| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8735 | βαρυτικός | , ή, ό βα-ρυ-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που οφείλεται ή αναφέρεται στη βαρύτητα: ~ή: αλληλεπίδραση/δύναμη/έλξη/ενέργεια. Η ~ή θεωρία. Το ~ό πεδίο της Γης. Βλ. αντι~. ● ΣΥΜΠΛ.: βαρυτικά κύματα: ταλαντώσεις που δημιουργούνται στον χωροχρόνο από διάφορα κοσμικά γεγονότα (μαύρες τρύπες, σύγκρουση γαλαξιών) και διαδίδονται με την ταχύτητα του φωτός. [< αγγλ. ravitational waves, 1906], βαρυτικός φακός βλ. φακός [< γερμ. Gravitations-, γαλλ. gravitationel, 1912] | |
| 8736 | βαρύτιμος | , η, ο βα-ρύ-τι-μος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που έχει μεγάλη αξία, πολύτιμος: ~α: άμφια/κοσμήματα. [< μτγν. βαρύτιμος] | |
| 8737 | βαρυτομετρικός | , ή, ό βα-ρυ-το-με-τρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που αναφέρεται σε μετρήσεις της βαρυτικής δύναμης: ~ή: ανάλυση. [< αγγλ. gravimetric, γαλλ. gravimétrique] | |
| 8738 | βαρύτονος | , η, ο βα-ρύ-το-νος επίθ. 1. ΜΟΥΣ. που παράγει χαμηλούς ήχους: ~η: φωνή.|| ~ο: σαξόφωνο. ΑΝΤ. οξύτονος (2) 2. ΓΡΑΜΜ. (παρωχ.) που τονίζεται στην παραλήγουσα ή την προπαραλήγουσα. Βλ. συνηρημένος. ● Ουσ.: βαρύτονο (το): ΜΟΥΣ. μπάσο έγχορδο όργανο του 18ου αι., του οποίου οι χορδές πάλλονταν με δοξάρι., βαρύτονος (ο): ΜΟΥΣ. τραγουδιστής της λυρικής σκηνής με φωνή μεταξύ τενόρου και βαθύφωνου. [< ιταλ. baritono] [< 1: αρχ. βαρύτονος 2: μτγν. ~] | |
| 8739 | βαρυφορτωμένος | , η, ο βα-ρυ-φορ-τω-μέ-νος επίθ. (προφ.): φορτωμένος με πολλά πράγματα: ~α: ράφια. (για πρόσ.) Ανέβαινε ~ τις σκάλες.|| (μτφ.) ~ο: δωμάτιο (ΑΝΤ. λιτό)/πρόγραμμα (= επιβαρυμένο). | |
| 8740 | βαρυχειμωνιά | βα-ρυ-χει-μω-νιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) βαρυχείμωνο (το): σφοδρή κακοκαιρία κατά τη διάρκεια του χειμώνα. [< μεσν. βαρυχειμωνία] | |
| 8741 | βαρώ | [βαρῶ] βα-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βαρ-άς ..., -ώντας | βάρε-σα, -μένος} & βαράω (προφ.) 1. χτυπώ με δύναμη: ~ούσε την πόρτα (= κοπανούσε). ~σε το χέρι του στο τραπέζι θυμωμένος (= βρόντηξε).|| (μτφ.) Με ~σε ο ήλιος/το κρασί (= με ζάλισε). 2. κάνω κάτι να ηχήσει έντονα και συνήθ. ενοχλητικά: ~ούσε το ντέφι/τα τύμπανα. Πβ. παίζω. 3. δέρνω, ξυλοκοπώ: Τον ~σε.|| (μτφ.) Καλά ντε, μη ~άς, δεν είπαμε και τίποτα (: μην εκνευρίζεσαι, μη θυμώνεις)! 