Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9640-9660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8756βασικοκυτταρικός, ή, ό βα-σι-κο-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: βασικοκυτταρικό καρκίνωμα & επιθηλίωμα: ΙΑΤΡ. η πιο συχνή μορφή καρκίνου του δέρματος, που προκαλείται κυρ. εξαιτίας της έκθεσης στην υπεριώδη ακτινοβολία: επιφανειακό/μελαγχρωματικό/οζώδες ~ ~. Πβ. ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα. [< αγγλ. basal cell, γαλλ. basocellulaire]
8757βασικός, ή, ό βα-σι-κός επίθ. 1. που αποτελεί τη βάση ή την προϋπόθεση για κάτι, κύριος, ουσιαστικός: ~ός: εξοπλισμός/λόγος/μάρτυρας (κατηγορίας, υπεράσπισης)/μισθός (: χωρίς προσαυξήσεις, επιδόματα ή ο ελάχιστος)/παράγοντας/στόχος/συντελεστής/ύποπτος/χορηγός. ~ή: αιτία/γραμματική/έρευνα/ιδέα/νομοθεσία/(ΜΟΥΣ.) νότα/ορολογία/τροφή. ~ό: βιβλίο/δικαίωμα/ερώτημα/καθήκον/(ΠΛΗΡΟΦ.) μενού/πρόβλημα/υλικό. ~ές: αρετές/αρχές (υγιεινής)/γνώσεις (πβ. προπαιδεία)/γραμμές/έννοιες (= εισαγωγικές)/επιδιώξεις/λειτουργίες/πληροφορίες. ~ά: προϊόντα/σημεία (εγγράφου, πρότασης)/στοιχεία. Είναι ~ό να ... Πβ. καίριος, κεντρικός, πρωταρχικός, πρωτεύων, σημαντικός, σπουδαίος.|| (ΑΘΛ.) Αγωνίζομαι/παίζω ~ (: ανήκω στην κύρια ομάδα, συμμετέχω στα περισσότερα παιχνίδια). Βλ. αναπληρωματικός.|| (ΑΝΑΤ.) ~ή: αρτηρία.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ός: τόνος (: που μπαίνει στην ονομαστική ενικού για τα ουσιαστικά και τα αρσενικά επίθετα και στο α' ενικό της οριστικής ενεστώτα για τα ρήματα). ΣΥΝ. θεμελιακός (1), θεμελιώδης, στοιχειώδης (1) 2. ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη βάση ή τις ιδιότητές της: ~ή: αντίδραση. ~ό: διάλυμα (πβ. αλκαλικό)/οξείδιο. ~ά: άλατα. Βλ. μονο~. ● Ουσ.: βασικά (τα): τα στοιχειώδη, τα απαραίτητα: Δεν ξέρει ούτε τα ~ για τη δουλειά! ● επίρρ.: βασικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] 1. κατά βάση, κατά κύριο λόγο: Η πτώχευση της εταιρείας οφείλεται ~ στα χρέη. ΣΥΝ. κυρίως 2. (καταχρ.) στην αρχή του λόγου, όταν ο ομιλητής πρόκειται να εκφέρει κάποια γνώμη: ~, δεν συμφωνώ καθόλου με το σχέδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: βασική εκπαίδευση 1. η εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση στο ελληνικό σχολείο (Δημοτικό και Γυμνάσιο). 2. ΣΤΡΑΤ. το πρώτο χρονικό διάστημα της θητείας στο στρατό, κατά το οποίο οι νεοσύλλεκτοι αποκτούν γενικές γνώσεις και δεξιότητες., βασικά/αγενή μέταλλα βλ. μέταλλο, βασικά/κύρια χρώματα βλ. χρώμα, βασικός μεταβολισμός βλ. μεταβολισμός, βασικός μέτοχος βλ. μέτοχος [< 1: γαλλ. principal, basal, αγγλ. basic 2: γαλλ. basique]
8758βασικότηταβα-σι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. αλκαλικότητα. [< γαλλ. basicité, αγγλ. basicity]
8759βασιλαετόςβα-σι-λα-ε-τός ουσ. (αρσ.) & αυτοκρατορικός αετός: ΟΡΝΙΘ. σπάνιος αετός της Ευρώπης (επιστ. ονομασ. Aquila heliaca) με σκούρο καφετί χρώμα και άσπρο-κιτρινωπό στο πάνω μέρος του κεφαλιού που ζει κυρ. σε δάση και υγρότοπους.
