή να τον μεταφέρει: ~ύς: οπλισμός/σάκος. ~ιά: βαλίτσα/πόρτα. ~ύ: όχημα (: μπουλντόζα, τρακτέρ, φορτηγό)/σώμα/φορτίο. ~ιά: μηχανήματα. Μεταλλικές κατασκευές ~έος τύπου. (ΣΤΡΑΤ.) ~έα άρματα μάχης.|| (για πρόσ.) ~ και δυσκίνητος (πβ. παχύς, χοντρός). Αργός και ~ παίκτης. 2. (μτφ.) που δημιουργεί την εντύπωση ή την αίσθηση του βάρους, της δυσκολίας ή της έντασης: ~ιά: διακόσμηση (= βαρυφορτωμένη. ΑΝΤ. λιτή, μινιμαλιστική). ~ιά: έπιπλα (βλ. μπαρόκ)/κοσμήματα (= βαρύτιμα). ~ύ και επιβλητικό νεοκλασικό κτίριο (= ογκώδες). Νιώθω τα βλέφαρά μου ~ιά (: από τη νύστα)/τα πόδια μου ~ιά (: από την κούραση)/το στομάχι μου ~ύ (: από το πολύ ή δυσκολοχώνευτο φαγητό).|| ~ύ: βήμα/περπάτημα. ~ιά: αθλήματα (π.χ. πάλη, άρση βαρών). Εργαλεία ~ιάς χρήσης.|| ~ύς: αναστεναγμός/ύπνος (= βαθύς). ~ύ: ζεϊμπέκικο. ~ιά: λαϊκά (βλ. ελαφρολαϊκά). 3. (μτφ.) που προκαλεί σωματική, πνευματική ή ψυχολογική πίεση και γι' αυτό δύσκολα μπορεί κανείς να τον υποφέρει, αντέξει, αναλάβει ή αποδεχτεί: ~ιά: αναπηρία/αρρώστια/γρίπη/νοητική (καθ)υστέρηση. ~ύ: χτύπημα (= βίαιο, δυνατό). ~ιές: δουλειές (πβ. κοπιαστικός). ~ιά: κατάγματα. ~ατος: τραυματισμός.|| ~ύς: καημός. ~ιά: διάθεση/ευθύνη/ήττα/θλίψη/ιστορία/καταδίκη/μελαγχολία (= βαθιά)/μοίρα/ποινή/τιμωρία/φιλοσοφία (= δυσνόητη)/φορολογία. ~ύ: βιβλίο (= βαθυστόχαστο)/κατηγορητήριο/κόστος/όνομα/πένθος/πλήγμα/πρόστιμο/ύφος (= αυστηρό). ~είς: όροι (συνθήκης). Έπεσε ~ιά σιωπή/~ύ σκοτάδι. Έδωσε όρκο ~ύ. ~ατο: έργο/καθήκον/χρέος. Το τίμημα που πλήρωσε ήταν ~ύ. ~ φόρος αίματος στην άσφαλτο. Πβ. δυσβάσταχτος, επαχθής.|| ~ιά: αμέλεια. ~ιές: υπόνοιες. ~ατο: παράπτωμα/σφάλμα. Πβ. σημαντικός, σοβαρός. 4. χοντρός στην πλέξη του και κατ' επέκτ. ζεστός: ~ιά: ρούχα (για το χειμώνα).|| ~ιές: κουβέρτες/κουρτίνες. ~ιά: υφάσματα. ΑΝΤ. λεπτός (1) 5. πυκνός, περιεκτικός ως προς τα συστατικά του: ~ύ: τσάι (ΑΝΤ. αραιό)/τσιγάρο (ΣΥΝ. σέρτικο). ~ιά: έλαια/λίπη (: πλούσια σε πολυακόρεστα)/ποτά (: με υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ)/φάρμακα. Καφές ~ γλυκός (= βαρύγλυκος, βλ. χαρμάνι). Πβ. δυνατός.|| ~ιά: μέταλλα/στοιχεία. Σώμα ~ερο από τον αέρα.|| ~ιά: μυρωδιά. ~ύ: άρωμα. Πβ. έντονος.|| ~ύ γήπεδο λόγω βροχής (: βρεγμένο).|| (για πρόσ.) ~είς: καπνιστές (= μανιώδεις). 