4. πυροβολώ: Του ~σε μια πιστολιά/τουφεκιά (= του έριξε)! ● βαρά & βαράει: ηχεί, κουδουνίζει, κάνει θόρυβο: ~ το τηλέφωνο. ~σε η καμπάνα/η σειρήνα/ο συναγερμός. Το κουδούνι ~σε (για) διάλειμμα/σχόλασμα. ● ΦΡ.: μου τη βαράει (αργκό): εκνευρίζομαι πολύ, αγανακτώ και αντιδρώ έντονα, χωρίς να σκεφτώ: Πρόσεχε, γιατί θα μου τη ~σει (άσχημα) και θα σε παρατήσω! Πβ. μου τη βιδώνει.|| Μου την έχει ~σει ο τρόπος της (= με ενοχλεί)!|| Του τη ~σε και σηκώθηκε κι έφυγε. Βλ. μου καπνίζει. ΣΥΝ. μου τη δίνει/μου τη σπάει, τι ρόλο/τι βιολί βαράει/παίζει; (για πρόσ. ή σπανιότ. για πράγμα): περί τίνος πρόκειται;: ~ ~ ο νέος σου γείτονας (= τι άνθρωπος/χαρακτήρας είναι); ~ ~ βαράνε αυτά τα κουμπιά πάνω στη συσκευή (= σε τι χρησιμεύουν);, βαράει διάλυση βλ. διάλυση, βαράει προσοχή/προσοχές βλ. προσοχή, βαράει/ρίχνει/σκάει κανόνι βλ. κανόνι, βαράτε βιολιτζήδες βλ. βιολιτζής, βαράω/κυνηγάω/σκοτώνω μύγες βλ. μύγα, βαράω/χτυπάω ενέσεις βλ. ένεση, βαράω/χτυπάω μπιέλα/μπιέλες βλ. μπιέλα, βαράω/χτυπάω το κεφάλι μου (στον τοίχο) βλ. κεφάλι, βγάλε τη σκούφια σου και βάρα με βλ. σκούφια, τραβάτε/βαράτε με κι ας κλαίω βλ. κλαίω, χτυπάει/βαράει (κάποιον) στο κεφάλι βλ. κεφάλι, χτυπώ/βαρώ/ρίχνω/πυροβολώ στο ψαχνό βλ. ψαχνό ● βλ. βαρεμένος [< μεσν. βαρώ] | |
| 8742 | βασάλτης | βα-σάλ-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. πολύ σκληρό, σκουρόχρωμο και υαλώδες ηφαιστειογενές πέτρωμα: μαύρος ~. Βλ. γάββρος, γρανίτης. [< γαλλ. basalte] | |
| 8743 | βασαλτικός | βα-σαλ-τι-κός επίθ.: ΟΡΥΚΤ. που σχηματίζεται από βασάλτη: ~ά: μάγματα/πετρώματα. Βλ. γρανιτικός. [< γαλλ. basaltique] | |
| 8744 | βασανίζω | βα-σα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {βασάνι-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, βασανίζ-οντας, -όμενος, βασανι-σμένος} 1. κάνω σε κάποιον βασανιστήρια: Τον ~σαν ανελέητα/απάνθρωπα/φρικτά, για να να ομολογήσει. ~στηκε στα κρατητήρια. ~σμένα: ζώα/κορμιά. Πβ. κακοποιώ. 2. (μτφ.) υποβάλλω κάποιον σε ψυχική ή σωματική δοκιμασία· ταλαιπωρώ, παιδεύω: Το θέμα που με ~ει είναι ... Πες μου τι σε ~ει (= απασχολεί). Τον ~ει το άγχος/η ιδέα ότι .../~ουν οι έγνοιες/οι σκέψεις. Μίλα μου και μη με ~εις άλλο (: μη με κρατάς σε αγωνία)! ~εται από αναπάντητα ερωτήματα/τις τύψεις. ~στηκε στη ζωή του.|| Αρρώστια που ~ει (= μαστίζει) χιλιάδες ανθρώπους. ~όταν (= υπέφερε) από αφόρητους πόνους/αϋπνίες.|| ~σμένος: λαός/τόπος (βλ. πολυβασανισμένος). ~σμένη: ψυχή. ~σμένοι (και εξαθλιωμένοι) από τη φτώχεια και τους πολέμους. ΣΥΝ. κατατρύχει, τυραννώ (1) 3. (μτφ.