| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8797 | βατός | , ή, ό βα-τός επίθ. 1. (για τόπο) που μπορεί να τον διασχίσει, να τον διαπεράσει κάποιος: ~ός: δρόμος. ~ή: διαδρομή. ~ό: μονοπάτι. Βλ. δύσβατος. ΣΥΝ. διαβατός ΑΝΤ. άβατος, αδιάβατος, απάτητος (1) 2. (μτφ.) που δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία, προσιτός, εύκολος: ~ός: αντίπαλος (: κυρ. για αθλητική ομάδα). ~ά: θέματα (εξετάσεων). Η γλώσσα του ποιητή είναι ~ή και κατανοητή (= εύληπτη). ~ή κλήρωση (: ευνοϊκή) για την ομάδα. [< αρχ. βατός] | |
| 8798 | βατότητα | βα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. δυνατότητα πρόσβασης, ανεμπόδιστης διέλευσης σε έναν χώρο: ~ φαραγγιού. Αποκατάσταση/βελτίωση της ~ας των αγροτικών οδών.|| (ΙΑΤΡ.) Η ~ των αεραγωγών. 2. (μτφ.) εύκολη κατανόηση: ~ κειμένου. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. viabilité] | |
| 8799 | βατραχάνθρωπος | βα-τρα-χάν-θρω-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. δύτης των Ειδικών Δυνάμεων, εκπαιδευμένος για υποβρύχιες αποστολές (π.χ. εξουδετέρωση ναρκών): ~ του Λιμενικού/του Πολεμικού Ναυτικού. ~ στη Mονάδα Yποβρυχίων Kαταστροφών. 2. (γενικότ.) πρόσωπο που φέρει ειδικό εξοπλισμό για την πραγματοποίηση καταδύσεων μεγάλου βάθους. Πβ. αυτοδύτης. [< αγγλ. frogman, 1945] | |
| 8800 | βατράχι | βα-τρά-χι ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) βάτραχος. 2. (αργκό) βατραχάνθρωπος. [< αρχ. βατράχιον] | |
| 8801 | βατραχοπέδιλα | βα-τρα-χο-πέ-δι-λα ουσ. (ουδ.) (τα): ζεύγος εφαρμοστών υποδημάτων από καουτσούκ με πλατύ πτερύγιο στο μπροστινό μέρος, που διευκολύνουν την κολύμβηση: Μάσκα, αναπνευστήρας, ~ και άλλα είδη κατάδυσης. Φορούν ~. | |
| 8802 | βατραχοπόδαρα | βα-τρα-χο-πό-δα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): τα πίσω πόδια του βατράχου, κυρ. ως εκλεκτό έδεσμα. [< γαλλ. cuisses de grenouilles] | |
| 8803 | βάτραχος | βά-τρα-χος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άχου | σπάν. θηλ. βατραχίνα}: ΖΩΟΛ. γένος άνουρων τετράποδων αμφιβίων (οικογ. Ranidae) με λείο δέρμα, καλυμμένο με βλέννα, που μετακινούνται με άλματα χάρη στα ισχυρά και μακριά πίσω πόδια τους: πράσινος ~. Πόδια ~άχου (= βατραχοπόδαρα). Το κόασμα των ~άχων. Πβ. μπάκακας. Βλ. γυρίνος, δενδρο~, φρύνος. ● Υποκ.: βατραχάκι (το) [< αρχ. βάτραχος] | |
| 8804 | βατραχόψαρο | βα-τρα-χό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. πεσκανδρίτσα. Βλ. -ψαρο. | |
| 8805 | βατσιμάνης | βα-τσι-μά-νης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ΝΑΥΤ. ναυτικός που αναλαμβάνει καθήκοντα φύλαξης πλοίου, παροπλισμένου στα ανοιχτά ή αγκυροβολημένου στο λιμάνι. [< αγγλ. watchman] | |
| 8806 | βαυαρικός | , ή, ό βαυ-α-ρι-κός επίθ. & (σπάν.) βαβαρικός: που σχετίζεται με τη Βαυαρία ή και τους Βαυαρούς. | |
| 8807 | βαυαροκρατία | βαυ-α-ρο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) & σπάν.) βαβαροκρατία (συνήθ. με κεφαλ. Β): ΙΣΤ. η περίοδος διακυβέρνησης του νεοϊδρυθέντος ελληνικού κράτους από τον βασιλιά Όθωνα και τους Βαυαρούς επιτελείς του (1833-1843). Βλ. -κρατία. | |
| 8808 | βαυκαλίζω | βαυ-κα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στην παθ. φωνή} (απαιτ. λεξιλόγ.): δίνω ψεύτικες υποσχέσεις, κολακεύω: Επιτήδειοι δημαγωγοί ~ουν (= ξεγελούν, παραπλανούν) τον κόσμο/τον λαό και τον αποπροσανατολίζουν. Βαυκάλιζε το πλήθος με αισιόδοξα και μεγαλόστομα κηρύγματα. ● Παθ.: βαυκαλίζομαι: αυταπατώμαι: ~ με ψέματα (= παραμυθιάζομαι). ~ονται με την ιδέα ότι ... Μη ~εσαι (: μην έχεις την ψευδαίσθηση) ότι ... [< μτγν. βαυκαλίζω, βαυκαλῶ] | |
