| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 8837 | βγήκα | βλ. βγαίνω | |
| 8838 | ΒΔ | 1. Βορειοδυτικός. 2. (η) Βάση Δεδομένων. | |
| 8839 | βδέλλα | βδέλ-λα ουσ. (θηλ.) & αβδέλλα 1. ΖΩΟΛ. είδος σκουληκιού (της τάξης Hirudinea), παρασιτικός οργανισμός που ζει σε έλη, λίμνες ή και στην ξηρά και τρέφεται απομυζώντας το αίμα ζωντανών οργανισμών: αφαιμάξεις με ~ες. 2. (μτφ.) για άτομο που προσκολλάται στους άλλους, που ζει ή ενεργεί εις βάρος τους: Κόλλησε πάνω του σαν ~ (πβ. στρείδι). Βλ. παράσιτο. ΣΥΝ. βεντούζα (3), κολλιτσίδα (1), τσιμπούρι (2) [< αρχ. βδέλλα] | |
| 8840 | βδέλυγμα | βδέ-λυγ-μα ουσ. (ουδ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): καθετί που προκαλεί βδελυγμία. [< μτγν. βδέλυγμα] | |
| 8841 | βδελυγμία | βδε-λυγ-μί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αίσθημα αηδίας, απέχθειας και αποτροπιασμού. Κυρ. στη ● ΦΡ.: μετά βδελυγμίας (λόγ.) & με βδελυγμία: με αποστροφή: Απεχθάνομαι/αποκηρύσσω/απορρίπτω/αποστρέφομαι/καταδικάζω (κάτι) ~ ~. Αρνούμαι ~ ~ την κατηγορία. [< αρχ. βδελυγμία] | |
| 8842 | βδελυρός | , ή, ό βδε-λυ-ρός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): αποκρουστικός, αηδιαστικός: ~ό: υποκείμενο (= σιχαμερό). ~ό (= ειδεχθές) και αποτρόπαιο έγκλημα. Πβ. απεχθής, αποτροπιαστικός. [< αρχ. βδελυρός] | |
| 8843 | βδομάδα | βλ. εβδομάδα | |
| 8844 | βδομαδιάτικος | , η, ο βδο-μα-διά-τι-κος επίθ. (λαϊκό): εβδομαδιαίος. Βλ. -ιάτικος, μεγαλο~. ● Ουσ.: βδομαδιάτικο (το): χρηματική αμοιβή για εργασία μιας εβδομάδας. Βλ. μεροκάματο, μισθός. | |
| 8845 | βε | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (συνήθ. για λαιμόκοψη σε ρούχα) που μοιάζει στο σχήμα με το λατινικό γράμμα V: μπλούζα/πουλόβερ/φόρεμα με ~. Βλ. ζιβάγκο. 2. το σήμα της νίκης, που σχηματίζεται με ανοιχτό τον δείκτη και το μεσαίο δάχτυλο του χεριού. [< αγγλ. 1: V neck 2: V sign, 1942] | |
| 8846 | βέβαια | βέ-βαι-α επίρρ. {υπερθ. βεβαιότατα} (προφ.) & (λόγ.) βεβαίως· κυρ. ως κειμενικός δείκτης προκειμένου να δηλωθεί 1. (εμφατ.) απόλυτη βεβαιότητα: -Θα έρθεις; Ναι/Όχι ~! Μα (και) ~ θέλω. Πβ. ασφαλώς, οπωσδήποτε, σίγουρα, φυσικά. 2. μετριασμός της ισχύος μιας άποψης, επιφύλαξη ή αντίθεση: Όλοι είναι καλοί, μέχρι ~ αποδείξεως του εναντίου. Δεν τον πιστεύω, αλλά ~ μπορεί να κάνω και λάθος. Αυτή είναι η δική μου άποψη. ~, η απόφαση είναι δική σου. Από την άλλη ~, μπορεί και να έχει δίκιο. 