-προφ.) εξετάζω εξαντλητικά: Μην το ~εις άδικα το θέμα/το πράγμα! Πβ. λεπτολογώ, (ξε)ψειρίζω. ● ΦΡ.: βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου: καταβάλλω έντονη διανοητική και ψυχική προσπάθεια: Το πρόβλημα είναι απλό, μη ~εις (άλλο) ~ σου. Πάψε να ~εις ~ σου με αυτές τις ανοησίες.|| Όσο και αν ~ το κεφάλι/το μυαλό μου, δεν μπορώ να θυμηθώ. [< αρχ. βασανίζω] | |
| 8745 | βασάνισμα | βα-σά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) δοκιμασία, παίδεμα, ταλαιπωρία: ~ του νου. 2. (μτφ.) εξονυχιστικός έλεγχος, λεπτομερής εξέταση. Πβ. βάσανος, κοσκίνισμα. 3. (σπάν.) βασανισμός. [< μεσν. βασάνισμα] | |
| 8746 | βασανισμός | βα-σα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βασανίζω: άγριος/απάνθρωπος ~. ~ αιχμαλώτων. Θύμα/σημάδια/σκηνές ~ού. ~οί (= βασανιστήρια) και ξυλοδαρμοί/ομαδικές εκτελέσεις. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. βασάνισμα (3) [< μτγν. βασανισμός] | |
| 8747 | βασανιστήριο | βα-σα-νι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. κάθε μέθοδος πρόκλησης σωματικού ή ψυχικού πόνου, με σκοπό την τιμωρία, τον εξαναγκασμό σε ομολογία, τον εκφοβισμό ή την ικανοποίηση σαδιστικών τάσεων: το ~ της απομόνωσης. Μεσαιωνικά ~α (βλ. Ιερά Εξέταση). ~α μέχρι θανάτου. Θύματα/όργανα ~ίων. Απαγόρευση των ~ίων. Υποβλήθηκε σε/υπέστη άγρια/απάνθρωπα/σκληρά/φρικτά ~α.|| ~α ζώων. 2. (μτφ.) δοκιμασία, ταλαιπωρία: Τι ~ κι αυτό, να ξυπνάς απ' τα χαράματα! Πβ. βάσανο, τυραννία.|| (ειρων.) Μου κάνει κινέζικα ~α (= με παιδεύει, με βασανίζει αφάνταστα). ● ΣΥΜΠΛ.: το μαρτύριο της σταγόνας βλ. σταγόνα [< 1: μτγν. βασανιστήρια 2: μεσν. βασανιστήριο] | |
| 8748 | βασανιστής | βα-σα-νι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. βασανίστρια}: πρόσωπο που υποβάλλει κάποιον σε βασανιστήρια: ~ές κρατουμένων. Βλ. δήµιος, ιεροεξεταστής.|| (μτφ.) Είναι σκέτος ~! Πβ. τύραννος. [< αρχ. βασανιστής] | |
| 8749 | βασανιστικός | , ή, ό βα-σα-νι-στι-κός επίθ. 1. που υποβάλλει κάποιον σε σωματική ή ψυχική δοκιμασία: ~ός: θάνατος (= μαρτυρικός)/πόνος.|| ~ή: αναμονή/διαδικασία/πείνα/σιωπή. ~ό: συναίσθημα. ~ές: σκέψεις. ~ά: διλήμματα/ερωτήματα. 2. (μτφ.) εξονυχιστικός, λεπτομερής: ~ός: έλεγχος. ● επίρρ.: βασανιστικά: Οι ώρες κυλούσαν αργά και ~ (: με αγωνία, ανυπομονησία). [< μτγν. βασανιστικός] | |
