Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [9660-9680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
8776βασιλόπουλο, βασιλοπούλαβα-σι-λό-που-λο ουσ. (ουδ. + θηλ.) (κυρ. σε παραμύθια): παιδί βασιλιά, αγόρι ή κορίτσι αντίστοιχα. Πβ. πριγκιπόπουλο. Βλ. -οπούλα.|| Μεγάλωσε σαν ~ (= αρχοντικά, πλουσιοπάροχα).βασιλόπουλα (τα): τα παιδιά του βασιλιά, ανεξαρτήτως φύλου. ● ΣΥΜΠΛ.: ο πρίγκιπας του παραμυθιού βλ. πρίγκιπας, πριγκίπισσα [< μεσν. βασιλόπουλο, βασιλοπούλα]
8777βασιλόφρωνβα-σι-λό-φρων ουσ. (αρσ.) (λόγ.) & βασιλόφρονας: (φιλο)βασιλικός. Βλ. -φρων. [< γαλλ. royaliste]
8778βάσιμοβά-σι-μο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. η βάση μιας συγχορδίας: συνεχές ~ (= μπάσο κοντίνουο).
8779βάσιμος, η, ο βά-σι-μος επίθ. (λόγ.): που έχει βάση, στηρίζεται σε αδιάσειστα ή/και λογικά στοιχεία: ~ος: ισχυρισμός/κίνδυνος/φόβος. ~η: υπόθεση. ~ες: ανησυχίες/αποδείξεις/ελπίδες. ~α: επιχειρήματα/στοιχεία/συμπεράσματα. Απόλυση χωρίς ~ο λόγο. Έχει ~ες ενδείξεις/υπόνοιες/υποψίες ότι ... Πβ. δικαιολογη-, τεκμηριω-μένος, εύλογος. ΑΝΤ. αβάσιμος ● Ουσ.: βάσιμο (το) (λόγ.): βασιμότητα: το ~ της κατηγορίας. ΑΝΤ. αβάσιμο ● επίρρ.: βάσιμα & (λόγ.) βασίμως [< μτγν. βάσιμος 'βατός']
8780βασιμότηταβα-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του βάσιμου: η ~ των επιχειρημάτων (πβ. αξιοπιστία, βάση, τεκμηρίωση). Το δημοσίευμα στερείται ~ας (πβ. εγκυρότητα).|| (ΝΟΜ.) Η ~ της αγωγής. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. βάσιμο ΑΝΤ. αβασιμότητα
8781βασισμένος, η, ο βα-σι-σμέ-νος επίθ. (+ σε): που έχει στηριχτεί, βασιστεί σε κάτι: ταινία ~η στο ομώνυμο βιβλίο. Ρεπορτάζ ~ο σε πραγματικές μαρτυρίες. ● βλ. βασίζω [< γαλλ. basé, αγγλ. based]
8782βασκαίνωβα-σκαί-νω ρ. (μτβ.) {βάσκα-να, -θώ} (λαϊκό) & (σπάν.) αβασκαίνω: ματιάζω. ● ΦΡ.: φτου (σου), να μη σε ματιάσω! βλ. ματιάζω [< αρχ. βασκαίνω]
8783βασκανίαβα-σκα-νί-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) αβασκανία & βάσκαμα (το): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του βασκαίνω, μάτιασμα: φυλαχτό για τη ~. Βλ. δεισιδαιμονία, κακό μάτι, μάγια, ξόρκι, πρόληψη. ΑΝΤ. ξεμάτιασμα [< αρχ. βασκανία]
8784βάσκανος, η, ο βά-σκα-νος επίθ. (λόγ.): που ασκεί κακή, μαγική επίδραση, ματιάζει: ~η: μοίρα. ~ο: μάτι. [< αρχ. βάσκανος]
8785βαστάζοςβα-στά-ζος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παρωχ.): πρόσωπο που κουβαλά φορτία ή αποσκευές: ~οι της ορειβατικής αποστολής. Πβ. αχθοφόρος, χαμάλης.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Πάτρωνες και ~οι (= υποστηρικτές) της εξουσίας. Πβ. παρατρεχάμενος. [< αρχ. βαστάζων]
8787βατουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της ισχύος κυρ. του ηλεκτρικού ρεύματος (σύμβ. W) που ισοδυναμεί με μεταφορά ενέργειας ενός τζάουλ (1J) σε χρονικό διάστημα ενός δευτερολέπτου: λάμπες των εκατό ~. Βλ. αμπέρ, βολτ, κιλο-, μεγα-, μικρο-, μιλι-βάτ. [< γαλλ.-αγγλ. watt, αγγλ. ανθρ. J. Watt]