3. παραδοχή μιας άποψης: Τα προβλήματα είναι, ~ (= αδιαμφισβήτητα, σαφώς), πολλά, αλλά σιγά-σιγά θα διορθωθούν. Δεν θα μπορούσαμε ~ να παραλείψουμε και το γεγονός ότι ... Όλοι ~ έχουν μερίδιο ευθύνης, αλλά κυρίως οι αρμόδιοι. Τώρα, ~, εδώ που τα λέμε, φταις κι εσύ! ● ΦΡ.: βεβαίως βεβαίως (εμφατ.-ειρων.): Κόρη καλής οικογενείας ~ ~! Με μάστερ και διδακτορικό ~ ~!, ε/εμ βέβαια & (λαϊκό) αμ βέβαια: επιφωνηματικά: ~ ~, ποιος άλλος θα μπορούσε να ... (ειρων.) ~ ~, τι άλλο θα έλεγες εσύ;, και βέβαια: για έμφαση: ~ ~/βέβαια και/βεβαίως και θα ήθελα να έρθω μαζί σου (= ασφαλώς και). Επισκεφτείτε τους αρχαιολογικούς χώρους ~ ~ τα μουσεία της περιοχής. ~ ~ (= και φυσικά), για όλα αυτά δεν φταίει κανένας άλλος παρά μόνο εγώ. [< αρχ. βεβαίως, μεσν. βέβαια, γαλλ. certainement] | |
| 8847 | βέβαιος | , η, ο βέ-βαι-ος επίθ. {κ. (λόγ.) θηλ. βεβαία} ΑΝΤ. αβέβαιος 1. που δεν επιδέχεται καμία αμφιβολία, δεδομένος: ~η: επιτυχία/καταστροφή/νίκη. ~ο: αποτέλεσμα/γεγονός/μέλλον (= εξασφαλισμένο). Σώθηκε από ~ο θάνατο. ~η (= αναμφίβολη, αναμφισβήτητη) θεωρείται η υποψηφιότητά του στις προσεχείς εκλογές. Είναι πιθανό, αλλά όχι ~ο. Δεν είναι ~ο το κατά πόσο ... Είναι ~ο ότι θα έρθει; ΑΝΤ. αμφίβολος 2. (για πρόσ.) σίγουρος, πεπεισμένος για κάτι: Είμαι απολύτως ~ ότι ... Δεν είμαι καθόλου ~ για .../τι θα ... Να είστε ~οι πως δεν θα σας απογοητεύσω. Βλ. υπερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: βέβαιη χρονολογία βλ. χρονολογία ● ΦΡ.: βέβαιος για τον εαυτό μου: σίγουρος για τις δυνάμεις και τις ικανότητές μου, γεμάτος αυτοπεποίθηση: Είμαι ~ ~ και πολύ περήφανος. Έδειχνε/φαινόταν τόσο ~ ~ του., πλέον ή βέβαιον βλ. πλέον [< αρχ. βέβαιος] | |
| 8848 | βεβαιότητα | βε-βαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): απουσία κάθε αμφιβολίας, σιγουριά: απόλυτη/εύλογη ~. ~ για την ορθότητα μιας άποψης. Εξέφρασε/έχει τη ~ (= πεποίθηση, πίστη) ότι ... Το σχέδιο παρέχει ~ (= εγγύηση, ασφάλεια) για το μέλλον.|| Βαθμός/συντελεστής ~ας (= αξιοπιστίας) μετρήσεων. Τα γεγονότα οδηγούν με μαθηματική ~ (= ακρίβεια) σε ... Το δείγμα της έρευνας εξασφαλίζει σημαντική στατιστική ~ για τα αποτελέσματα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αβεβαιότητα ● βεβαιότητες (οι): αντιλήψεις, πεποιθήσεις που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση: γνωστικές/δογματικές/εδραιωμένες/κοινωνικές/πολιτικές ~. ~ της επιστήμης. Με το έργο του καταρρίπτει τις απολυτότητες και ~ του παρελθόντος. ● ΦΡ.: με βεβαιότητα & (λόγ.) μετά βεβαιότητος: χωρίς καμιά επιφύλαξη, με σιγουριά: (Δεν) μπορώ να πω ~ ~ ότι ... Αποδείχτηκε με κάθε ~ το μέγεθος της απάτης. Θα έλεγα με μεγάλη ~ πως ... [< αρχ. βεβαιότης, γαλλ. certitude] | |