| 8750 | βάσανο | βά-σα-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άνου, συνήθ. στον πληθ.}: σωματική ή ψυχική δοκιμασία: Τα ~α της ζωής (= δεινά, έγνοιες, σκοτούρες). Δεν έχουν τελειωμό τα ~ά μου! Πέρασε μεγάλα/πολλά ~α (= κακουχίες, πίκρες, στενοχώριες).|| Το ~ της πείνας (= μαρτύριο). Είναι ~ να ... ΣΥΝ. ταλαιπωρία ● Υποκ.: βασανάκι (το) ● ΦΡ.: (μπήκε) από μικρός/νωρίς στα βάσανα: (ρίχτηκε) από πολύ νέος στη βιοπάλη., μετά (πολλών/μυρίων) κόπων και βασάνων βλ. κόπος [< μεσν. βάσανον] | |
| 8751 | βάσανος | βά-σα-νος ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): λεπτομερής, σχολαστικός έλεγχος: επιστημονική ~. Η ~ της αλήθειας. Πβ. βασάνισμα. [< αρχ. βάσανος] | |
| 8752 | βασεόφιλος | , ος/η, ο βα-σε-ό-φι-λος επίθ.: ΒΙΟΛ. που χρωματίζεται εύκολα με τις βασικές χρωστικές (έντονο ερυθρό-πορφυρό χρώμα): ~ο: κυτταρόπλασμα. ● Ουσ.: βασεόφιλα (τα): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. λευκοκύτταρα με μεγάλα βασεόφιλα κοκκία, τα οποία εκκρίνουν ισταμίνη και ηπαρίνη. Βλ. ηωσινό-, ουδετερό-φιλα, κοκκιοκύτταρα. [< γαλλ. basophile, 1905, αγγλ. basophil] | |
| 8753 | βάση | βά-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} 1. καθετί πάνω στο οποίο στέκεται, στηρίζεται, σταθεροποιείται ή στερεώνεται κάτι: αποσπώμενη/γυάλινη/ενσωματωμένη/μαρμάρινη/μεταλλική/ξύλινη ~. Η ~ του αγάλματος (πβ. βάθρο)/του κίονα (πβ. σπείρα, στυλοβάτης)/της κολόνας/του ναού (πβ. κρηπίδωμα)/του τηλεσκοπίου. ~ γραφείου (για οθόνη)/τοίχου (για τηλεόραση).|| Στη ~ του βουνού/του βράχου (= στους πρόποδες).|| ~ τάρτας (πβ. ζύμη).|| (ΑΝΑΤ.) Η ~ του δοντιού/του εγκεφάλου/της καρδιάς/του κρανίου (: το κατώτερο τμήμα).|| (ΓΕΩΜ.) Η ~ του κώνου/της πυραμίδας/του τραπεζίου/του τριγώνου. Βλ. πλευρά.|| (μτφ.) Στη ~ του βαθμολογικού πίνακα/της κατάταξης (: στην κατώτερη θέση). Βλ. ανά-, διά-, μετά-, παρά-βαση. ΑΝΤ. κορυφή (1) 2. (μτφ.) θεμελιώδης αρχή, στοιχείο, δεδομένο πάνω στο οποίο στηρίζεται μια πρόταση, μια θεωρία, μια κίνηση, ένα σύστημα: ~ αναφοράς/σύγκρισης. Η ~ ενός προβληματισμού/συλλογισμού (πβ. αφετηρία). Συνομιλίες σε κοινά αποδεκτή ~. Ισχυρισμός που δεν έχει λογική ~ (= αβάσιμος, αστήρικτος). Ανυπόστατη καταγγελία χωρίς ~ (πβ. έρεισμα, στήριγμα). Το επιχείρημα είναι σαθρό στη ~ του. Εξέταση του θέματος από/πάνω σε ηθική/θεωρητική/οικονομική/πολιτική ~ (= άποψη, πλευρά). Κοινή ~ συνεννόησης. Στρατηγική που χρησιμεύει ως ~ των μελλοντικών ενεργειών. Για την έρευνά μου έχω/λαμβάνω ως ~ τα εξής ... Το ζήτημα τέθηκε σε νέα ~/επί νέας ~ης. Το συστηματικό διάβασμα αποτελεί τη ~ της επιτυχίας. Διαρθρωτικές αλλαγές σε επίπεδο ~ης. Παροχή υπηρεσιών ευρείας ~ης (= μεγάλης γκάμας). Έβαλαν/έθεσαν τις ~εις για πολιτιστική ανάπτυξη. Οργάνωση της κοινωνίας πάνω σε γερές/σταθερές/στέρεες ~εις (= θεμέλια).