| 8809 | βαφέας | βα-φέ-ας ουσ. (αρσ.) {βαφ-είς, -έων} & (λαϊκό) βαφιάς {-άδες}: πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το βάψιμο κυρ. αυτοκινήτων: ~-φανοποιός. Βλ. -έας, μπογιατζής. [< μεσν. βαφέας < αρχ. βαφεύς] | |
| 8810 | βαφείο | [βαφεῖο] βα-φεί-ο ουσ. (ουδ.): βιοτεχνική ή βιομηχανική μονάδα, συνεργείο και γενικότ. χώρος με ειδικές εγκαταστάσεις βαφής: ~ δερμάτινων ειδών. ~-φινιριστήριο υφασμάτων και νημάτων. ~-φανοποιείο (βλ. φανο~). Καθαριστήρια-~α-πλυντήρια.|| (συνεκδ.) Αυτόματο ~ (= μηχάνημα βαφής). Βλ. τυπο~. [< μτγν. βαφεῖον] | |
| 8811 | βαφή | βα-φή ουσ. (θηλ.) 1. κάλυψη μιας επιφάνειας με χρώμα: ~ αυτοκινήτου/υφασμάτων. ~ και γυάλισμα υποδημάτων. Εργαλεία/τεχνίτης/φούρνος ~ής. Πιστόλια ~ής αέρος και αερογράφοι. Μονάδα ~ής και φανοποιίας. ΣΥΝ. βάψιμο (1) 2. χρωστική ουσία που χρησιμοποιείται στο βάψιμο: ακρυλική/εποξειδική/οικολoγική/υδατοδιαλυτή/φυτική ~. ~ λάκας/μαλλιών. ~ για δάπεδα/τοίχους. Χημικές ~ές. Χρώματα-~ές. ~ές κλωστοϋφαντουργίας. ΣΥΝ. μπογιά (1) 3. ΤΕΧΝΟΛ. μέθοδος κατεργασίας που βασίζεται στην απότομη ψύξη ενός μετάλλου που έχει θερμανθεί, με σκοπό την αύξηση της ανθεκτικότητάς του. Βλ. ανόπτηση, γαλβανισμός, επιχρωμίωση. ΣΥΝ. σκλήρυνση (3) ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτροστατική βαφή βλ. ηλεκτροστατικός [< αρχ. βαφή] | |
| 8812 | βαφιάς | βλ. βαφέας | |
| 8813 | βαφικός | , ή, ό βα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη βαφή ή είναι κατάλληλος για αυτή: ~ή: ύλη. ~ές: ουσίες. ~ά και φινιριστικά μηχανήματα. Βλ. χρωστικός. ● Ουσ.: βαφική (η): η τέχνη του βαψίματος: βυρσοδεψία, ~ και στίλβωση. [< μτγν. βαφικός] | |
| 8814 | βάφλα | βά-φλα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. είδος παχιάς συνήθ. τηγανίτας, τραγανής απ' έξω, που ψήνεται σε βαφλιέρα και παίρνει σχήμα που μοιάζει με δικτυωτό πλέγμα: ~ με παγωτό/σαντιγί/σιρόπι/σοκολάτα. Βλ. κρέπα. [< αγγλ. waffle] | |
| 8815 | βαφλιέρα | βα-φλιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ειδική ψηστιέρα για βάφλες: αντικολλητική/διπλή/επαγγελματική/τετράγωνη ~. ~ με αποσπώμενες/μαντεμένιες/σταθερές πλάκες. Βλ. -ιέρα. | |
| 8816 | βαφτίζω | βα-φτί-ζω ρ. (μτβ.) {βάφτι-σα, βαφτί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -σμένος, βαφτίζ-οντας} & (λόγ.) βαπτίζω 1. ΕΚΚΛΗΣ. εντάσσω κάποιον στους κόλπους της Εκκλησίας με το μυστήριο της βάπτισης: ~ ένα παιδί (= γίνομαι νονός ή νονά). ~σαν τον γιο/την κόρη τους. ~σμένος Χριστιανός Ορθόδοξος. Το μωρό δεν είναι ακόμα ~σμένο (= αβάφτιστο). 2. ονοματοδοτώ κατά το μυστήριο της βάφτισης: Την ~ησαν Ιωάννα (= την έβγαλαν, την ονόμασαν). 3. (κατ' επέκτ.) δίνω σε κάποιον ή κάτι όνομα ή του αποδίδω ιδιότητα: ~σαν το σκυλάκι τους Τζακ. ~στηκε το ταχύτερο πλοίο του κόσμου.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ουν θύματα τους θύτες. Εισάγουν ξένα προϊόντα και τα ~ουν ελληνικά. Πβ. αποκαλώ, ονομάζω, προσαγορεύω. 4. (σπάν.-λόγ.) εμβαπτίζω: Σε αραιό διάλυμα κασσίτερου ~εται μπρούτζινο σκεύος. ● ΦΡ.: βαφτίζει το κρέας ψάρι (μτφ.): παραποιεί την πραγματικότητα: Πρόκειται για σκάνδαλο κι ας βαφτίζουν μερικοί ~ ~. Βλ. κάνω τα πικρά γλυκά., τρελός παπάς σε/τον βάφτισε: για παράλογη συμπεριφορά., ακόμη δεν τον είδαμε (και) Γιάννη τον βαφτίσαμε/τον εβγάλαμε βλ. Γιάννης [< μτγν. βαπτίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