8760βασιλέαςβλ. βασιλιάς
8761βασιλείαβα-σι-λεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. πολίτευμα στο οποίο αρχηγός του κράτους είναι ο βασιλιάς· συνεκδ. το χρονικό διάστημα άσκησης της εξουσίας του: κατάργηση/πτώση της ~ας. Πβ. θρόνος, παλάτι, στέμμα. Βλ. αντι~, (βασιλευομένη) δημοκρατία.|| Κατά τη διάρκεια της ~ας του ... Βλ. μεσο~, συμ~. ΣΥΝ. μοναρχία 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) απόλυτη επικράτηση, κυριαρχία: ~ της διαφθοράς (= κατίσχυση). Εγκαθιδρύθηκε/επιβλήθηκε μια ~ τρόμου (= καθεστώς).|| ~ της ειρήνης (= υπερίσχυση). [< αρχ. βασιλεία]
8762βασίλειοβα-σί-λει-ο ουσ. (ουδ.) {βασιλεί-ου} 1. κράτος του οποίου ανώτατος άρχοντας είναι βασιλιάς ή βασίλισσα: ανεξάρτητο ~. Οι επαρχίες/τα σύνορα/οι υπήκοοι του ~ου. Βλ. αυτοκρατορία, πριγκιπάτο.|| (ΘΕΟΛ.) Το ~ του Θεού (: η πνευματική επικράτειά του στη Γη και την αιωνιότητα)/των ουρανών (βλ. παράδεισος).|| (ΜΥΘ.) Το ~ του Άδη/του κάτω κόσμου/των νεκρών. 2. ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. καθεμία από τις βασικές κατηγορίες παραδοσιακής ταξινόμησης του βιοτικού και αβιοτικού περιβάλλοντος: το ζωικό/ορυκτό/φυτικό ~. Το ~ της φύσης. Βλ. φύλο. 3. (μτφ.) περιοχή απόλυτης κυριαρχίας, επικράτησης μιας κατάστασης: ταξίδι στο ~ (= στον κόσμο) της φαντασίας. Ζουν στο ~ του παραλόγου/του τρόμου. Πβ. βασιλεία. ● ΦΡ.: έχει δικό του βασίλειο (μτφ.-προφ.): έχει δικό του τρόπο σκέψης και ζωής, ζει στον κόσμο του., σόι πάει το βασίλειο (συχνά ειρων.): για να δηλωθεί η ομοιότητα που παρουσιάζει ένα πρόσωπο με τους προγόνους ή προκατόχους του (ως προς τα ελαττώματα, το επάγγελμα, τις συνήθειες) ή μια αρνητική κατάσταση με την προηγούμενή της. Πβ. το μήλο κάτω απ' τη μηλιά θα πέσει., κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας βλ. Δανιμαρκία [< 1: μτγν. βασίλειον 2: γαλλ. règne 3: γαλλ. royaume]
8763βασίλεμαβα-σί-λε-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): δύση, ηλιοβασίλεμα. ΣΥΝ. γέρμα (1), λιόγερμα ● ΦΡ.: στο βασίλεμα (μτφ.-λογοτ.): στο τελείωμα: ~ ~ του αιώνα/της ζωής. Πβ. λυκόφως. [< μεσν. βασίλεμα]
8764ΒασιλεύουσαΒα-σι-λεύ-ου-σα ουσ. (θηλ.): ΙΣΤ. προσωνυμία της Κωνσταντινούπολης. ΣΥΝ. η βασιλίδα των πόλεων [< μεσν. βασιλεύουσα (πόλις)]
8765βασιλεύςβλ. βασιλιάς
8766βασιλεύωβα-σι-λεύ-ω ρ. (αμτβ.) {βασίλευ-σε κ. (προφ.) βασίλε-ψε, βασιλεύ-οντας, (σπάν.-λογοτ.) βασιλεμένος}: κατέχω το βασιλικό αξίωμα, ασκώ την εξουσία ως βασιλιάς. Βλ. συμ~.βασιλεύει (μτφ.) 1. κυριαρχεί, επικρατεί: Κοινωνία όπου ~ η αδικία/η τάξη και η ασφάλεια. Στην ψυχή της ~ η θλίψη. Εταιρεία που ~ στον χώρο της πληροφορικής. 