8788βάταβά-τα ουσ. (θηλ.): βαμβακερό συνήθ. υλικό, κατάλληλα επεξεργασμένο για την ενίσχυση της φόδρας των ρούχων, την επένδυση κλινοσκεπασμάτων ή το γέμισμα καθισμάτων: ακρυλική/καπιτονέ ~. Μαξιλάρι/πάπλωμα/στρώμα με ~. Βλ. αφρολέξ.|| (ειδικότ.) Παλτό/σακάκι με ~ες (: μαξιλαράκι στους ώμους από το αντίστοιχο υλικό). [< ιταλ. ovatta]
8789βατερλόβα-τερ-λό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (μτφ.) πολύ μεγάλη ήττα, πλήρης αποτυχία, καταστροφή: πολιτικό ~. Ο χθεσινός αγώνας ήταν ~ για την ομάδα. ΣΥΝ. πανωλεθρία, συντριβή (1) [< βελγικό τοπωνύμιο Waterloo]
8790βατεύειβα-τεύ-ει ρ. (μτβ.) {βάτεψε} (λαϊκό): (για αρσ. κυρ. ζώο) έρχεται σε συνουσία με το θηλυκό. Πβ. ζευγαρώνω, οχεύει. [< μτγν. βατεύω]
8791βατήραςβα-τή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΑΘΛ. στενή, εύκαμπτη σανίδα στην οποία πατά ο αθλητής για να πάρει φόρα, πριν εκτελέσει άλμα (π.χ. στην ενόργανη ή ρυθμική γυμναστική) ή βουτιά: ελαστικός (πβ. τραμπολίνο)/σταθερός ~ (πβ. πλατφόρμα). ~ κατάδυσης. ~ πέντε/τριών μέτρων. Πισίνα με ~α. Πβ. εφαλτήριο. Βλ. ανα~, -τήρας. 2. (μτφ.) καθετί που χρησιμεύει ως σημείο εκκίνησης για μελλοντική δραστηριότητα: ~ ανέλιξης/επαγγελματικής σταδιοδρομίας. ● ΣΥΜΠΛ.: βατήρας εκκίνησης: ΑΘΛ. εξοπλισμός σε αγώνες δρόμου, που αποτελείται από μεταλλική ράγα, με εγκοπές για τη ρύθμιση των δύο στηριγμάτων των ποδιών δεξιά και αριστερά και πλάκες στήριξης στο έδαφος. [< αρχ. βατήρ, γαλλ. tremplin]
8792βατίσταβα-τί-στα ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & μπατίστα: είδος λεπτού λινού ή βαμβακερού υφάσματος με πυκνή ύφανση: νυχτικό-ρόμπα από ~. Βλ. τούλι. [< ιταλ. batista]
8793βατόμετροβα-τό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΗΛΕΚΤΡ. όργανο μέτρησης της ηλεκτρικής ισχύος σε βατ. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. wattmeter, γαλλ. wattmètre]
8794βατομουριάβα-το-μου-ριά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αγκαθωτός θάμνος (επιστ. ονομασ. Rubus ulmifolius), της οικογένειας των ροδοειδών, με πολύ πυκνούς βλαστούς. Πβ. βάτος.
8795βατόμουροβα-τό-μου-ρο ουσ. (ουδ.): ο μικρός, εδώδιμος, σκουρόχρωμος σφαιρικός καρπός της βατομουριάς: άγριο/μαύρο ~. Λικέρ/μαρμελάδα/σορμπέ/χυμός ~ου. Κόκκινο ~ (= σμέουρο, φραμπουάζ). Βλ. μούρο. ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσό βατόμουρο: ΚΙΝΗΜ. ετήσιο βραβείο που απονέμεται στους συντελεστές των χειρότερων κινηματογραφικών ταινιών: ~ ηθοποιίας/σεναρίου/σκηνοθεσίας. Βλ. αντιβραβείο. ΣΥΝ. αντι-όσκαρ [< αμερικ. Golden Raspberry (award), 1981]
8796βάτοςβά-τος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & βάτο (το) {πληθ. βάτα (τα) κ. (σπανιότ.) βάτοι (οι)}: ΒΟΤ. γένος θαμνοειδών αγκαθωτών φυτών. ● ΣΥΜΠΛ.: φλεγόμενη/καιόμενη βάτος & άφλεκτος βάτος: ΘΕΟΛ. το υπερφυσικό φαινομένο μιας βάτου που φλεγόταν, χωρίς να αποτεφρώνεται, ως σημάδι της εμφάνισης του Θεού στον Μωϋσή. [< αρχ. βάτος ὁ & ἡ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.