6. (μτφ.) προσβλητικός: Αντάλλαξαν ~είς χαρακτηρισμούς/~ιές κουβέντες/~ιά λόγια (π.χ. βρισιές, αλληλοκατηγορίες). 7. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από πολύ έντονα, άσχημα καιρικά φαινόμενα: ~ύς: χειμώνας (= δριμύς). ~ιά: κακοκαιρία. ~ύ: κρύο (= τσουχτερό).|| ~ιά σύννεφα σκεπάζουν τον ουρανό. 8. δύσπεπτος: ~ιά: κουζίνα (: με κρεατικά, τηγανητά, σάλτσες και μπαχαρικά). ~ύ: γεύμα. ~ιές: τροφές. Το φαγητό μου έπεσε ~ύ (στο στομάχι). ΑΝΤ. εύπεπτος (1) 9. χαμηλού τονικού ύψους, βαθύς, μπάσος: ~ιά: (ανδρική) φωνή (ΑΝΤ. λεπτή). (στη βυζαντινή μουσική:) Ήχος ~. ΑΝΤ. οξύς.|| ~ιά προφορά (: έντονα ιδιωματική).|| ~ιά (= δυνατά) χτυπήματα στην πόρτα. 10. σκυθρωπός, ψυχρός, λιγομίλητος: Ο άνδρας ο πολλά ~. Πβ. μάγκας. ● επίρρ.: βαριά: Πατάει/περπατάει ~. Η πόρτα έκλεισε ~ πίσω του (: με δύναμη).|| ~ άρρωστος/τραυματισμένος (= σοβαρά). Πβ. βαρέως.|| Κοιμάται ~ (= βαθιά).|| Φάγαμε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: βαριά ατμόσφαιρα 1. (μτφ.) αρνητικά φορτισμένη: Μέσα σε ~ ~ πόνου και θλίψης έγινε η κηδεία του ... 2. αποπνικτική: ζέστη/υγρασία και ~ ~., βαριά σκιά & (σπάν.) βαρύς ίσκιος (μτφ.) 1. άσχημη κατάσταση με αρνητικές συνέπειες: ~ ~ στις διεθνείς αγορές εξαιτίας του πόλεμου. 2. η επιβλητική παρουσία μιας προσωπικότητας, που δημιούργησε σημαντικό έργο όσο ζούσε: Πέφτει βαριά η σκιά του ..., βαριάς μορφής & (λόγ.) βαρείας μορφής: για πολύ σοβαρή παθολογική κατάσταση: ~ ~ εγκαύματα/κατάθλιψη (ΑΝΤ. ήπιας μορφής)., βαρύ κλίμα (μτφ.): ατμόσφαιρα έντασης ή μεγάλης θλίψης: Η συνεδρίαση έγινε (μέσα) σε ~ ~ εξαιτίας ..., βαρύ/γερό/δυνατό/μεγάλο χαρτί 1. (μτφ.) ατού, όπλο, πλεονέκτημα: Ο διεθνής επιθετικός αποτελεί το ~ ~ της ομάδας. 2. ΟΙΚΟΝ. {συνήθ. στον πληθ.} προνομιακή μετοχή, που η αγορά της, αν και ακριβή, χαρακτηρίζεται συνήθ. από χαμηλό ρίσκο: Τα δυνατά χαρτιά του Χρηματιστηρίου. Πβ. μπλου τσιπς., βαρέα και ανθυγιεινά (επαγγέλματα) βλ. ανθυγιεινός, βαρέα/βαριά όπλα βλ. όπλο, βαριά βιομηχανία βλ. βιομηχανία, βαριά κληρονομιά βλ. κληρονομιά, βαρύ κεφάλι βλ. κεφάλι, βαρύ κλάσμα βλ. κλάσμα, βαρύ πεπόνι βλ. πεπόνι, βαρύ πετρέλαιο βλ. πετρέλαιο, βαρύ πυροβολικό βλ. πυροβολικό, βαρύ υδρογόνο βλ. υδρογόνο, βαρύ ύδωρ βλ. ύδωρ, ελαφρών/μεσαίων (/μέσων)/βαρέων βαρών βλ. βάρος ● ΦΡ.: βαρύς κι ασήκωτος 1. (για άνδρα) πολύ σοβαρός, λιγομίλητος ή στενοχωρημένος, ενοχλημένος: μάγκας ~ ~. Το παίζει ~ ~.