|| Εταιρεία λαϊκής ~ης. 3. ο πιο χαμηλός βαθμός, για να θεωρηθεί επιτυχής μια εξέταση: Έγραψε ακριβώς τη ~ (π.χ. δέκα στο Γυμνάσιο και το Λύκειο, πέντε στο Πανεπιστήμιο)/κάτω από τη ~ (= κόπηκε)/πάνω από τη ~ (= πέρασε). Έπιασε/πήρε τη ~. 4. περιοχή ή χώρος με εγκαταστάσεις όπου οργανώνονται και πραγματοποιούνται διάφορες επιχειρήσεις: (ΣΤΡΑΤ.) αεροπορική/ναυτική ~. Μυστική ~. ~ ανεφοδιασμού (αεροσκαφών/πλοίων)/εκτόξευσης (πυραύλων)/υποβρυχίων. ~ του ΝΑΤΟ.|| Διαστημική ~. 5. έδρα ή τόπος διαμονής: η ~ μιας επιχείρησης. Γυρίζω/επιστρέφω στη ~ μου. Εγκαταλείπω τη/φεύγω από τη ~ μου. 6. ΠΟΛΙΤ. τα μέλη ή/και οι οπαδοί ενός κόμματος ή γενικότ. μιας οργάνωσης: η εκλογική/εργατική/κομματική ~. ΑΝΤ. ηγεσία (1), κορυφή (2) 7. κύριο, απαραίτητο συστατικό (μίγματος, προϊόντος): αρώματα με ~ τη λεβάντα. Κρέμα προσώπου με ~ φυτικά έλαια.|| Έβαψε τα δωμάτια σε διάφορες αποχρώσεις με ~ το μπλε. 8. προϊόν που τοποθετείται ως υπόστρωμα σε επιφάνεια: ~ βερνικιού (πβ. αστάρι, στόκος).|| ~ μέικ απ (πβ. φον ντε τεν). Διάφανη ~ νυχιών. 9. ΧΗΜ. ουσία που παράγει άλας και νερό, όταν αντιδρά με οξύ: ασθενής/ισχυρή ~. Βλ. εξουδετέρωση. 10. ΜΑΘ. ακέραιος αριθμός μεγαλύτερος του ένα, ο οποίος έχει επιλεγεί για τη δημιουργία συστήματος αρίθμησης (π.χ. το δύο για το δυαδικό, το δέκα για το δεκαδικό). 11. ΓΛΩΣΣ. (σπάν.) ρίζα, θέμα (λέξης). 12. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. (στον μαρξισμό) η οικονομική διάρθρωση μιας κοινωνίας, δηλ. το σύνολο των παραγωγικών σχέσεων, σε αντιδιαστολή με το εποικοδόμημα. Βλ. υπερδομή. ΣΥΝ. υποδομή (3) ● βάσεις (οι) 1. η κατώτερη βαθμολογία κυρ. για εισαγωγή σε ανώτατη ή ανώτερη Σχολή ή για διορισμό στο Δημόσιο κατόπιν γραπτού διαγωνισμού, η οποία καθορίζεται από τον βαθμό του τελευταίου (στη σειρά κατάταξης) από τους επιτυχόντες που μπορούν να γίνουν δεκτοί: άνοδος/αύξηση/μείωση/πτώση των ~εων (εισαγωγής στα ΑΕΙ). Οι ~ ανέβηκαν/έπεσαν. Στα ύψη εκτινάχθηκαν/εκτοξεύθηκαν/έφτασαν οι ~ της Ιατρικής. Ανακοινώθηκαν/βγήκαν οι ~. ~ μορίων μετάθεσης. 2. εφόδια, κυρ. γνώσεις ή ηθικές αρχές: Αποκτώ ~εις στο δημοτικό. Έχει καλές ~ (= υπόβαθρο) στα μαθηματικά.