2. (λογοτ.) δύει: Ο ήλιος ~ψε. ● ΣΥΜΠΛ.: βασιλευόμενη/βασιλευομένη δημοκρατία βλ. δημοκρατία ● ΦΡ.: διαίρει και βασίλευε 1. στρατηγική που αποσκοπεί στη διατήρηση της εξουσίας μέσω της πρόκλησης διχόνοιας ανάμεσα σ' αυτούς που διοικεί ή ελέγχει κάποιος, προκειμένου να μην ενωθούν εναντίον του. 2. ΠΛΗΡΟΦ. μέθοδος επίλυσης προβλήματος που βασίζεται στα αποτελέσματα της λύσης των μικρότερων προβλημάτων στα οποία αυτό έχει διαιρεθεί: αλγόριθμοι (του) ~ ~. [< 1: λατ. divide ut regnes] , ζει και βασιλεύει (και τον κόσμο κυριεύει) (επιτατ.): ακμάζει· (για πρόσ.) χαίρει άκρας υγείας: (αρνητ. συνυποδ.) Η διαπλοκή/η διαφθορά/η παρανομία ~ ~.|| -Πώς είναι ο παππούς; -Καλά! ~ ~!, τα μάτια βασίλεψαν/βασιλεμένα μάτια (σπάν.-λογοτ.): έκλεισαν τα μάτια (ενν. κάποιος αποκοιμήθηκε ή πέθανε):, στους τυφλούς/στους στραβούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος βλ. μονόφθαλμος [< αρχ. βασιλεύω, γαλλ. régner]
8767βασιλιάςβα-σι-λιάς ουσ. (αρσ.) {βασιλιάδες} & (επίσ.) βασιλέας, βασιλεύς {βασιλ-έως | -είς, -έων} 1. (κ. με κεφαλ. Β) (για άνδρα) ανώτατος ισόβιος άρχοντας ενός κράτους, που καταλαμβάνει την εξουσία, συνήθ. με κληρονομικό δικαίωμα: αυταρχικός/έκπτωτος/μυθικός/συνταγματικός ~. Ο πρώην/ο τέως ~. Η Αυτού Μεγαλειότης ο ~ της ... Τα ανάκτορα/η αυλή/ο θρόνος/το παλάτι/το σκήπτρο/το στέμμα/οι σύμβουλοι του ~ά. Βλ. αυτοκράτορας, ηγεμόνας, μονάρχης, συμβασιλέας, τσάρος, τύραννος.|| (ΜΥΘ.) Ο ~ των θεών και των ανθρώπων (= ο Δίας). Ο ~ του κάτω κόσμου (= ο Άδης). ΣΥΝ. άναξ 2. (μτφ.) κυρίαρχος σε έναν χώρο, έναν τομέα, ένα σύνολο: ο ~ των σπορ (: το ποδόσφαιρο). Ο ~ του ροκ εν ρολ/της φόρμουλα 1. Ο ~ των ζώων (: το λιοντάρι)/των πουλιών (: ο αετός). Πβ. άρχοντας, ηγέτης, κύριος. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Β, συνήθ. στον τ. βασιλεύς) ο Θεός: ο ~ των ουρανών/του σύμπαντος (κόσμου). Πβ. Κύριος. 4. (στο σκάκι) το πιο σημαντικό πιόνι, που μπορεί να κινήσει ο παίκτης κατά ένα τετράγωνο προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και που, αν το αιχμαλωτίσει ο αντίπαλος, κερδίζει την παρτίδα: ~, βασίλισσα, αξιωματικοί, άλογα, πύργοι, στρατιωτάκια. Βλ. πατ, ρουά1, σαχ. 5. (σπάν., στην τράπουλα) ρήγας. Βλ. ντάμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ο Βασιλεύς της Δόξης/των Αιώνων & των Βασιλέων: ΕΚΚΛΗΣ. ο Κύριος., ο Μέγας Βασιλεύς: ΕΚΚΛΗΣ. ο Ιησούς Χριστός., ο μαρμαρωμένος βασιλιάς βλ. μαρμαρώνω ● ΦΡ.: εκεί που και ο βασιλιάς πάει μόνος του (προφ.): στην τουαλέτα., ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς! (παλαιότ.): για να δηλωθεί άμεση διαδοχή ή αντικατάσταση., σαν βασιλιάς: με πλούτη και ανέσεις, πλουσιοπάροχα: Ζει/περνάει ~ ~ (= βασιλικά). Πβ. άρχοντας, πασάς. , βασιλικότερος του βασιλέως βλ. βασιλικός, ο βασιλιάς είναι γυμνός βλ. γυμνός ● βλ. βασίλισσα [< μεσν. βασιλιάς, αγγλ. king, γαλλ. roi]