| 8849 | βεβαιώ | [βεβαιῶ] βε-βαι-ώ ρ. (μτβ.) {-οίς, -οί ...· (παθ.) -ούται, -ούνται} (λόγ.): βεβαιώνω: (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ούται η ακρίβεια των ως άνω αναφερομένων. [< αρχ. βεβαιῶ] | |
| 8850 | βεβαιών | , ούσα, ούν [βεβαιῶν] βε-βαι-ών επίθ.: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για πρόσωπο, φορέα ή επίσημο έγγραφο) που βεβαιώνει κάτι: Ο ~ών Ιατρός. Η ~ούσα Αρχή/Τράπεζα. Πιστοποιητικό ~ούν ότι ... ● Ουσ.: βεβαιών, βεβαιούσα (ο/η): σε έντυπο πριν από την υπογραφή. Βλ. αιτών, δηλών, υπογράφων. [< αρχ. βεβαιῶν] | |
| 8851 | βεβαιώνω | βε-βαι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {βεβαίω-σα, -θηκα, -θεί, -μένος, βεβαιών-οντας} 1. παρέχω σε κάποιον διαβεβαίωση για κάτι: ~ με όρκο πως λέω την αλήθεια. Σας ~, όλα θα πάνε καλά (πβ. δια~, εγγυώμαι). ~ουν ότι έλαβαν γνώση της επιστολής. Τον ~σε (: του έδωσε τον λόγο του) ότι δεν θα κινηθεί δικαστικά εναντίον του. Βλ. επανα~. 2. επιβεβαιώνω, πιστοποιώ, επικυρώνω: ~ την ακρίβεια/αλήθεια/εγκυρότητα των στοιχείων. ~ τα λεγόμενα/την ταυτότητα (κάποιου). Δίπλωμα/έγγραφο/μάρτυρας/παραστατικό/πιστοποιητικό που ~ει ότι ... ~εται το γνήσιο της υπογραφής. Πβ. βεβαιώ. ΑΝΤ. διαψεύδω.|| (ΟΙΚΟΝ.-ΝΟΜ.) ~μένη: επιταγή (: την πληρωμή της οποίας έχει εγγυηθεί μία τράπεζα). ~μένο: ποινικό αδίκημα/πρόστιμο (: που οφείλεται και πρέπει να πληρωθεί)/τέλος. ~μένοι: φόροι. ● Παθ.: βεβαιώνομαι 1. αποκτώ τη βεβαιότητα, πείθομαι για κάτι: ~ για τις καλές προθέσεις (κάποιου). Αφού ~θηκε ότι δεν τον έβλεπε κανείς, άνοιξε προσεκτικά την πόρτα. ΣΥΝ. σιγουρεύομαι 2. {στο γ' πρόσ.} διαπιστώνεται: (ΝΟΜ.) ~εται παράβαση των κανόνων. Είναι επιστημονικά/ιστορικά ~μένο ότι ... [< μεσν. βεβαιώνω] | |
| 8852 | βεβαίωση | βε-βαί-ω-ση ουσ. (θηλ.): επίσημο έγγραφο, αποδεικτικό με το οποίο βεβαιώνεται, πιστοποιείται κάτι και γενικότ. η αντίστοιχη πράξη, δήλωση: δικαστική/ιατρική/πλαστή/ψευδής ~. ~ (απο)φοίτησης/(αναλυτικής) βαθμολογίας/γνησιότητας/εγγραφής/(ασφαλιστικής/φορολογικής) ενημερότητας/επάρκειας/εσόδων/παρακολούθησης (ημερίδας)/παραλαβής/προϋπηρεσίας/Τέλους Ακίνητης Περιουσίας (ΤΑΠ). 'Εντυπο/προσκόμιση ~ης. ~ώσεις πιστοποίησης. Δόθηκε/εκδίδεται/χορηγείται ~ ότι ...