|| Έλαβε/πήρε γερές/σωστές ~ από τους γονείς (βλ. ανατροφή)/την οικογένειά/το σπίτι του (= θεμέλια). ● ΣΥΜΠΛ.: βάση δεδομένων & βάση (συντομ. ΒΔ): ΠΛΗΡΟΦ. συλλογή, καταχώριση και οργάνωση πληροφοριών σε ένα αρχείο, ώστε να είναι διαθέσιμες για αναζήτηση και ανάκτηση: ηλεκτρονική/ψηφιακή ~ ~. [< αγγλ. database, περ. 1962], βάση διανυσματικού χώρου: ΜΑΘ. κάθε σύνολο γραμμικά ανεξάρτητων διανυσμάτων τέτοιο, ώστε καθένα από αυτά να μπορεί να γραφεί ως γραμμικός συνδυασμός των διανυσμάτων της βάσης., αζωτούχες βάσεις βλ. αζωτούχος, σταθμός βάσης βλ. σταθμός, συμπληρωματικές βάσεις βλ. συμπληρωματικός, φορολογική βάση βλ. φορολογικός ● ΦΡ.: δίνω βάση σε (κάτι): δίνω προσοχή, σημασία: Μη ~εις ~ στα κουτσομπολιά του κόσμου/σε φήμες. Δώσε ~ σε ό,τι σου λέω (= πρόσεξε)!, κατά βάση & (λόγ.) κατά βάσιν: κυρίως, βασικά· σε βασικές γραμμές: Τα βιβλία του είναι ~ ~ ιστορικά. Πβ. κατά κύριο λόγο, κατ’ ουσία(ν), πρωτίστως.|| ~ ~ συμφωνώ με την απόφαση. Πβ. επί της αρχής., με βάση (+ αιτ.) & (λόγ.) βάσει (+ γεν.): σύμφωνα με, με κριτήριο: Χωρισμός σε ομάδες με ~ την ηλικία. Βάσει (του) Νόμου, έχω το δικαίωμα να ..., σε ... βάση & (λόγ.) επί ... βάσεως: για δήλωση χρόνου, τρόπου: σε διαρκή/μακροπρόθεσμη/μόνιμη/σταθερή ~. Εξυπηρέτηση πελατών επί εικοσιτετραώρου βάσεως.|| Σε εθελοντική/ισότιμη ~ (= εθελοντικά, ισότιμα). [< αγγλ. on a ... basis], στη βάση & (λόγ.) επί τη βάσει (+ γεν.): βασιζόμενος σε, στηριζόμενος σε: Το πρόβλημα πρέπει να εξεταστεί ~ ~ του δημόσιου διαλόγου. Υπολογισμός των κερδών της εταιρείας επί τη βάσει των εσόδων και εξόδων της., από μηδενική βάση βλ. μηδενικός, βάσει σχεδίου βλ. σχέδιο [< αρχ. βάσις, αγγλ. base, basis, γαλλ. base, γερμ. Basis] | |
| 8755 | βασίζω | βα-σί-ζω ρ. (μτβ.) {βάσι-σα, -σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, βασίζ-οντας, -όμενος, βασι-σμένος}: χρησιμοποιώ, έχω κάτι ως βάση, θεμελιώνω, στηρίζω: ~ την αισιοδοξία/την υπόθεσή μου στο γεγονός ότι ... Πού ~εις αυτό το συμπέρασμα; ~ει τις υποψίες του σε ακλόνητες αποδείξεις. ~ουμε (= εναποθέτουμε) τις ελπίδες μας στη βοήθειά σας. Οι αρχές πάνω στις οποίες ~εται η Δημοκρατία (= εδράζεται). Η μελέτη του ~στηκε σε πολυετή έρευνα. ● Παθ.: βασίζομαι: εμπιστεύομαι κάποιον ή κάτι: ~στηκα στην ειλικρίνειά/στα λόγια/στις υποσχέσεις του (: έδειξα εμπιστοσύνη, έδωσα βάση). Μη ~εσαι σε άλλους. Πρέπει να ~στείς στις δικές σου δυνάμεις. Βασίσου πάνω μου (= στηρίξου)! Ενεργεί ~όμενος στο ένστικτό του. ● βλ. βασισμένος [< γαλλ. baser] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