8768βασιλίδα

βα-σι-λί-δα ουσ. (θηλ.): μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: η βασιλίδα των πόλεων & (λόγ.) η βασιλίς των πόλεων: ΙΣΤ. η Κωνσταντινούπολη. ΣΥΝ. Βασιλεύουσα [< μτγν. βασιλίς (πόλις)]

8769βασιλικήβα-σι-λι-κή ουσ. (θηλ.) ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. 1. τύπος χριστιανικού ναού που διαιρείται σε κλίτη: δίκλιτη/πεντάκλιτη ~. ~ με νάρθηκα/τρούλο. Βλ. σταυροειδής (εγγεγραμμένος) ναός. 2. δημόσιο ρωμαϊκό οικοδόμημα παρόμοιας αρχιτεκτονικής, που χρησίμευε ως δικαστήριο ή χώρος συγκεντρώσεων. [< μτγν. βασιλική (στοά), γαλλ. basilique, αγγλ. basilica]
8770βασιλικόςβα-σι-λι-κός ουσ. (αρσ.) {πληθ. -οί (λαϊκό) βασιλικά (τα)}: ΒΟΤ. ποώδες, μονοετές καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Ocimum basilicum), με ελλειπτικά, έντονα μυρωδάτα φύλλα και μικρά άσπρα άνθη, που χρησιμοποιείται στη μαγειρική, την αρωματοποιία, την ποτοποιία: πλατύφυλλος/σγουρός ~. Σάλτσα με ντομάτα και ~ό (: με τα ψιλοκομμένα φύλλα του, βλ. πέστο). ● ΦΡ.: βασιλικός κι αν μαραθεί, τη μυρωδιά την έχει (παροιμ.): τα χαρίσματα και η αξία κάποιου δεν χάνονται, όσα βάσανα και δοκιμασίες κι αν περάσει., μαζί με τον/κοντά στον βασιλικό/για χάρη του βασιλικού ποτίζεται κι η γλάστρα (παροιμ.): σε περιπτώσεις που κάποιος ωφελείται λόγω της σχέσης του με άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει μεγαλύτερο κύρος. [< μεσν. βασιλικός, γαλλ. basilic, αγγλ. basil]
8771βασιλικός, ή, ό βα-σι-λι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον βασιλιά ή τη βασίλισσα μιας χώρας: ~ός: θυρεός/οίκος/στρατός. ~ή: άμαξα/αυλή/εξουσία/οικογένεια. ~ό: διάταγμα/έμβλημα/ζεύγος/πραξικόπημα/στέμμα. ~οί: κήποι/τάφοι. ~ά: ανάκτορα. Ο ~ σύζυγος (= ο σύζυγος της βασίλισσας). Στις φλέβες της κυλά ~ό αίμα. Βλ. αυτοκρατορ-, μοναρχ-, πριγκιπ-, τσαρ-ικός.|| ~ό μπλε (= μπλε ρουά). 2. (συνήθ. με κεφαλ. Β, για κοινωφελές ίδρυμα, οργανισμό) που έχει ιδρυθεί ή υποστηρίζεται από βασιλιά ή βασίλισσα (ή μέλος της οικογένειάς του): ~ή: Ακαδημία/Εταιρεία. ~ό: Θέατρο. ~ές Αεροπορικές Δυνάμεις (= RAF). Βλ. εθν-, κρατ-ικός. 3. φιλοβασιλικός: ~ή: παράταξη. ~ό: κόμμα.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (= οι βασιλόφρονες). ΑΝΤ. αντιβασιλικός 4. (μτφ.) λαμπρός, πολυτελής, μεγαλοπρεπής: ~ός: γάμος. ~ή: λάμψη/πολυτέλεια. ~ό: γεύμα (= λουκούλλειο, πλουσιοπάροχο). ~ά: δώρα. Με ~ή χλιδή.|| ~ά: έξοδα (= πολύ μεγάλα). 5. (για ζωικά ή φυτικά είδη) που διαθέτει ένα ξεχωριστό χαρακτηριστικό (π.χ. μέγεθος, ομορφιά, νοστιμιά): (ΖΩΟΛ.) ~ός: κάβουρας. ~ή: τίγρη.