|| Έχει ύφος βαρύ κι ασήκωτο. 2. επιτατικά: πόνος ~ ~. Φορτίο/χρέος ~ύ κι ~ο., κάνει τον βαρύ: με τη συμπεριφορά του δείχνει ότι είναι δυσαρεστημένος, ενοχλημένος, θιγμένος., το πήρε βαριά: στενοχωρήθηκε πολύ. ΣΥΝ. το πήρε κατάκαρδα, φέρω (κάτι) βαρέως ΑΝΤ. το πήρε ελαφριά, (είναι) βαριά η καλογερική βλ. καλογερική, (έχει) βαρύ χέρι βλ. χέρι, βαρύς ο πέλεκυς βλ. πέλεκυς, με βαριά/κρύα/μισή καρδιά βλ. καρδιά [< αρχ. βαρύς, γαλλ. lourd, grave, pesant, αγγλ. heavy] | |
| 8731 | βαρυσήμαντος | , η, ο βα-ρυ-σή-μα-ντος επίθ.: που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, σπουδαιότητα: ~ος: λόγος. ~η: ανακοίνωση/απόφαση. ~ο: άρθρο/μήνυμα. ~ες: δηλώσεις. Πβ. πολυσήμαντος. [< γερμ. schwerwiegend] | |
| 8732 | βαρυστομαχιά | βα-ρυ-στο-μα-χιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) & (σπάν.) βαρυστομάχιασμα: το αποτέλεσμα του βαρυστομαχιάζω. Πβ. φούσκωμα. | |
| 8733 | βαρυστομαχιάζω | βα-ρυ-στο-μα-χιά-ζω ρ. (αμτβ.) {βαρυστομάχια-σα} (λαϊκό): νιώθω δυσφορία (βάρος) στο στομάχι, εξαιτίας κατανάλωσης πολλής ή/και δύσπεπτης τροφής. Πβ. φουσκώνω. | |
| 8734 | βαρύτητα | βα-ρύ-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. η ελκτική δύναμη που αναπτύσσεται μεταξύ των σωμάτων: η γήινη ~. Επιτάχυνση/κέντρο (= βαρύκεντρο) της ~ας. Ο νόμος της ~ας. Βλ. αντι~, μικρο~.|| Θαλάσσια κύματα ~ας (= τσουνάμι). 2. (μτφ.) σημασία, σπουδαιότητα: η ~ των εξελίξεων/μιας κατάστασης (= κρισιμότητα, σοβαρότητα). Λόγια με ~ (= βάρος, κύρος). Τα επιχειρήματά του δεν έχουν καμία ~ (= αξία). Δίνεται ~ στην ποιότητα των δραστηριοτήτων. Πβ. βαρύνουσα σημασία.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) Μαθήματα αυξημένης/με συντελεστή ~ας. Βλ. -ύτητα. ● ΣΥΜΠΛ.: έλλειψη βαρύτητας: ΦΥΣ. εκμηδένιση της βαρύτητας και των επιδράσεών της (στο Διάστημα): εκπαίδευση σε συνθήκες ~ης ~. (σε διαστημόπλοιο) Οι αστροναύτες αιωρούνται λόγω ~ης ~. ● ΦΡ.: δίνω βαρύτητα (σε κάτι) (μτφ.): δίνω σημασία, προσοχή: ~ ~ στη γνώμη/στην κριτική του. Δώσε ιδιαίτερη ~ στα εξής σημεία: ... Ειδική ~ δόθηκε στο θέμα του ... [< αρχ. βαρύτης, γαλλ. gravité, αγγλ. gravity] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