|| ~ των στοιχείων του αιτούντος από έναν μάρτυρα (πβ. επανα~, επι~, επαλήθευση). Κατηγορηματική ~ (= δια~). ● ΣΥΜΠΛ.: βεβαίωση αποδοχών: ΟΙΚΟΝ. κατάσταση που δηλώνει τις απολαβές του εργαζομένου σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα: ετήσια ~ ~. ~ ~ διοικητικών υπαλλήλων/εκπαιδευτικών., βεβαίωση φόρου: ΟΙΚΟΝ. προσδιορισμός φόρου που αναλογεί σε φορολογητέα ύλη., ένορκη βεβαίωση: ΝΟΜ. διαβεβαίωση με όρκο ενώπιον δικαστικής Αρχής (ειρηνοδίκη) ή συμβολαιογράφου για κάποιο γεγονός ή πράξη. [< αρχ. βεβαίωσις, γαλλ. confirmation, attestation] | |
| 8853 | βεβαιωτικός | , ή, ό βε-βαι-ω-τι-κός επίθ. (επίσ.): που βεβαιώνει, επικυρώνει ή πιστοποιεί κάτι: ~ός: όρκος. ~ή: πράξη. ~ό: σημείωμα. Πβ. επι~. ● ΣΥΜΠΛ.: βεβαιωτικό επίρρημα/μόριο: ΓΛΩΣΣ. που επιβεβαιώνει καταφατικά το νόημα μιας λέξης, κυρ. ρήματος, ή της πρότασης: π.χ. ναι, βέβαια, αλήθεια. [< μτγν. βεβαιωτικός] | |
| 8854 | βεβαρημένος | , η, ο βε-βα-ρη-μέ-νος επίθ. (λόγ.) 1. φορτωμένος με πρόσθετα προβλήματα, πολλές ασχολίες, υποθέσεις: ~η: κληρονομικότητα. Η ήδη ~η κατάσταση της υγείας του έχει επιδεινωθεί. Ασθενής με ~ο ιστορικό.|| ~ο: πρόγραμμα. ~ με πολλαπλά καθήκοντα και ευθύνες. (ΝΟΜ.) ~ με καταπίστευμα κληρονόμος.|| (μτφ.) ~ο: κλίμα (= βαρύ). ~η από ρύπους ατμόσφαιρα. Προϊόντα ~α από φυτοφάρμακα. 2. που τον βαρύνει παράπτωμα (ηθικό ή νομικό) ή καταδικαστέα, αξιόποινη πράξη: ~η: συνείδηση. ~ο: παρελθόν/(ΝΟΜ.) ποινικό μητρώο (: για άτομο που έχει καταδικαστεί αρκετές φορές). Πβ. επι(βε)βαρυμένος● βλ. βαρύνει [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. βαρῶ – παλαιότ. ορθογρ. βεβαρυμ(μ)ένος] | |
| 8855 | βέβηλος | , η, ο βέ-βη-λος επίθ.: που βεβηλώνει: ~η: επίθεση/πράξη/συμπεριφορά. ~ο: έργο. Τιμωρία των ~ων δραστών. Πβ. ανόσιος, ασεβής, μιαρός. ● Ουσ.: βέβηλοι (οι) {βεβήλων}: για πρόσωπα που με τις πράξεις τους ατιμάζουν κάποιον ιερό ή αξιοσέβαστο θεσμό, χώρο: ~ έκαψαν τον Ιερό Ναό/προκάλεσαν ζημιές στους τάφους. Ούτε ιερό ούτε όσιο δεν σεβάστηκαν οι ~. Πβ. βάνδαλος, ιερόσυλος. ● επίρρ.: βέβηλα ● ΦΡ.: εκάς οι βέβηλοι! βλ. εκάς [< αρχ. βέβηλος ‘μιαρός, ακάθαρτος’] | |
| 8856 | βεβηλώνω | βε-βη-λώ-νω ρ. (μτβ.) {βεβήλω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος, βεβηλών-οντας}: προσβάλλω την αξία ή την ιερότητα ενός θεσμού, τόπου, προσώπου: Οι κατακτητές ~σαν αρχαιολογικούς χώρους/εκκλησίες. Με τις ενέργειές τους ~ουν τη μνήμη των θανόντων (= ατιμάζουν, σπιλώνουν). Κοιμητήρια υπέστησαν βανδαλισμούς και ~θηκαν. ~μένα πολιτισμικά μνημεία. ~οντας τα ιερά και τα όσια. Πβ. μιαίνω, μολύνω. [< μτγν. βεβηλῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