|| (ΒΟΤ.) ~ά: σύκα. ● επίρρ.: βασιλικά ● ΣΥΜΠΛ.: βασιλική οδός/βασιλικός δρόμος (μτφ.): σίγουρος ή εύκολος τρόπος μέσω του οποίου μπορεί κάποιος να πετύχει κάτι: Υπάρχει ~ ~ για/προς την ευτυχία;, βασιλικό ύδωρ βλ. ύδωρ, βασιλικός πολτός βλ. πολτός ● ΦΡ.: βασιλικότερος του βασιλέως (αρνητ. συνυποδ.): σε περιπτώσεις που κάποιος προβάλλεται, υποστηρίζει, φροντίζει ή ενδιαφέρεται για κάτι με μεγαλύτερο ζήλο από τον κύριο υπεύθυνο ή αρμόδιο. [< γαλλ. plus royaliste que le roi] , βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα βλ. διαταγή [< αρχ. βασιλικός, αγγλ.-γαλλ. royal]
8772βασιλίςβλ. βασιλίδα
8773βασιλίσκοςβα-σι-λί-σκος ουσ. (αρσ.) 1. ΟΡΝΙΘ. το μικρότερο πτηνό της Ελλάδας (επιστ. ονομασ. Regulus ignicapillus), με μαύρη γραμμή ανάμεσα στα μάτια και χαρακτηριστική κίτρινη-πορτοκαλί λωρίδα (στέμμα) στο κεφάλι. 2. ΖΩΟΛ. δενδρόβια σαύρα της Νότιας Αμερικής με μικρό λοφίο στο πίσω μέρος του κεφαλιού (διεθν. ονομασ. Basiliscus), η οποία μπορεί να περπατά πάνω στο νερό, καθώς κινείται πάρα πολύ γρήγορα. Βλ. ιγκουάνα. 3. ΑΣΤΡΟΝ. ο φωτεινότερος αστέρας του Λέοντα (επιστ. ονομασ. Regulus). 4. (μειωτ.) ανάξιος βασιλιάς. Βλ. -ίσκος. [< 2, 3: μτγν. βασιλίσκος, αγγλ. basilisk 4: αρχ. ~]
8774βασίλισσαβα-σί-λισ-σα ουσ. (θηλ.) 1. γυναίκα που ασκεί την εξουσία του βασιλιά· η σύζυγος (ή χήρα) του βασιλιά: Στέφθηκε ~. Η ~ της Αγγλίας ... Βλ. τσαρίνα. 2. (μτφ.) πρόσωπο ή πράγμα θηλυκού γένους που κατέχει κορυφαία θέση, ξεχωρίζει σε έναν τομέα, χώρο: Η ~ της βραδιάς/της κουζίνας/της ομορφιάς (πβ. μις)/της ποπ. Η ~ της Ευρώπης (: ομάδα που κατέκτησε το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα).|| (για πόλη) Η ~ της διασκέδασης.|| (για μοτοσικλέτα) Η ~ του δρόμου. 3. (στο σκάκι) το δεύτερο πιο σημαντικό πιόνι μετά τον βασιλιά, αλλά και το πιο ισχυρό, που μπορεί να κινηθεί σε ευθεία γραμμή σε απεριόριστο αριθμό τετραγώνων προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Βλ. ρεν. 4. ΖΩΟΛ. το μοναδικό γόνιμο θηλυκό έντομο μιας αποικίας μελισσών ή άλλων εντόμων (π.χ. μυρμηγκιών, τερμιτών ή σφηκών). Βλ. εργάτρια, κηφήνας. 5. (σπάν., στην τράπουλα) ντάμα. Βλ. ρήγας. ● ΦΡ.: την έχω σαν βασίλισσα: της προσφέρω άνετη και πλούσια ζωή, της κάνω όλα τα χατίρια., ο βασιλιάς είναι γυμνός βλ. γυμνός ● βλ. βασιλιάς [< αρχ. βασίλισσα, αγγλ. queen]
8775βασιλόπιταβα-σι-λό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. πρωτοχρονιάτικο παρασκεύασμα (κέικ, τσουρέκι, αλμυρή ή γλυκιά πίτα), με κρυμμένο νόμισμα, που θεωρείται ότι φέρνει τύχη σε όποιον το βρει στο κομμάτι του και κόβεται αμέσως μετά τον ερχομό του νέου έτους, αλλά και τις υπόλοιπες ημέρες του δωδεκαήμερου ή και μέχρι τον Φεβρουάριο (από υπηρεσίες, ιδρύματα, συλλόγους): η κοπή/το φλουρί της ~ας. Βλ. χριστόψωμο, -πιτα. ΣΥΝ. αγιοβασιλόπιτα, πίτα (3)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.